ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Πλατεία Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 6 Μαΐου 2026
Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού. II. Η Δογματική Διάταξη Lumen gentium. 8. Η Εκκλησία οδοιπορεί στην ιστορία προς την ουράνια πατρίδα
Αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!
Στεκόμενοι σήμερα σε ένα μέρος του εβδόμου κεφαλαίου της Διάταξης της Β΄ Συνόδου του Βατικανού για την Εκκλησία, ας στοχαστούμε πάνω σε ένα από τα βασικά του χαρακτηριστικά: την εσχατολογική διάσταση. Πράγματι, η Εκκλησία πορεύεται μέσα στην επίγεια ιστορία πάντοτε προσανατολισμένη προς τον τελικό προορισμό, που είναι η ουράνια πατρίδα. Πρόκειται για μια ουσιώδη διάσταση, την οποία όμως συχνά παραμελούμε ή υποβαθμίζουμε, επειδή είμαστε υπερβολικά επικεντρωμένοι σε ό,τι είναι άμεσα ορατό και στις πιο συγκεκριμένες δυναμικές της ζωής της χριστιανικής κοινότητας.
Η Εκκλησία είναι ο λαός του Θεού που πορεύεται μέσα στην ιστορία και έχει ως τελικό σκοπό κάθε δράσης της τη Βασιλεία του Θεού (πρβλ. LG, 9). Ο Ιησούς θεμελίωσε την Εκκλησία ακριβώς αναγγέλλοντας αυτή τη Βασιλεία της αγάπης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης (πρβλ. LG 5). Είμαστε επομένως καλεσμένοι να θεωρούμε τη συλλογική και κοσμική διάσταση της σωτηρίας εν Χριστώ και να στρέφουμε το βλέμμα μας προς αυτόν τον τελικό ορίζοντα, ώστε να μετράμε και να αξιολογούμε τα πάντα μέσα σε αυτή την προοπτική.
Η Εκκλησία ζει μέσα στην ιστορία υπηρετώντας τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο. Αναγγέλλει σε όλους και πάντοτε τα λόγια αυτής της υπόσχεσης, λαμβάνει μια πρόγευση αυτής μέσω της τέλεσης των Μυστηρίων, ιδιαίτερα της θείας Ευχαριστίας, και πραγματοποιεί και βιώνει τη λογική της μέσα στις σχέσεις αγάπης και διακονίας. Επιπλέον, γνωρίζει ότι είναι τόπος και μέσο όπου η ένωση με τον Χριστό πραγματοποιείται «πιο στενά» (LG, 48), αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η σωτηρία μπορεί να δοθεί από τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι ακόμη και πέρα από τα ορατά της όρια.
Σχετικά με αυτό, η Διάταξη Lumen gentium κάνει μια σημαντική διακήρυξη: η Εκκλησία είναι «καθολικό μυστήριο σωτηρίας» (LG, 48), δηλαδή σημείο και όργανο εκείνης της πληρότητας ζωής και ειρήνης που υποσχέθηκε ο Θεός. Αυτό σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται πλήρως με τη Βασιλεία του Θεού, αλλά αποτελεί τον σπόρο και την αρχή της, διότι η ολοκλήρωση θα δοθεί στην ανθρωπότητα και στην κτίση μόνο στο τέλος. Οι πιστοί στον Χριστό, επομένως, πορεύονται μέσα σε αυτή την επίγεια ιστορία, που χαρακτηρίζεται από την ωρίμανση του καλού αλλά και από αδικίες και βάσανα, χωρίς να είναι ούτε αυταπατώμενοι ούτε απελπισμένοι· ζουν προσανατολισμένοι από την υπόσχεση που έλαβαν από «Εκείνον που κάνει νέα τα πάντα» (Απ 21,5). Γι’ αυτό η Εκκλησία πραγματοποιεί την αποστολή της ανάμεσα στο «ήδη» της έναρξης της Βασιλείας του Θεού στον Ιησού και στο «όχι ακόμη» της υποσχεμένης και αναμενόμενης ολοκλήρωσης. Φύλακας μιας ελπίδας που φωτίζει την πορεία, είναι επίσης επιφορτισμένη με την αποστολή να διακηρύσσει με σαφήνεια την απόρριψη κάθε τι που ταπεινώνει τη ζωή και εμποδίζει την ανάπτυξή της, και να παίρνει θέση υπέρ των φτωχών, των εκμεταλλευομένων, των θυμάτων της βίας και του πολέμου και όλων όσοι υποφέρουν, στο σώμα και στο πνεύμα (πρβλ. Συνοπτικό Εγχειρίδιο της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας, αρ. 159).
Σημείο και μυστήριο της Βασιλείας, η Εκκλησία είναι ο λαός του Θεού που οδοιπορεί στη γη και, ακριβώς ξεκινώντας από την τελική υπόσχεση, διαβάζει και ερμηνεύει υπό το φως του Ευαγγελίου τις δυναμικές της ιστορίας, καταγγέλλοντας το κακό σε όλες του τις μορφές και αναγγέλλοντας, με λόγια και έργα, τη σωτηρία που ο Χριστός θέλει να πραγματοποιήσει για όλη την ανθρωπότητα και τη Βασιλεία Του της δικαιοσύνης, της αγάπης και της ειρήνης. Η Εκκλησία, λοιπόν, δεν αναγγέλλει τον εαυτό της· αντίθετα, μέσα σε αυτήν τα πάντα πρέπει να παραπέμπουν στη σωτηρία εν Χριστώ.
Μέσα σε αυτή την προοπτική, η Εκκλησία καλείται να αναγνωρίζει με ταπεινοφροσύνη την ανθρώπινη αδυναμία και παροδικότητα των θεσμών της, οι οποίοι, παρότι υπηρετούν τη Βασιλεία του Θεού, φέρουν την παροδική μορφή αυτού του κόσμου (πρβλ. LG, 48). Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός δεν μπορεί να απολυτοποιηθεί· αντίθετα, επειδή ζουν μέσα στην ιστορία και στον χρόνο, καλούνται σε συνεχή μεταστροφή, στην ανανέωση των μορφών και στη μεταρρύθμιση των δομών, στη διαρκή αναγέννηση των σχέσεων, ώστε να μπορούν πραγματικά να ανταποκρίνονται στην αποστολή τους.
Μέσα στον ορίζοντα της Βασιλείας του Θεού πρέπει να κατανοηθεί και η σχέση μεταξύ των χριστιανών που επιτελούν σήμερα την αποστολή τους και εκείνων που έχουν ήδη ολοκληρώσει την επίγεια ζωή και βρίσκονται σε κατάσταση καθαρμού ή μακαριότητας. Πράγματι, η Lumen gentium διακηρύσσει ότι όλοι οι χριστιανοί αποτελούν μία και μόνη Εκκλησία, ότι υπάρχει κοινωνία και συμμετοχή στα πνευματικά αγαθά, θεμελιωμένη στην ένωση όλων των πιστών με τον Χριστό, μια αδελφική μέριμνα ανάμεσα στην επίγεια και την ουράνια Εκκλησία: αυτή είναι η κοινωνία των αγίων, που βιώνεται ιδιαίτερα στη λειτουργία (πρβλ. LG, 49-51). Προσευχόμενοι για τους κεκοιμημένους και ακολουθώντας τα ίχνη εκείνων που έζησαν ήδη ως μαθητές του Ιησού, στηριζόμαστε κι εμείς στην πορεία μας και ενισχύουμε τη λατρεία του Θεού: σφραγισμένοι από το ίδιο Πνεύμα και ενωμένοι στην ίδια θεία Λατρεία, μαζί με όσους προηγήθηκαν από εμάς στην πίστη, υμνούμε και δοξάζουμε την Παναγία Τριάδα.
Είμαστε ευγνώμονες στους Πατέρες της Συνόδου που μας υπενθύμισαν αυτή την τόσο σημαντική και όμορφη διάσταση της χριστιανικής ζωής, και ας προσπαθήσουμε να την καλλιεργούμε στη ζωή μας.
———————-
Μετάφραση: π.Λ


