ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Πλατεία Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2026
Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού. II. Η Δογματική Διάταξη Lumen gentium. 1. Το μυστήριο της Εκκλησίας, μυστήριο (sacramentum) της ένωσης με τον Θεό και της ενότητας όλου του ανθρώπινου γένους
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!
Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού, στα έγγραφα της οποίας αφιερώνουμε αυτές τις κατηχήσεις, όταν θέλησε να περιγράψει την Εκκλησία επιδίωξε πρώτα να εξηγήσει την προέλευσή της. Για να το κάνει αυτό, στη Δογματική Διάταξη Lumen Gentium, που εγκρίθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1964, άντλησε τον όρο «μυστήριο» από τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Επιλέγοντας αυτόν τον όρο, δεν σήμαινε ότι η Εκκλησία είναι κάτι σκοτεινό ή ακατανόητο, όπως μερικές φορές θεωρείται συνήθως όταν χρησιμοποιείται η λέξη «μυστήριο». Ακριβώς το αντίθετο: στην πραγματικότητα, όταν ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη, ειδικά στην προς Εφεσίους Επιστολή, εννοεί να υποδείξει μια πραγματικότητα που προηγουμένως ήταν κρυμμένη και τώρα έχει αποκαλυφθεί.
Πρόκειται για το σχέδιο του Θεού, το οποίο έχει έναν σκοπό: να ενοποιήσει όλα τα δημιουργήματα μέσω της συμφιλιωτικής δράσης του Ιησού Χριστού, μιας δράσης που ολοκληρώθηκε με τον θάνατό του στον σταυρό. Αυτό βιώνεται πρωτίστως και κυρίως στη σύναξη που συναθροίζεται για τη λατρευτική ιεροτελεστία: εκεί, οι διαφορές σχετικοποιούνται. Αυτό που έχει σημασία είναι να είμαστε μαζί επειδή μας έλκει η Αγάπη του Χριστού, η οποία έχει γκρεμίσει το τείχος του χωρισμού μεταξύ προσόπων και κοινωνικών ομάδων (βλ. Εφ 2:14). Για τον Άγιο Παύλο, το μυστήριο είναι η φανέρωση αυτού που ο Θεός θέλησε να επιτελέσει για όλη την ανθρωπότητα και γίνεται γνωστό σε τοπικές εμπειρίες, οι οποίες σταδιακά επεκτείνονται για να συμπεριλάβουν όλους τους ανθρώπους, ακόμη και το σύμπαν.
Η κατάσταση της ανθρωπότητας είναι ένας κατακερματισμός που οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να διορθώσουν, παρόλο που η προσπάθεια για ενότητα κατοικεί στην καρδιά τους. Σε αυτή την κατάσταση έρχεται σε εφαρμογή η δράση του Ιησού Χριστού, ο οποίος, μέσω του Αγίου Πνεύματος, νικά τις δυνάμεις της διαίρεσης και τον ίδιο τον Διχαστή. Το να συναθροιστούμε για να εορτάσουμε, έχοντας πιστέψει στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, βιώνεται ως έλξη που ασκείται από τον σταυρό του Χριστού, που είναι η υπέρτατη φανέρωση της αγάπης του Θεού· είναι το συναίσθημα ότι συγκαλούνται από τον Θεό: γι’ αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «εκκλησία», δηλαδή μια συνάθροιση ανθρώπων που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως καλεσμένους μαζί. Έτσι, υπάρχει μια ορισμένη σύμπτωση μεταξύ αυτού του μυστηρίου και της Εκκλησίας: η Εκκλησία είναι το μυστήριο που γίνεται αισθητό.
Αυτή η σύγκληση, ακριβώς επειδή επιτελείται από τον Θεό, δεν μπορεί, ωστόσο, να περιοριστεί σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά προορίζεται να γίνει μια εμπειρία για όλους τους ανθρώπους. Επομένως, η Β’ Σύνοδος του Βατικανού, στην αρχή της Διάταξης Lumen Gentium, αναφέρει: «H Εκκλησία είναι, εν Χριστώ, κατά κάποιο τρόπο το μυστήριο (sacramentum), δηλαδή το σημείο και το όργανο της εσώτατης ένωσης με τον Θεό και της ενότητας ολόκληρου του ανθρώπινου γένους» (αρ. 1). Η χρήση του όρου «μυστήριο-sacramentum» και η επακόλουθη εξήγηση δείχνουν ότι η Εκκλησία είναι, στην ανθρώπινη ιστορία, μια έκφραση αυτού που ο Θεός επιθυμεί να υλοποιήσει. Επομένως, κοιτάζοντάς την, κατανοούμε σε κάποιο βαθμό το σχέδιο του Θεού, το μυστήριο: με αυτή την έννοια, η Εκκλησία είναι ένα σημείο. Επιπλέον, στον όρο «sacramentum» προστίθεται επίσης ο όρος «όργανο», ακριβώς για να δείξει ότι η Εκκλησία είναι ένα ενεργό σημείο. Πράγματι, όταν ο Θεός εργάζεται στην ιστορία, εμπλέκει στη δραστηριότητά του τους ανθρώπους που είναι οι αποδέκτες της δράσης του. Μέσω της Εκκλησίας ο Θεός επιτυγχάνει τον στόχο της ένωσης των ανθρώπων με τον εαυτό του και της επανένωσής τους μεταξύ τους.
Η ένωση με τον Θεό βρίσκει την αντανάκλασή της στην ένωση των ανθρώπινων προσώπων. Αυτή είναι η εμπειρία της σωτηρίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Διάταξη Lumen Gentium, στο έβδομο κεφάλαιο, αφιερωμένο στην εσχατολογική φύση της οδοιπορούσας Εκκλησίας, στον αρ. 48, χρησιμοποιείται και πάλι την περιγραφή της Εκκλησίας ως μυστηρίου-sacramentum, με τoν προσδιορισμό τής «σωτηρίας»: «Και πραγματικά ο Χριστός», λέει η Σύνοδος, «όταν υψώθηκε από τη γη, όλους τους έλκυσε σ’ αυτόν (βλ. Ιω 12, 32). Με την ανάσταση από τους νεκρούς (βλ. Ρωμ 6, 9) έδωσε στους μαθητές το Πνεύμα του το ζωοποιό και μέσω αυτού σύστησε το σώμα του, που είναι η Εκκλησία, ως παγκόσμιο μυστήριο (sacramentum) σωτηρίας· καθήμενος στα δεξιά του Πατέρα, ενεργεί ακατάπαυστα μέσα στον κόσμο για να οδηγήσει τους ανθρώπους στην Εκκλησία και διαμέσου αυτής να τους συνενώσει στενότερα σ’ αυτόν και να τους κάνει συμμέτοχους της ένδοξης ζωής του, τρέφοντάς τους με το Σώμα του και το Αίμα του».
Αυτό το κείμενο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ της ενοποιητικής δράσης του Πάσχα του Ιησού, που είναι το μυστήριο του πάθους, του θανάτου και της ανάστασής του, και της ταυτότητας της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα, μας κάνει ευγνώμονες που ανήκουμε στην Εκκλησία, το σώμα του αναστημένου Χριστού και τον έναν οδοιπορούντα στην ιστορία λαό του Θεού, που ζει ως αγιαστική παρουσία εν μέσω μιας ακόμη διασπασμένης ανθρωπότητας, ως αποτελεσματικό σημείο ενότητας και συμφιλίωσης μεταξύ των λαών.
——————–
Μετάφραση: π.Λ


