«Να μην εγκαταλείψουμε ποτέ την ελπίδα της ενότητας»

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θα εγκαταλείψει την ελπίδα της ενότητας». Με αυτό το μήνυμα ελπίδας, αλλά και ευθύνης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος Α΄ απηύθυνε την παρέμβασή του στην Ασίζη, στο πλαίσιο του φόρουμ με θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο: από την Ανατολή στον παγκόσμιο ορίζοντα», το οποίο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διεθνούς Συνάντησης για την Ειρήνη, που διοργανώνει η Κοινότητα του Αγίου Αιγιδίου.

Σαράντα χρόνια μετά την ιστορική ημέρα προσευχής που συγκάλεσε ο Άγιος Ιωάννης Παύλος Β΄ στις 27 Οκτωβρίου 1986, η πόλη του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης έγινε και πάλι τόπος συνάντησης της Ανατολής και της Δύσεως, καθώς και των διαφορετικών χριστιανικών ομολογιών, οι οποίες, παρά τις διαφορές τους, συνδέονται με την κοινή αναζήτηση της ειρήνης και της ενότητας.

Για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, η αναζήτηση αυτή προϋποθέτει, πάνω απ’ όλα, την άρνηση κάθε μοιρολατρικής αποδοχής των διαιρέσεων.

«Αυτό μας επιβάλλει να μην συνηθίσουμε τον χωρισμό, σαν να ήταν κάτι το φυσικό», υπογράμμισε.

Απαιτείται, επομένως, αδιάλειπτη προσπάθεια, ώστε οι Εκκλησίες να μπορέσουν κάποτε να αποκαταστήσουν την πλήρη κοινωνία μεταξύ τους. Διότι, όπως υπενθύμισε ο Πατριάρχης, αναφερόμενος στην κοινή προσευχή στη Νίκαια με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, «εκείνο που μας ενώνει είναι αρχαιότερο από εκείνο που μας χωρίζει».

Τριάντα πέντε χρόνια ενός Οικουμενικού Πατριαρχείου ανοικτού στον κόσμο

Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Μάρκο Ιμπαλιάτσο, πρόεδρος της Κοινότητας του Αγίου Αιγιδίου, στην αίθουσα Τσιμαμπούε, στο Κολέ ντελ Παραντίζο, όπου βρίσκεται το συγκρότημα της Βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου.

Ο Ιμπαλιάτσο υπενθύμισε ότι η συνάντηση συμπίπτει με την τριακοστή πέμπτη επέτειο της εκλογής του Βαρθολομαίου Α΄ στον Οικουμενικό Θρόνο, η οποία πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο του 1991.

Η επέτειος αυτή προσφέρει την ευκαιρία όχι μόνο να γνωρίσουμε βαθύτερα την προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη, αλλά και να κατανοήσουμε τη σημασία της ποιμαντικής και οικουμενικής διακονίας του μέσα σε έναν κόσμο που έχει υποστεί βαθιές μεταβολές.

«Μέσα σε αυτά τα 35 χρόνια ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ», παρατήρησε ο Ιμπαλιάτσο, επισημαίνοντας ότι, παρά τις θετικές εξελίξεις, έχουν ανακύψει νέες προκλήσεις, οι οποίες καθιστούν ακόμη επιτακτικότερο τον προβληματισμό γύρω από την πνευματική αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Τη σημασία της συναντήσεως ανέδειξε και η παρουσία πολυάριθμων εκπροσώπων των χριστιανικών Εκκλησιών. Ανάμεσά τους ήταν η Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι Σάρα Μάλι, ο Πατριάρχης της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής Μαρ Άουα Γ΄, ο Αρμένιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σαχάκ Β΄, ο Επίσκοπος Ασίζης, Νότσερα Ούμπρα,  Γκουάλντο Ταντίνο και Φολίνιο σεβ/τατος Φελίτσε Ακρόκκα, ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Εμμανουήλ, καθώς και η πρόεδρος του Κινήματος των Φοκολαρε Μάργκαρετ Κάραμ.

Η παρουσία αυτή κατέστησε εμφανές το βαθύτερο νόημα της συναντήσεως: διαφορετικές Εκκλησίες και εκκλησιαστικές παραδόσεις συγκεντρώνονται, αναγνωρίζοντας η μία στην άλλη την παρουσία αδελφών εν Χριστώ και μαρτυρώντας ότι ο διάλογος είναι δυνατός.

Ένας Οικουμενικός Πατριάρχης με παγκόσμια αποστολή, απέναντι στους εθνικισμούς

Για να κατανοήσουμε το βάθος αυτής της μαρτυρίας, χρειάζεται να επιστρέψουμε στην ιστορία και, ιδιαιτέρως, στο έτος 1991.

Αυτό έπραξε ο καθηγητής Αντρέα Ρικάρντι, ιστορικός και ιδρυτής της Κοινότητας του Αγίου Αιγιδίου, ανατρέχοντας στις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες άρχισε η πατριαρχική διακονία του Βαρθολομαίου.

Ήταν τα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την κατάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Η ανθρωπότητα έμοιαζε να εισέρχεται σε μια νέα εποχή παγκοσμιοποιήσεως, η οποία, σύμφωνα με πολλούς, θα οδηγούσε στην καθολίκευση της ευημερίας, της δημοκρατίας και της ειρήνης. Ορισμένοι έφθασαν μάλιστα να κάνουν λόγο για το «τέλος της Ιστορίας».

Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο κ. Ρικάρντι, την ίδια στιγμή που η παγκοσμιοποίηση προχωρούσε, αναδύονταν αντιδράσεις που στηρίζονταν στην περιχαράκωση της ταυτότητας, καθώς και φονταμενταλιστικά ρεύματα και ακραίοι εθνικισμοί.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον, ο νεαρός τότε Βαρθολομαίος ανέλαβε την ευθύνη της ηγεσίας μιας Εκκλησίας που είχε δοκιμαστεί από τις δυσκολίες του 20ού αιώνα. Όπως υπενθύμισε ο κ. Ρικάρντι, είχαν υπάρξει εποχές κατά τις οποίες ορισμένοι αμφισβητούσαν ακόμη και τη δυνατότητα επιβιώσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. Το 2010, το CNN είχε δημοσιεύσει τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Βαρθολομαίος, ο τελευταίος Πατριάρχης στην Τουρκία».

Η απάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη, σύμφωνα με τον κ. Ρικάρντι, υπήρξε ξεχωριστή, διότι δεν στηρίχθηκε στη διεκδίκηση κοσμικής ισχύος, αλλά στην πιστότητα προς την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας.

«Εμείς δεν θέλουμε να γίνουμε κράτος· θέλουμε να παραμείνουμε μια ελεύθερη Εκκλησία, που γίνεται σεβαστή», υπενθύμισε ο Ρικάρντι, παραθέτοντας τα λόγια του Πατριάρχη.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ακόμη και μέσα στην ευάλωτη ιστορική του θέση, κατόρθωσε να καταστεί φορέας συμφιλιώσεως και μαρτυρία μιας «άοπλης δυνάμεως».

Ο όρος «οικουμενικός» αποκτά, έτσι, βαθύτερο νόημα. Κατά τον Ρικάρντι, δεν περιγράφει απλώς μια θεσμική ιδιότητα, αλλά εκφράζει «έναν τρόπο ζωής».

Κατά τη διάρκεια της πατριαρχικής του διακονίας, ο Βαρθολομαίος καλλιέργησε αυτό που ο ιστορικός χαρακτήρισε «άσκηση της συναντήσεως»: διάλογο, ακρόαση, προσωπική επικοινωνία και συνάντηση με χιλιάδες ανθρώπους.

Μέσα από αυτή την πορεία, μετέφερε στον σύγχρονο κόσμο ένα μήνυμα βαθιά ριζωμένο στην ορθόδοξη παράδοση, το οποίο παραμένει συγχρόνως κατανοητό και επίκαιρο για τον σημερινό άνθρωπο.

«Επί τριάντα πέντε χρόνια, ο Οικουμενικός Πατριάρχης μαρτυρεί, ενάντια σε κάθε εθνικισμό και σε κάθε σύγκρουση πολιτισμών και θρησκειών, την ανάγκη οικοδομήσεως ενός οικουμενικού πολιτισμού, τον οποίο έχουμε ανάγκη» κατέληξε ο κ. Ρικάρντι.

Καρδινάλιος Αβελίν: «Χωρίς ακρόαση δεν υπάρχει ειρήνη»

Την ανάγκη έμπρακτης μαρτυρίας της ενότητας και της ειρήνης υπογράμμισε και ο Καρδινάλιος Ζαν-Μαρκ Αβελίν, Αρχιεπίσκοπος Μασσαλίας και πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Γαλλίας.

Πριν από σαράντα χρόνια, υπενθύμισε, ο Άγιος Ιωάννης Παύλος Β΄ έθεσε την προσευχή στο επίκεντρο της συναντήσεως των θρησκειών, αποδεικνύοντας ότι οι άνθρωποι μπορούν να στέκονται μαζί ενώπιον του Θεού, χωρίς να παραγνωρίζουν τις διαφορές τους.

Η ιστορική αυτή χειρονομία εξακολουθεί να υποδεικνύει τον δρόμο προς την ειρήνη, διότι, όπως τόνισε ο Καρδινάλιος, «χωρίς ακρόαση δεν υπάρχει ειρήνη».

Οι θρησκείες, επομένως, μπορούν και οφείλουν να συμβάλλουν στην επίλυση των συγκρούσεων, ακόμη και όταν αντιμετωπίζονται οι ίδιες ως απειλή.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πρώτα με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα και κατόπιν με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, έχει καταδείξει ότι η αυθεντική εκκλησιαστική μαρτυρία υπερβαίνει τα σύνορα και επιλέγει τη συμφιλίωση, ακόμη και σε συνθήκες δοκιμασίας και ευαλωτότητας των χριστιανικών κοινοτήτων.

Ο Καρδινάλιος επεσήμανε, επίσης, ότι η σύγχρονη κρίση δεν περιορίζεται στους πολέμους και στις οικονομικές ανισότητες. Οι βαθύτερες ρίζες της εντοπίζονται και σε μια πνευματική πληγή.

«Η ανθρωπότητα έχει ξεχάσει την ψυχή της, έχοντας απολέσει την αίσθηση του ιερού και της αδελφοσύνης» παρατήρησε,.

Γι’ αυτό καθίσταται αναγκαίο να υποδειχθεί, ιδιαιτέρως στις νεότερες γενεές, μια πορεία ζωής θεμελιωμένη στον σεβασμό προς τον πλησίον, στην ειρήνη, στον αγώνα κατά της αδικίας και της φτώχειας, αλλά και στη συγχώρηση, στη συμφιλίωση και στην αυθεντική προσευχή.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μασσαλίας τόνισε ότι το μήνυμα αυτό πρέπει να απευθύνεται και στους νέους της Ευρώπης, της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίοι «αυτές τις ημέρες εκφράζουν τη δίκαιη άποψή τους, πέρα από εκείνους που θέλουν να εκμεταλλευθούν αυτές τις στιγμές για να σπείρουν το χάος».

«Οι νέοι μας περιμένουν από τη θρησκεία να τους υποδείξει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν», κατέληξε.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Η ειρήνη ως δωρεά και ευθύνη

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ επανέφερε, στη συνέχεια, τη συζήτηση στο ουσιώδες περιεχόμενο της αποστολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου: στην ευθύνη της Εκκλησίας να διακονεί την ειρήνη.

