Η πίστη καλείται να γίνει πολιτισμός, για να φθάσει σε κάθε άνθρωπο

Η πίστη δεν πρέπει να βιώνεται «με πνεύμα αντιπαράθεσης ή εχθρότητας απέναντι στον κόσμο, τον πολιτισμό και τις ανθρώπινες εκφράσεις του». Αντιθέτως, εφόσον ο Θεός σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, η πίστη οφείλει να ενσαρκώνεται μέσα στους πολιτισμούς, ώστε να φθάνει σε κάθε άνθρωπο.

Την πρόσκληση αυτή της Gaudium et spes επαναλαμβάνει ο Λέων ΙΔ΄ κατά τη Γενική Ακρόαση στις 28 Οκτωβρίου στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου, κατά την κατήχησή του με θέμα: «Η σχέση μεταξύ πίστεως και πολιτισμού». Πρόκειται για την έβδομη κατήχηση που είναι αφιερωμένη στην Ποιμαντική Διάταξη για την Εκκλησία στον σύγχρονο κόσμο, στο πλαίσιο του κύκλου κατηχήσεων για τα έγγραφα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού.

Ο Ποντίφικας, αφού χαιρέτισε τους πιστούς κατά τη συνηθισμένη περιήγησή του με το παπικό αυτοκίνητο, επισημαίνει καταρχάς ότι το δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους της Συνοδικής Διατάξεως πραγματεύεται «τον πολιτισμό και τις σχέσεις του με τη χριστιανική πίστη». Εκεί οι πιστοί προτρέπονται να ζουν «σε στενότατη ενότητα με τους ανθρώπους της εποχής τους και να συνομιλούν μαζί τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται και αισθάνονται».

Η επίτευξη μιας ώριμης και υπεύθυνης σύνθεσης μεταξύ πίστεως και πολιτισμού αποτελεί, πράγματι, αναγκαία προϋπόθεση για την επιμονή στην εκπλήρωση της χριστιανικής κλήσεως, αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση για τη μαρτυρία της πίστεως ενώπιον του κόσμου και για την αξιόπιστη μετάδοσή της στους άλλους.

Η Εκκλησία και η πολιτιστική καλλιέργεια

Προτού αναπτύξει το θέμα της σχέσεως μεταξύ πίστεως και πολιτισμού, ο Λέων υπενθυμίζει ότι «η Καθολική Εκκλησία μερίμνησε πάντοτε ώστε το κήρυγμα του Ευαγγελίου να συνοδεύεται από την ίδρυση σχολείων κάθε είδους, με σκοπό την προαγωγή της ανθρώπινης, πολιτιστικής και πνευματικής καλλιέργειας ανδρών και γυναικών στις πέντε ηπείρους».

Υπενθυμίζει, επίσης, ότι κατά τον Μεσαίωνα τα πανεπιστήμια γεννήθηκαν «από την καρδιά της Εκκλησίας», συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού.

Επιπλέον, απέναντι στην «πρόοδο του πολιτισμού και των γνώσεων, η οποία θέτει διαρκώς νέα και βαθύτερα ερωτήματα, οι πιστοί παρακινήθηκαν πάντοτε να δίνουν λόγο για την πίστη τους».

Η πίστη ως ενσαρκωμένη πραγματικότητα στα περιβάλλοντα της ζωής

Αναφερόμενος «στις διάφορες εκδηλώσεις του πολιτισμού, οι οποίες αποτελούν εκφράσεις της πνευματικής διαστάσεως του ανθρώπου», ο Πάπας υπογραμμίζει τη συμβολή τους στο «να ανοίγουν τον νου στα διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με το νόημα του κόσμου και της ανθρώπινης υπάρξεως, προετοιμάζοντας έτσι την υποδοχή του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού».

Στη συνέχεια, εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο ο Θεός αποκαλύφθηκε πλήρως στους ανθρώπους.

Η σχέση μεταξύ πίστεως και πολιτισμού βρίσκει το κύριο θεμέλιό της στην Ενανθρώπηση: εάν ο θείος Λόγος έγινε σάρκα και ήλθε να κατοικήσει ανάμεσά μας, τότε και η πίστη αποτελεί μια ενσαρκωμένη πραγματικότητα, συνυφασμένη με τον πολιτισμό μέσα στον οποίο είναι ενταγμένη. Η πίστη καλείται, επίσης, να γίνει πολιτισμός, δηλαδή να φθάσει στον άνθρωπο μέσα στο περιβάλλον της ζωής του, το οποίο διαμορφώνεται από τον ανθρώπινο λόγο, τις παραδόσεις, το θρησκευτικό αίσθημα, την τέχνη και την ποίηση, τη σκέψη και την επιστήμη.

Η μετάδοση του Ευαγγελίου μεταξύ λαών και πολιτισμών

Ο Λέων ΙΔ΄ θεωρεί ιδιαίτερα εύστοχη τη διατύπωση του Αγίου Ιωάννη Παύλου Β΄:

«Μια πίστη που δεν γίνεται πολιτισμός είναι μια πίστη που δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή, δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ολοκληρωμένης σκέψεως και δεν βιώνεται με πιστότητα».

