Η πρώτη επίσκεψη του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄που έφθασε στη Λαμπεντούζα

Πρώτος σταθμός της σημερινής (4 Ιουλίου) επίσκεψης του Ποντίφικα στο νησί δεν θα είναι η προβλήτα ούτε η Θεία Λειτουργία, αλλά το κοιμητήριο. Δεν πρόκειται για μια λεπτομέρεια του πρωτοκόλλου· είναι το Ευαγγέλιο που ξαναρχίζει από ένα όνομα.

Πάντοτε είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία στα κοιμητήρια. Όχι εξαιτίας του θανάτου, αλλά εξαιτίας των ζωντανών που αρνούνται να συμβιβαστούν μαζί του.

Όποτε μπορώ, πηγαίνω στο Βεράνο. Το κάνω με χαρά. Ξέρω πως είναι μια κάπως παράξενη συνήθεια. Δεν έχω κανέναν να επισκεφθώ, κι όμως περνώ την πύλη. Περπατώ αργά στα μονοπάτια, αναπνέω τη μυρωδιά των κυπαρισσιών, της βρεγμένης γης και των λουλουδιών που έχουν ξεχαστεί μέσα στα βάζα. Συχνά στέκομαι μπροστά σε κάποια φωτογραφία και, σχεδόν ασυναίσθητα, περνώ το χέρι μου από πάνω της. Αφαιρώ λίγη από τη σκόνη. Μου φαίνεται άδικο αυτά τα πρόσωπα να χάνονται κάτω από τη σκόνη.

Με κοιτούν άνδρες με μουστάκια, γυναίκες με τα καλά τους φορέματα, παιδιά που δεν πρόλαβαν να φθείρουν ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια. Κυρίως τα παιδιά είναι εκείνα που με καθηλώνουν. Σχεδόν πάντα φορούν τα καλά τους ρούχα. Το λευκό, καλοσιδερωμένο πουκάμισο, τα προσεγμένα μαλλιά βρεγμένα με λίγο νερό, τα καθαρά αυτιά, εκείνη τη σοβαρή έκφραση που είχαν τα παιδιά όταν η μητέρα τους έλεγε: «Τώρα μην κουνηθείς». Κάθε φορά, όμως, δεν βλέπω απλώς μια φωτογραφία.

Βλέπω χέρια. Χέρια μητέρων που ισιώνουν έναν στραβό γιακά, λειαίνουν μια ζάρα στην ποδιά, προσπαθούν να κρατήσουν ακίνητο ένα παιδί που θέλει ήδη να τρέξει. Βλέπω πατέρες που τινάζουν το σακάκι από έναν κόκκο σκόνης και απομακρύνονται λίγο πριν πατηθεί το κουμπί της φωτογραφικής μηχανής.

Με συγκινεί αυτή η πεισματική επιμονή. Εμείς λέμε πως πρόκειται για φωτογραφίες νεκρών. Εγώ πιστεύω πως είναι φωτογραφίες ζωντανών. Είναι η τελευταία πράξη αντίστασης της αγάπης. Σαν να λένε στον θάνατο: «Μπορείς να πάρεις την ανάσα του, όχι όμως και το πρόσωπό του».

Γι’ αυτό, όταν μπαίνω σε ένα κοιμητήριο, διαβάζω πάντοτε τα ονόματα. Μου βγαίνει αυθόρμητα. Αναρωτιέμαι ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, τι δουλειά έκανε, αν είχε παιδιά, αν υπάρχει ακόμη κάποιος που του φέρνει ένα λουλούδι. Ένα όνομα αρκεί για να θέσει σε κίνηση τη φαντασία. Μια ημερομηνία, μια φωτογραφία, ένα επώνυμο αρκούν για να αρχίσεις να φαντάζεσαι μια ολόκληρη ζωή. Κάθε ταφόπλακα είναι μια ιστορία που φτάνει ως εσένα πολύ αργά, αλλά φτάνει.

Ύστερα υπάρχουν οι υπερβολικά απλοί σταυροί, καρφωμένοι στο γυμνό χώμα. Χωρίς ταφόπλακα. Χωρίς φωτογραφία. Χωρίς πρόσωπο. Ούτε μια ημερομηνία, ούτε μια επιγραφή που να υποδηλώνει κάτι. Τίποτα. Εκεί είναι που πραγματικά σταματώ.

Γιατί μπροστά σε αυτούς τους σταυρούς η φαντασία παραδίνεται. Δεν έχεις πια μια ιστορία να επινοήσεις. Σου μένει μόνο ένα ερώτημα: ποιος ήσουν; Είχες μια μητέρα που σε φώναζε με το όνομά σου; Υπήρχε κάποιος που σε περίμενε κάθε βράδυ; Κάποιος που ανησυχούσε όταν αργούσες; Κάποιος που σου έμαθε να περπατάς, να προσεύχεσαι, να γελάς; Η σιωπή δεν απαντά.

Ίσως γι’ αυτήν ακριβώς την πεποίθηση και την ευαισθησία, όταν διάβασα το πρόγραμμα της επίσκεψης του Λέοντος ΙΔ΄ στη Λαμπεντούζα, στάθηκα στην πρώτη γραμμή. Όχι στη Θεία Λειτουργία, ούτε στην προβλήτα, αλλά στο κοιμητήριο.

Φαντάστηκα τον Πάπα να περπατά αργά ανάμεσα στους τάφους. Δεν έχει ακόμη προφέρει ούτε μία λέξη. Δεν έχει ακόμη χαιρετήσει κανέναν. Δεν έχει ακόμη τελέσει την Ευχαριστία. Περπατά, κοιτάζει σταυρούς, σταματά και αφήνει ένα λουλούδι. Αυτό είναι όλο.

Ένα λουλούδι δεν αλλάζει την ιστορία. Δεν επιστρέφει καμία ζωή. Δεν μετακινεί κανένα πλοίο. Δεν πείθει καμία κυβέρνηση. Αποτρέπει όμως ένα πράγμα: να ξεχαστεί ένας άνθρωπος για δεύτερη φορά.

Το Ευαγγέλιο γνωρίζει καλά αυτή την πεισματική επιμονή. Όταν ο Ιησούς πεθαίνει, ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει θέμα. Έτσι συμβαίνει πάντοτε. Όσο ένας άνθρωπος αναπνέει, διχάζει, γίνεται είδηση, προκαλεί πάθη. Όταν πάψει να αναπνέει, αρχίζει αργά το έργο της λήθης.

Οι αρχιερείς πέτυχαν αυτό που επιθυμούσαν. Ο Πιλάτος ένιψε τα χέρια του. Οι στρατιώτες μοιράζουν τα ιμάτιά Του. Το πλήθος επιστρέφει στα σπίτια του. Αύριο θα είναι μια άλλη ημέρα.

Είναι εντυπωσιακή η ταχύτητα με την οποία οι άνθρωποι γυρίζουν σελίδα. Πάνω στον Σταυρό δεν βρίσκεται πλέον ο Ραββί της Γαλιλαίας που ξεσήκωνε τα πλήθη. Υπάρχει μόνο ένα νεκρό σώμα. Και μπροστά σε ένα νεκρό σώμα οι άνθρωποι πάντοτε βιάζονται. Πρέπει να αδειάσει ο χώρος, να τελειώσει η ημέρα, να κλείσει η υπόθεση.

Όλοι βιάζονται. Όλοι, εκτός από έναν.

Το Ευαγγέλιο λέει ελάχιστα γι’ αυτόν. Κι όμως δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Ονομάζεται Ιωσήφ από την Αριμαθαία.

Έρχεται όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Δεν μπορεί να σώσει τον Ιησού. Δεν μπορεί να αποτρέψει τη Σταύρωση. Δεν μπορεί να αλλάξει την απόφαση. Μπορεί να κάνει μόνο ένα πράγμα: να ζητήσει το σώμα Του.

Είναι μία από τις πιο συγκινητικές φράσεις του Ευαγγελίου. Για τον Πιλάτο υπάρχει πλέον μόνο ένα σώμα που πρέπει να παραδοθεί. Για τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία είναι ακόμη ο Ιησούς.

Εδώ το Ευαγγέλιο γίνεται γήινο. Παύει να μιλά για ιδέες και μιλά για χέρια, για ένα σεντόνι που αγοράστηκε βιαστικά, για ένα σώμα που πρέπει να αποκαθηλωθεί από το ξύλο, για ξεραμένο αίμα, για αγκάθια, για βάρος.