Η πατριαρχική του διακονία, όπως ανέφερε, εκτυλίχθηκε επί τριάντα πέντε χρόνια γεμάτα χαρές και δοκιμασίες, σε έναν κόσμο που γνώρισε εκ νέου τη φρίκη του πολέμου: από τα Βαλκάνια έως τον Καύκασο, από τη Μέση Ανατολή έως την Αφρική και μέχρι την ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η Εκκλησία δεν μπορεί να παραμένει αμέτοχη. Η ειρήνη δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα δραστηριότητα, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Όταν ο Αναστάς Κύριος εμφανίσθηκε στους μαθητές Του, τους απηύθυνε τον χαιρετισμό «Ειρήνη υμίν» και στη συνέχεια τους απέστειλε στον κόσμο.

«Η Εκκλησία που διακηρύσσει την Ανάσταση οφείλει ταυτόχρονα να διακηρύσσει και την ειρήνη», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Η ευθύνη αυτή περιλαμβάνει και την καταδίκη κάθε εργαλειοποιήσεως της πίστεως για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων ή την αιτιολόγηση της βίας.

Ο Πατριάρχης αναφέρθηκε, σχετικά, στη Διακήρυξη του Βοσπόρου του 1994, με την οποία οι θρησκευτικοί ηγέτες διακήρυξαν ότι «ένα έγκλημα που διαπράττεται στο όνομα της θρησκείας είναι έγκλημα κατά της ίδιας της θρησκείας».

Και επανέλαβε με έμφαση ότι «η επίκληση του ονόματος του Θεού για να δικαιολογηθεί ένας φόνος αποτελεί βλασφημία ενώπιον της Εκκλησίας».

Όπου υψώνονται νέα τείχη διαχωρισμού, η Εκκλησία καλείται να προσεύχεται, να μεσιτεύει υπέρ της ειρήνης και να εργάζεται για την αποκατάσταση των διαρρηγμένων σχέσεων.

Στο επίκεντρο αυτής της αποστολής βρίσκεται ο άνθρωπος, χωρίς καμία διάκριση.

«Το χρώμα του δέρματος, η γλώσσα, η θρησκεία ή το φύλο δεν μπορούν ούτε να προσθέσουν ούτε να αφαιρέσουν τίποτε από την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού», υπογράμμισε ο Πατριάρχης.

Η αξιοπρέπεια αυτή ανήκει στο προσφυγόπουλο, στον ηλικιωμένο, στον άνθρωπο που ομολογεί διαφορετική πίστη, αλλά και σε εκείνον που δεν πιστεύει.

Η αναγνώριση της κοινής αυτής αξιοπρέπειας αποτελεί θεμέλιο της ειρηνικής συνυπάρξεως και προϋπόθεση για την οικοδόμηση σχέσεων αδελφοσύνης μεταξύ των ανθρώπων και των λαών.

Ανάλογη είναι και η ευθύνη των Εκκλησιών απέναντι στο αίτημα της ενότητας. Η πορεία προς την πλήρη κοινωνία δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί εξαιτίας των ιστορικών διαιρέσεων, αλλά οφείλει να συνεχισθεί με προσευχή, διάλογο, αμοιβαίο σεβασμό και αταλάντευτη ελπίδα.

«Προσδοκούμε εκείνη την ημέρα, όπως ο φύλακας της νύχτας προσδοκά το πρωί», δήλωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αναφερόμενος στην προσδοκία της πλήρους κοινωνίας μεταξύ των χριστιανών.

Πρόκειται για μια ελπίδα που, σαράντα χρόνια μετά την ιστορική συνάντηση της Ασίζης το 1986, εξακολουθεί να εμπνέει όσους εργάζονται για την ειρήνη και την ενότητα.

Το πνεύμα της Ασίζης παραμένει ζωντανό, στηριζόμενο στην προσευχή και στον διάλογο, και υπενθυμίζει διαρκώς ότι η ειρήνη αποτελεί κοινή ευθύνη όλων.

«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, διότι αυτοί θα ονομασθούν υιοί Θεού» (Ματθ. 5, 9).

ΠΗΓΗ: Vatican news

                          +Νικόλαος,

Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη