
Η αγάπη που δεχόμαστε από τον Θεό γεννά μέσα μας την αυθεντική αγάπη, η οποία αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξή μας: την καρδιά, την ψυχή και τον νου. Πρόκειται για την αγάπη που αναβλύζει από την προσωπική και βαθιά κοινωνία με τον Χριστό και μας καθιστά ικανούς να αντικρίζουμε τον πλησίον με νέο βλέμμα, να υπερβαίνουμε τον εγωισμό μας και να γινόμαστε δώρο για εκείνους που βρίσκονται κοντά μας.
Με αυτές τις σκέψεις, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄, κατά την προσευχή του «Angelus» της Κυριακής 25 Οκτωβρίου, στην κατάμεστη από περίπου είκοσι χιλιάδες πιστούς Πλατεία του Αγίου Πέτρου, ανέπτυξε το μήνυμα της λειτουργικής περικοπής. Αναφερόμενος στην απάντηση του Ιησού προς τον νομοδιδάσκαλο, υπογράμμισε τη θεμελιώδη σημασία της εντολής που περιέχεται στο βιβλίο του Δευτερονομίου:
«Θα αγαπήσεις τον Κύριο, τον Θεό σου, με όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή και με όλο σου τον νου».
Ο Ποντίφικας τόνισε:
«Δεν μπορούμε να αγαπάμε αληθινά τον Θεό χωρίς αυτή η αγάπη να ξεχειλίζει προς τους αδελφούς και τις αδελφές μας. Και δεν μπορούμε να αγαπάμε αληθινά τον πλησίον μας παρά μόνο ως τέκνα του ιδίου Πατέρα, ο οποίος μας αγάπησε πρώτος εν τω Υιώ Του, τον Ιησού».
Από αυτή τη θεμελιώδη αλήθεια απορρέει και η προτροπή του Πάπα να ζητήσουμε από τον Θεό μια νέα καρδιά, ικανή να υποδεχθεί και να εφαρμόσει στη ζωή της τη μεγάλη εντολή της αγάπης.
Ολοκληρώνοντας αυτή τη σκέψη, επικαλέστηκε τη μεσιτεία της Υπεραγίας Θεοτόκου:
«Ας πρεσβεύει για εμάς η Παρθένος Μαρία, στην άμωμη καρδιά της οποίας δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά αγάπη».
Η προσωπική σχέση με τον Θεό
Στον στοχασμό του, ο Άγιος Πατέρας εξήγησε ότι ο Χριστός τοποθετεί την αγάπη στο επίκεντρο της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό.
«Δεν αρκεί, πράγματι, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός υπάρχει, ότι είναι ο μόνος Θεός ή ότι είναι ο Παντοδύναμος· ο Κύριος ζητάει από εμάς μια προσωπική σχέση: ο μόνος αληθινός Θεός θέλει να γίνει ο δικός μας Θεός».
Η πίστη, επομένως, δεν εξαντλείται στην αποδοχή ορισμένων θρησκευτικών αληθειών ούτε στην απλή αναγνώριση της υπάρξεως του Θεού. Προϋποθέτει μια ζωντανή προσωπική σχέση μαζί Του, η οποία διαμορφώνει την καθημερινή ζωή του πιστού και τον οδηγεί σε βαθύτερη κοινωνία μαζί Του.
Η ολοκληρωτική αγάπη προς τον Θεό
Η εντολή της αγάπης δεν είναι απλώς μια εξωτερική υποχρέωση ούτε μια επιταγή που επιβάλλεται στον άνθρωπο. Όπως υπογράμμισε ο Πάπας, γεννιέται από τη βαθύτερη επιθυμία του ανθρώπου να αγαπήσει τον Θεό και βρίσκει την πληρότητά της στην κοινωνία μαζί Του.
«Η αγάπη μας μπορεί να είναι αυθεντική όταν αποτελεί ανταπόκριση στη δική Του αγάπη, η οποία πάντοτε προηγείται από τη δική μας. Από εδώ προκύπτει η ανάγκη μιας ολοκληρωτικής προσφοράς, που να περιλαμβάνει ολόκληρο το πρόσωπο: την καρδιά, την ψυχή και τον νου».
Η αληθινή αγάπη προς τον Θεό απαιτεί, συνεπώς, την ολόψυχη συμμετοχή του ανθρώπου. Δεν περιορίζεται στα λόγια ή σε μεμονωμένες θρησκευτικές πράξεις, αλλά διαποτίζει ολόκληρη την ύπαρξή του και εκφράζεται μέσα από τις επιλογές, τις πράξεις και τη στάση του απέναντι στους άλλους.
Η αγάπη προς τον πλησίον ως προσφορά και διακονία
Η αγάπη προς τον Θεό δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αγάπη προς τον πλησίον. Η δεύτερη εντολή αποτελεί κανόνα ζωής, ο οποίος πηγάζει από την ίδια θεία πηγή και οδηγεί τον άνθρωπο να βλέπει τον συνάνθρωπό του με το βλέμμα του ίδιου του Χριστού.
Ο Επίσκοπος Ρώμης επισήμανε ότι η βαθιά κοινωνία με τον Θεό μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους.
«Χάρη στην ενδόμυχη σχέση μας με τον Θεό, γινόμαστε ικανοί να βλέπουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τον πλησίον μας με το ίδιο βλέμμα του Χριστού, σύμφωνα με τη δική Του οπτική. Με αυτόν τον τρόπο ηττάται ο εγωισμός και ακόμη, και η αγάπη προς τον εαυτό μας μεταμορφώνεται σε έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον: η ύπαρξή μας στρέφεται προς τον άλλον και γίνεται δώρο για εκείνον που βρίσκεται δίπλα μας».
Η χριστιανική αγάπη, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα συναίσθημα ή μια θεωρητική αρχή. Εκδηλώνεται εμπράκτως με την προσφορά, την αλληλεγγύη, τη φροντίδα και τη διακονία του συνανθρώπου. Ο άνθρωπος που ζει εν Χριστώ καλείται να μετατρέψει την αγάπη που δέχεται από τον Θεό σε συγκεκριμένη προσφορά προς κάθε άνθρωπο.
Η αγάπη ως ψυχή της εκκλησιαστικής ζωής και του ευαγγελισμού
Για να υπογραμμίσει τη θεμελιώδη σημασία της αγάπης στη ζωή της Εκκλησίας, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ αναφέρθηκε στην Αγία Θηρεσία του Βρέφους Ιησού, η οποία έγραφε ότι μόνο η αγάπη κινεί τα μέλη της Εκκλησίας προς δράση και ότι, εάν αυτή έσβηνε, η Εκκλησία δεν θα ανήγγελλε πλέον το Ευαγγέλιο.
Ο Ποντίφικας υπογράμμισε:
«Χωρίς την αγάπη, πράγματι, η πίστη μας θα στερούνταν το ουσιαστικό της περιεχόμενο, τα καλά μας έργα θα περιορίζονταν σε έναν στείρο ηθικισμό και η ελπίδα μας θα ήταν μάταιη».
Η αγάπη αποτελεί, συνεπώς, την εσωτερική δύναμη της χριστιανικής μαρτυρίας και την κινητήρια αρχή της αποστολής της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν, η πίστη κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα σύνολο εξωτερικών τύπων, τα καλά έργα θα χάσουν το αυθεντικό τους νόημα και η ελπίδα θα αποκοπεί από τη ζωντανή σχέση με τον Χριστό.
Το μήνυμα του Πάπα είναι σαφές: η αληθινή αγάπη προς τον Θεό αποδεικνύεται και ολοκληρώνεται μέσα από την αγάπη προς τον πλησίον. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος εισέρχεται σε κοινωνία με τον Χριστό, τόσο περισσότερο καλείται να υπερβαίνει τον εγωισμό του, να προσφέρει τον εαυτό του και να γίνεται ζωντανό σημείο της αγάπης του Θεού μέσα στον κόσμο.
ΠΗΓΗ:Vatican news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.