Ένας νεκρός άνθρωπος είναι πάντοτε βαρύτερος από έναν ζωντανό. Δεν σε βοηθά· αντίθετα, πέφτει επάνω σου και πρέπει να κρατήσεις το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια του. Πρέπει να σηκώσεις μαζί και όλη την ταπείνωσή του. Ο Ιωσήφ το γνωρίζει. Κι όμως δεν κάνει πίσω.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί οι Ευαγγελιστές αφηγούνται όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Θα αρκούσε να είχαν γράψει: «Τον έθαψαν». Θα ήταν αρκετό.

Κι όμως, μιλούν για το σεντόνι, για την πέτρα, για τον τάφο. Γιατί ο χριστιανισμός δεν φοβήθηκε ποτέ τα σώματα. Εμείς, αντίθετα, προτιμούμε να τα αποκαλούμε λείψανα ή σορούς. Το Ευαγγέλιο εξακολουθεί πεισματικά να λέει: «Ιησούς». Ακόμη κι όταν είναι νεκρός. Ο Ιησούς δεν έγινε ποτέ απλώς ένα πτώμα.

Και τότε, ενθυμούμενος τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, νομίζω πως κατάλαβα το πρόγραμμα της Λαμπεντούζα.

Ο Λέων ΙΔ΄ δεν αρχίζει από την προβλήτα ούτε από το πλήθος. Δεν αρχίζει ούτε από το θυσιαστήριο. Αρχίζει από ένα κοιμητήριο.

Όχι επειδή εκεί υπάρχουν απλώς νεκροί, αλλά επειδή εκεί εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι. Άνθρωποι που η θάλασσα δεν κατάφερε να σβήσει ολοκληρωτικά και που η Εκκλησία αρνείται να παραδώσει στην τελευταία μορφή βίας: την ανωνυμία.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η πράξη ελέους που έχουμε λησμονήσει. Νομίζουμε πως το να θάβεις τους νεκρούς σημαίνει απλώς να τους ανοίγεις έναν τάφο. Κατά τη γνώμη μου, σημαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο. Σημαίνει να αντιστέκεσαι στην τελευταία βία, εκείνη που μετατρέπει έναν άνθρωπο σε υπόθεση, σε αριθμό, σε επιχείρημα, σε κατηγορία.

Εμείς λέμε: «μετανάστες». Το Ευαγγέλιο δεν μπορεί να μιλήσει έτσι. Λέει: Βαρτιμαίος. Λέει: Ζακχαίος. Λέει: Μαρία.

Δεν είναι άραγε αυτός ο λόγος της επίσκεψης του Λέοντος ΙΔ΄ στο κοιμητήριο της Λαμπεντούζα;

Ο Πάπας πηγαίνει να σταθεί, σιωπηλός, μπροστά σε άνδρες και γυναίκες που ο κόσμος κινδυνεύει να θυμάται μόνο με μία λέξη: «μετανάστες». Η Εκκλησία, παρότι δεν γνωρίζει ούτε τα ονόματά τους, συνεχίζει πεισματικά να τα αναζητεί.

Θα συνεχίσω να σταματώ στα κοιμητήρια. Θα συνεχίσω να χάνω χρόνο μπροστά σε εκείνες τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες παιδιών με τα κυριακάτικά τους ρούχα.

Γιατί μια μέρα και το δικό μου όνομα θα είναι χαραγμένο πάνω σε μια πέτρα. Όπως και το δικό σου.

Κάποιος θα περάσει από εκεί. Ίσως συνεχίσει τον δρόμο του. Ίσως σταματήσει για μια στιγμή να διαβάσει.

Μου αρέσει να σκέφτομαι πως τότε, μέσα σε αυτή την απειροελάχιστη χειρονομία, το Ευαγγέλιο θα αρχίσει ξανά από την αρχή.

Ελπίζω μόνο πως, μια μέρα, ο Θεός θα προφέρει το δικό μου όνομα με την ίδια πεισματική επιμονή με την οποία κι εγώ, κάποιες φορές, προσπάθησα να διαβάσω τα ονόματα των άλλων.

                   +Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Άγγελος Κυρίου, Κυριακή 5-7-2026

ΠΑΠΑΣ ΛΕΩΝ ΙΔ’ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ Πλατεία Αγίου Πέτρου  Κυριακή, 5 Ιουλίου 2026   Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλή Κυριακή! Το Ευαγγέλιο της σημερινής Θείας Λειτουργίας