Ο Ποντίφικας επαναλαμβάνει αυτή τη διαπίστωση, προσθέτοντας ότι «η πίστη μπορεί να ενσαρκωθεί σε κάθε πολιτισμό, επειδή δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με κανέναν από αυτούς».

Αντιθέτως, η πίστη «κατοικεί μέσα στους πολιτισμούς και τους διαμορφώνει εκ των έσω, σύμφωνα με τη μορφή του Ιησού Χριστού, δηλαδή σύμφωνα με την αγάπη, τη διακονία και την υιική αναγνώριση της πατρότητας του Θεού».

Η Εκκλησία αναγνωρίζει στους διάφορους πολιτισμούς ό,τι το αγαθό, το ωραίο και το αληθινό υπάρχει σε αυτούς, προκειμένου να ενσαρκώσει και να μεταδώσει το μήνυμα του Ευαγγελίου. Ταυτόχρονα, καθώς είναι «απεσταλμένη σε όλους τους λαούς, κάθε εποχής και κάθε τόπου, δεν συνδέεται αποκλειστικά και αδιάρρηκτα με καμία φυλή ή εθνότητα, με κανέναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής και με κανένα έθιμο, παλαιό ή πρόσφατο».

Στην πράξη, διευκρινίζει ο Πάπας, η Εκκλησία, «παραμένοντας πιστή στην παράδοσή της και έχοντας επίγνωση της οικουμενικότητας της αποστολής της, μπορεί να εισέρχεται σε κοινωνία με τις διάφορες μορφές πολιτισμού. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ο αμοιβαίος εμπλουτισμός».

Η προαγωγή του πολιτισμού ως υπηρεσία προς τον άνθρωπο

Εφόσον ο πολιτισμός αποτελεί «αγαθό καθαυτό και συνιστά υπηρεσία προς τον άνθρωπο και προς την εκπλήρωση της κλήσεώς του στη γη, η Εκκλησία μεριμνά για την προαγωγή του» εξηγεί ο Λέων ΙΔ΄.

Για τον λόγο αυτό, όπως επισημαίνει, η Gaudium et spes «προτρέπει τη διεθνή κοινότητα να μεριμνήσει, ώστε όλοι να έχουν πρόσβαση στα θεμελιώδη πολιτιστικά αγαθά με την εξάλειψη του αναλφαβητισμού και της ελλείψεως εκπαιδεύσεως».

Παράλληλα, ζητεί να παρέχεται σε όσους διαθέτουν τις απαραίτητες ικανότητες η δυνατότητα «να έχουν πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση».

Τέλος, υπογραμμίζει ότι αποτελεί «καθήκον όλων να μεριμνούν ώστε να αναγνωρίζεται και να προάγεται η ιδιαίτερη και αναγκαία συμμετοχή των γυναικών στην πολιτιστική ζωή».

Η ενότητα της γνώσεως

Όσον αφορά την εκπαίδευση, η Gaudium et spes υποστηρίζει την ανάγκη να προσανατολίζεται προς μια ορισμένη «ενότητα της γνώσεως», έστω και αν οι μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής ενδέχεται να καθιστούν δυσκολότερη την επίτευξη αυτού του στόχου.

Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Πάπας καλεί τους χριστιανούς να αναλάβουν πρώτοι σχετικές πρωτοβουλίες, αρχίζοντας από τους ίδιους τους εαυτούς τους.

Παρά το γεγονός ότι έχουν λάβει μέσω της Θείας Αποκαλύψεως απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της υπάρξεως, δεν απαλλάσσονται από την ανάγκη μιας υπομονετικής διανοητικής και πολιτιστικής καλλιέργειας.

Οι ανθρώπινες και επιστημονικές γνώσεις τους οφείλουν να συνοδεύουν τα περιεχόμενα της πίστεώς τους, τα οποία πρέπει να εμβαθύνονται διαρκώς, ανάλογα με την ηλικία τους και το επίπεδο των σπουδών τους.

Οι θεολόγοι να συνεργάζονται με ειδικούς άλλων επιστημών

Τέλος, ο Ποντίφικας υπενθυμίζει στους θεολόγους την έκκληση που τους απευθύνει η Gaudium et spes να καταβάλλουν προσπάθειες για συνεργασία με ειδικούς των άλλων επιστημών, θέτοντας από κοινού τις δυνάμεις και τις απόψεις τους στην υπηρεσία της αναζητήσεως της αλήθειας.

Παράλληλα, τους προτρέπει, κατά την εμβάθυνση στην «αποκεκαλυμμένη αλήθεια», να μην παραμελούν την επαφή με την εποχή τους.

Με τον τρόπο αυτό, η θεολογική έρευνα θα μπορεί να βοηθά τους ειδικούς των διαφόρων επιστημονικών κλάδων να αποκτούν πληρέστερη γνώση της πίστεως.

ΠΗΓΗ: Vatican news

+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη