ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Αίθουσα Παύλος Στ’
Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2026
Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού μέσα από τα Έγγραφά της. Εισαγωγική Κατήχηση
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!
Μετά το Ιωβηλαίο Έτος, κατά το οποίο επικεντρωθήκαμε στα μυστήρια της ζωής του Ιησού, ξεκινάμε μια νέα σειρά κατηχήσεων αφιερωμένων στην Β’ Σύνοδο του Βατικανού και σε μια επανάγνωση των εγγράφων της. Αυτή είναι μια πολύτιμη ευκαιρία να ανακαλύψουμε ξανά την ωραιότητα και τη σημασία αυτού του εκκλησιαστικού γεγονότος. Ο Άγιος Ιωάννης-Παύλος Β΄, στο τέλος του Ιωβηλαίου του 2000, δήλωνε: «Αισθάνομαι περισσότερο από ποτέ το καθήκον να επισημάνω τη Σύνοδο ως τη μεγάλη χάρη από την οποία ωφελήθηκε η Εκκλησία στον εικοστό αιώνα» (Αποστολική Επιστολή Novo Millennio Ineunte, 57).
Παράλληλα με την επέτειο της Συνόδου της Νίκαιας, το 2025 εορτάσαμε την εξηκοστή επέτειο της Β’ Συνόδου του Βατικανού. Αν και ο χρόνος που μας χωρίζει από αυτό το γεγονός δεν είναι μεγάλος, είναι εξίσου αλήθεια ότι η γενιά των επισκόπων, θεολόγων και πιστών της Β’ Συνόδου του Βατικανού δεν είναι πλέον μαζί μας σήμερα. Επομένως, ενώ αισθανόμαστε την κλήση να μην σβήσουμε την προφητεία της και να συνεχίσουμε να αναζητούμε τρόπους και μέσα για να εφαρμόσουμε τις ιδέες της, θα είναι σημαντικό να την γνωρίσουμε ξανά από κοντά, και να το κάνουμε αυτό όχι μέσω φημών ή των ερμηνειών που έχουν δοθεί, αλλά διαβάζοντας εκ νέου τα Έγγραφά της και αναλογιζόμενοι το περιεχόμενό τους. Πράγματι, το Διδακτικό σώμα είναι αυτό που εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί τον πολικό αστέρα που καθοδηγεί την πορεία της Εκκλησίας. Όπως δίδασκε ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄, «με το πέρασμα των χρόνων, τα έγγραφα δεν έχουν χάσει την επικαιρότητά τους· οι διδασκαλίες τους αποδεικνύονται ιδιαίτερα επίκαιρες σε σχέση με τις νέες ανάγκες της Εκκλησίας και της σημερινής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας» (Πρώτο Μήνυμα μετά τη Θεία Λειτουργία με τους Καρδιναλίους Εκλέκτορες, 20 Απριλίου 2005).
Όταν ο Πάπας Άγιος Ιωάννης ΚΓ΄ κήρυξε την έναρξη της Συνόδου στις 11 Οκτωβρίου 1962, την χαρακτήρισε ως την αυγή μιας ημέρας φωτός για ολόκληρη την Εκκλησία. Το έργο των πολυάριθμων συνασθροισθέντων Πατέρων, προερχόμενων από τις Εκκλησίες όλων των ηπείρων, άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για μια νέα εκκλησιαστική εποχή. Τον εικοστό αιώνα, μετά από έναν πλούσιο βιβλικό, θεολογικό και λειτουργικό στοχασμό, η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανακάλυψε ξανά το πρόσωπο του Θεού ως Πατέρα ο οποίος, εν Χριστώ, μας καλεί να γίνουμε παιδιά Του. Εξέτασε την Εκκλησία υπό το φως του Χριστού, φωτός των εθνών, ως μυστήριο κοινωνίας και μυστήριο ενότητας μεταξύ του Θεού και λαού Του. Ξεκίνησε μια σημαντική λειτουργική μεταρρύθμιση, τοποθετώντας στο επίκεντρό της το μυστήριο της σωτηρίας και την ενεργό και συνειδητή συμμετοχή όλου του Λαού του Θεού. Ταυτόχρονα, μας βοήθησε να ανοιχτούμε στον κόσμο και να αγκαλιάσουμε τις αλλαγές και τις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής μέσω του διαλόγου και της κοινής ευθύνης, ως Εκκλησία που επιθυμεί να ανοίξει την αγκαλιά της στην ανθρωπότητα, να απηχήσει τις ελπίδες και τις ανησυχίες των λαών και να συνεργαστεί στην οικοδόμηση μιας πιο δίκαιης και αδελφικής κοινωνίας.
Χάρη στη Β’ Σύνοδο του Βατικανού, «η Εκκλησία γίνεται λόγος, η Εκκλησία γίνεται μήνυμα, η Εκκλησία γίνεται διάλογος» (Αγ. Παύλος ΣΤ΄, Εγκύκλιος Επιστολή Ecclesiam Suam, 67), δεσμευόμενη στην αναζήτηση της αλήθειας μέσω της οδού του οικουμενισμού, του διαθρησκειακού διαλόγου και του διαλόγου με τους ανθρώπους καλής θέλησης.
Αυτό το πνεύμα, αυτή η εσωτερική στάση, πρέπει να χαρακτηρίζει την πνευματική μας ζωή και την ποιμαντική δράση της Εκκλησίας, διότι πρέπει να εφαρμόσουμε ακόμη πληρέστερα την εκκλησιαστική μεταρρύθμιση με διακονικό τρόπο και, αντιμέτωποι με τις σημερινές προκλήσεις, καλούμαστε να παραμείνουμε προσεκτικοί ερμηνευτές των σημείων των καιρών, χαρούμενοι κήρυκες του Ευαγγελίου, θαρραλέοι μάρτυρες δικαιοσύνης και ειρήνης. Ο Σεβασμιώτατος Αλμπίνο Λουτσιάνι, ο μελλοντικός Πάπας Ιωάννης-Παύλος Α’, ως Επίσκοπος του Βιτόριο Βένετο, έγραψε προφητικά στην αρχή της Συνόδου: «Όπως πάντα, υπάρχει ανάγκη να δημιουργηθούν όχι τόσο οργανισμοί ή μέθοδοι ή δομές, αλλά να γίνει πράξη μια βαθύτερη και πιο εκτεταμένη αγιοσύνη. […] Ίσως οι εξαιρετικοί και άφθονοι καρποί μιας Συνόδου να φανούν αιώνες αργότερα και να ωριμάσουν, ξεπερνώντας με κόπο τις συγκρούσεις και τις αντίξοες καταστάσεις». [1] Η εκ νέου ανακάλυψη της Συνόδου, επομένως, όπως είχε δηλώσει ο Πάπας Φραγκίσκος, μας βοηθά «να ξαναδώσουμε το πρωτείο στον Θεό και σε μια Εκκλησία που είναι τρελή από αγάπη για τον Κύριό της και για όλους τους ανθρώπους, τους οποίους Αυτός αγαπά» (Ομιλία στην 60ή επέτειο από την έναρξη της Β’ Συνόδου του Βατικανού, 11 Οκτωβρίου 2022).
Αδελφοί και αδελφές, αυτό που είπε ο Άγιος Παύλος ΣΤ΄ στους Συνοδικούς Πατέρες στο τέλος των εργασιών τους, παραμένει κριτήριο προσανατολισμού και για εμάς σήμερα. Δήλωσε ότι είχε έρθει η ώρα να αναχωρήσουμε, να αφήσουμε τη Συνοδική Συνέλευση για να βγούμε να συναντήσουμε την ανθρωπότητα και να της φέρουμε τα καλά νέα του Ευαγγελίου, γνωρίζοντας ότι είχε ζήσει μια εποχή χάριτος στην οποία συνοψίζονταν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον: «Το παρελθόν: επειδή η Εκκλησία του Χριστού είναι συγκεντρωμένη εδώ, με την παράδοσή της, την ιστορία της, τις Συνόδους της, τους Διδασκάλους της, τους Αγίους της. […] Το παρόν: επειδή αφήνουμε ο ένας τον άλλον για να βγούμε στον κόσμο του σήμερα, με τις δυστυχίες του, τους πόνους του, τις αμαρτίες του, αλλά και με τα θαυμαστά επιτεύγματά του, τις αξίες του, τις αρετές του. […] Το μέλλον, τελικά, είναι εκεί, στην αγέρωχη έκκληση των λαών για μεγαλύτερη δικαιοσύνη, στην επιθυμία τους για ειρήνη, στη συνειδητή ή ασυνείδητη δίψα τους για μια ανώτερη ζωή: ακριβώς αυτό που η Εκκλησία του Χριστού μπορεί και θέλει να τους δώσει» (Αγ. Παύλος ΣΤ΄, Μήνυμα προς τους Πατέρες της Συνόδου, 8 Δεκεμβρίου 1965).
Το ίδιο ισχύει και για εμάς. Προσεγγίζοντας τα Έγγραφα της Β’ Συνόδου του Βατικανού και ανακαλύπτοντας εκ νέου την προφητεία και τη σημασία τους, ασπαζόμαστε την πλούσια παράδοση της ζωής της Εκκλησίας και, ταυτόχρονα, θέτουμε ερωτήματα για το παρόν και ανανεώνουμε τη χαρά να τρέξουμε να συναντήσουμε τον κόσμο για να του φέρουμε το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, μιας βασιλείας αγάπης, δικαιοσύνης και ειρήνης.
___________________________________________
[1] A. Luciani – Giovanni Paolo I, Note sul Concilio, in Opera omnia, vol. II, Vittorio Veneto 1959-1962. Discorsi, scritti, articoli, Padova 1988, 451-453.
———————-
Μετάφραση: π.Λ


