ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Πλατεία Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 20 Μαΐου 2026
Χαιρετισμός του Αγίου Πατέρα προς την Αυτού Αγιότητα Αράμ Α΄, Καθολικό της Κιλικίας
Είμαι πολύ χαρούμενος που καλωσορίζω την Αυτού Αγιότητα Αράμ Α΄, Καθολικό της Κιλικίας της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, μαζί με την εκλεκτή αντιπροσωπεία που τον συνοδεύει. Αυτή η αδελφική επίσκεψη αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για την ενίσχυση των δεσμών ενότητας που ήδη υπάρχουν μεταξύ μας, καθώς πλησιάζουμε προς την πλήρη κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών μας.
Αγιότατε, αυτές τις ημέρες κατά τις οποίες προετοιμαζόμαστε για την Πεντηκοστή, επικαλούμαι τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επάνω στο προσκύνημά σας στους τάφους των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και προσκαλώ όλους όσοι παρευρίσκονται να προσευχηθούν θερμά προς τον Κύριο, ώστε η επίσκεψη και οι συναντήσεις σας να αποτελέσουν ένα ακόμη βήμα στην πορεία προς την πλήρη ενότητα. Ας προσευχηθούμε επίσης για την ειρήνη στον Λίβανο και στη Μέση Ανατολή, που για ακόμη μία φορά σπαράσσονται από τη βία και τον πόλεμο.
Αγιότατε, επιθυμώ να εκφράσω την ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη μου για τη διαρκή προσωπική σας δέσμευση στον οικουμενισμό, ιδιαιτέρως στον διεθνή θεολογικό διάλογο μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και των Ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών.
Καλώς ήλθατε, Αγιότατε, αγαπητοί Επίσκοποι και αγαπητοί φίλοι! Μαζί ας επικαλεστούμε τη μεσιτεία του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστού, του Αγίου Γρηγορίου του Ναρεκίου, του Αγίου Ναρσή του Μεγάλου και, προπάντων, της Αειπαρθένου Θεοτόκου Μαρίας, ώστε να φωτίσουν την πορεία μας προς την πληρότητα εκείνης της ενότητας που όλοι επιθυμούμε.
Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού. II. Η Διάταξη Sacrosanctum concilium. 10. Η θεία Λατρεία μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας
Αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήλθατε!
Ξεκινάμε σήμερα μια σειρά κατηχήσεων πάνω στο πρώτο Έγγραφο που δημοσιεύθηκε από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού: τη Διάταξη για τη θεία Λατρεία Sacrosanctum Concilium (SC).
Καταρτίζοντας αυτή τη Διάταξη, οι Πατέρες της Συνόδου θέλησαν όχι μόνο να προχωρήσουν σε μια μεταρρύθμιση των ιεροτελεστιών, αλλά να οδηγήσουν την Εκκλησία να θεωρήσει και να εμβαθύνει σε εκείνον τον ζωντανό δεσμό που τη συγκροτεί και την ενώνει: το μυστήριο του Χριστού. Πράγματι, η Λατρεία αγγίζει την ίδια την καρδιά αυτού του μυστηρίου: είναι συγχρόνως ο χώρος, ο χρόνος και το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Εκκλησία λαμβάνει από τον Χριστό την ίδια της τη ζωή. Στη θεία Λατρεία, πράγματι, «επιτελείται το έργο της απολύτρωσής μας» (SC, 2), το οποίο μας καθιστά γένος εκλεκτό, βασίλειο ιεράτευμα, έθνος άγιο, λαό που ο Θεός απέκτησε για τον εαυτό Του (πρβλ. Α΄Πε 2,9).
Όπως φανέρωσε η τριπλή ανανέωση –βιβλική, πατερική και λειτουργική– που διήλθε μέσα από την Εκκλησία κατά τον 20ό αιώνα, το Μυστήριο για το οποίο γίνεται λόγος δεν δηλώνει μια σκοτεινή πραγματικότητα, αλλά το σωτηριώδες σχέδιο του Θεού, κρυμμένο από την αιωνιότητα και αποκαλυμμένο εν Χριστώ, σύμφωνα με τον λόγο του Αγίου Παύλου (πρβλ. Εφ 3,3-6). Ιδού λοιπόν το χριστιανικό Μυστήριο: το πασχάλιο γεγονός, δηλαδή το πάθος, ο θάνατος, η ανάσταση και η δόξα του Χριστού, που ακριβώς στη θεία Λατρεία καθίσταται μυστηριακά παρόν για εμάς, ώστε κάθε φορά που συμμετέχουμε στη σύναξη που έχει συγκεντρωθεί «στο όνομά Του» (Μτ. 18,20), να βυθιζόμαστε μέσα σε αυτό το Μυστήριο.
Ο ίδιος ο Χριστός είναι η εσωτερική αρχή του μυστηρίου της Εκκλησίας, του αγίου λαού του Θεού, που γεννήθηκε από την λογχισμένη πλευρά Του πάνω στον σταυρό. Στη θεία Λειτουργία, με τη δύναμη του Πνεύματός Του, Εκείνος συνεχίζει να ενεργεί. Αγιάζει και ενώνει την Εκκλησία, τη νύμφη Του, με την προσφορά Του προς τον Πατέρα. Ασκεί τη μοναδική Του ιεροσύνη, Αυτός που είναι παρών στον κηρυσσόμενο Λόγο, στα ιερά Μυστήρια, στους λειτουργούς που τελούν, στην συγκεντρωμένη κοινότητα και, κατά ύψιστο τρόπο, στη θεία Ευχαριστία (πρβλ. SC, 7). Έτσι, σύμφωνα με τον Ιερό Αυγουστίνο (πρβλ. Serm., 277), τελώντας την Ευχαριστία η Εκκλησία «λαμβάνει το Σώμα του Κυρίου και γίνεται αυτό που λαμβάνει»: γίνεται το Σώμα του Χριστού, «κατοικητήριο του Θεού διά του Πνεύματος» (Εφ 2,22). Αυτό είναι «το έργο της απολύτρωσής μας», που μας διαμορφώνει κατά Χριστόν και μας οικοδομεί εν τη κοινωνία.
Στη θεία Λατρεία, αυτή η κοινωνία πραγματοποιείται «μέσω των ιεροτελεστιών και των προσευχών» (SC, 48). Η τελετουργικότητα της Εκκλησίας εκφράζει την πίστη της –σύμφωνα με το περίφημο ρητό lex orandi, lex credendi– και ταυτόχρονα διαμορφώνει την εκκλησιαστική ταυτότητα: ο κηρυσσόμενος Λόγος, η τέλεση του ιερού Μυστηρίου, οι κινήσεις, οι σιωπές, ο χώρος, όλα αυτά εκφράζουν και διαμορφώνουν τον λαό που συναθροίζει ο Πατέρας, το Σώμα του Χριστού, τον Ναό του Αγίου Πνεύματος. Κάθε λατρευτική σύναξη γίνεται έτσι μια αληθινή επιφάνεια της Εκκλησίας που προσεύχεται, όπως υπενθύμισε ο Άγιος Ιωάννης Παύλος Β΄ (Αποστολική Επιστολή Vicesimus quintus annus, 9).
Αν η θεία Λατρεία είναι στην υπηρεσία του μυστηρίου του Χριστού, κατανοούμε γιατί ορίστηκε ως «η κορυφή προς την οποία τείνει η δράση της Εκκλησίας και συγχρόνως η πηγή από την οποία αναβλύζει όλη η δύναμή της» (SC, 10). Είναι αλήθεια ότι η δράση της Εκκλησίας δεν περιορίζεται μόνο στη λειτουργία· ωστόσο κάθε δραστηριότητά της (το κήρυγμα, η διακονία προς τους φτωχούς, η συνοδεία των ανθρώπινων πραγματικοτήτων) συγκλίνει προς αυτή την «κορυφή». Και αντιστρόφως, η λειτουργία στηρίζει τους πιστούς βυθίζοντάς τους ξανά και ξανά στο Πάσχα του Κυρίου και, μέσω της κήρυξης του θείου Λόγου, της τέλεσης των ιερών Μυστηρίων και της κοινής προσευχής, αυτοί αναπαύονται, ενθαρρύνονται και ανανεώνονται στην πίστη και στην αποστολή τους. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή των πιστών στη λειτουργική πράξη είναι συγχρόνως «εσωτερική» και «εξωτερική».
Αυτό σημαίνει επίσης ότι καλείται να εκτυλίσσεται έμπρακτα σε όλη την καθημερινή ζωή, μέσα σε μια ηθική και πνευματική δυναμική, ώστε η θεία Λατρεία να μεταφράζεται σε ζωή και να απαιτεί μια πιστή ύπαρξη, ικανή να κάνει απτό αυτό που βιώθηκε στη λατρεία: έτσι η ζωή μας γίνεται «ζωντανή θυσία, αγία και ευάρεστη στον Θεό», πραγματοποιώντας τη «λογική μας λατρεία» (Ρωμ 12,1).
Με αυτόν τον τρόπο, «η θεία Λατρεία οικοδομεί καθημερινά εκείνους που βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία ως άγιο ναό εν Κυρίω» (SC, 2), και διαμορφώνει μια κοινότητα ανοικτή και φιλόξενη προς όλους. Πράγματι, κατοικείται από το Άγιο Πνεύμα, μας εισάγει στη ζωή του Χριστού, μας καθιστά Σώμα Του και, σε όλες της τις διαστάσεις, αποτελεί σημείο της ενότητας ολόκληρου του ανθρώπινου γένους εν Χριστώ. Όπως έλεγε ο Πάπας Φραγκίσκος, «ο κόσμος ακόμη δεν το γνωρίζει, αλλά όλοι έχουν προσκληθεί στο γαμήλιο δείπνο του Αρνίου (Απ 19,9)» (Desiderio desideravi, 5).
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, ας αφήσουμε τον εαυτό μας να διαμορφωθεί εσωτερικά από τις ιεροτελεστίες, τα σύμβολα, τις κινήσεις και κυρίως από τη ζωντανή παρουσία του Χριστού στη θεία Λατρεία, την οποία θα έχουμε ακόμη την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στις επόμενες Κατηχήσεις.
——————-
Μετάφραση: π.Λ


