27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
Ιδρυτής των ταγμάτων: «Αδελφών του Ελέους» και «Πατέρων Λαζαριστών»
Ο Αγιος Βικέντιος ντε Πωλ θεωρείται και είναι πράγματι ένας από τους μεγαλύτερους φιλάνθρωπους του κόσμου όλων των εποχών!
Γεννήθηκε στη Γαλλία (στο χωριό Πουΐ), στις 24 Απριλίου 1581. Παιδί, βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια και έβοσκε τα ζώα. Ο πατέρας του, καίτοι φτωχός, βλέποντας την εξυπνάδα του, τον σταμάτησε από τις γεωργικέςεργασίες και τον έστειλε να σπουδάσει. Μετά τις πολιτικές του σπουδές, επιθυμώντας να ασπασθεί το ιερατικό στάδιο, παρακολουθεί επί σειρά ετών θεολογικά μαθήματα και χειροτονείται ιερέας.
Πριν καταπιαστεί με το φιλανθρωπικό του έργο, θα περάσει από αρκετές δυσάρεστες περιπέτειες. Το έργο του θ' αρχίσει με έντονο ρυθμό στο σπίτι του κόμητα Ντε Πλο-ντί, όπου ο Άγιος είχε προσληφθεί ως παιδαγωγός. Βρέθηκε μάλιστα τυχερός, γιατί η σύζυγος του κόμητα, Μαργαρίτα Ντε Σιλλύ, ήταν μια ενάρετη γυναίκα, δυναμική, φιλάν-θρωπη, κι έτσι ο Βικέντιος βρήκε την καταλληλότερη συνεργάτιδα για τα μελλοντικά φιλανθρωπικά του σχέδια.
Αρχίζουν λοιπόν αμέσως, και οι δύο μαζί, να επισκέπτονται τους φτωχούς και τους ασθενείς όλης της περιφέρειας του κόμητα, η οποία περιλάμβανε μερικές χιλιάδες εργατών. Παίρνουν υπό την προστασία τους τα ορφανά και τις χήρες, ενώ συγχρόνως κάνουν κατήχηση στους εργάτες. Είναι γνωστές οι θρησκευτικές αποστολές του Αγίου σ* αυτήν τη φάση, που αναζωογονούσαν κυριολεκτικά τους πιστούς με το κήρυγμα και κυρίως με το Μυστήριο της Μετανοίας.
Ο Βικέντιος όμως, οραματιζόμενος μια πιο γνήσια ζωή μέσα στο φτωχό κόσμο, εγκαταλείπει την οικογένεια Ντε Γκλοντό και αναλαμβάνει μια μικρή ενορία, όπου επιδίδεται ξανά και με ανανεωμένο ζήλο, στην καλλιέργεια των αγαπητών του ενοριτών.
Την οργανωμένη φιλανθρωπία, το μεγάλο του έργο, θα το ξεκινήσει χάρις σ' ένα μεμονωμένο περιστατικό. Κάποια κυρία ονόματι Ντε Λασενί, η οποία είχε εγκαταλείψει την κοσμική ζωή και επιδιδόταν σε φιλανθρωπικά χριστιανικά έργα, ειδοποίησε μια μέρα τον Άγιο Βικέντιο, πως μια δυστυχισμένη οικογένεια, εντελώς εγκαταλειμένη, βρίσκεται σε έσχατη ανάγκη. Ο Άγιος, επωφελείται της θείας Λειτουργίας, που πήγαινε να τελέσει εκείνη την ώρα, γιανα αναφέρει στο εκκλησίασμα το θλιβερό περιστατικό. Εξεπλάγη όταν, πηγαίνοντας αργότερα να επισκεφθεί την οικογένεια, βρήκε μέσα στο σπίτι ένα σωρό από τρόφιμα. «Να! Εύσπλαχνοι άνθρωποι, αναφωνεί συγκινημένος. Πρέπει όμως να οδηγηθούν στην αγαθοεργία, γιατί οι φτωχοί πότε θα έχουν άφθονα αγαθά και πότε θα πεινούν.» Την επαύριο κιόλας συγκαλεί τις συνεργάτιδες του και τις συμβουλεύει πώς να συγκεντρώνουν και πώς να μοιράζουν τα βοηθήματα. Αναθέτει σε δύο κυρίες το ρόλο της εκπαιδεύσεως στη φιλανθρωπία, πώς να καλλιεργούν όσες κυρίες επιθυμούν να επιδοθούν στο έργο υπέρ των φτωχών, καθώς και στην περίθαλψη των ασθενών.
Έτσι, ιδρύει στην ουσία την πρώτη Αδελφότητα του Ελέους, της οποίας τα μέλη θα φέρουν τον τίτλο «Υπηρέτριες του Ελέους ή των Φτωχών». Όλες οι γυναίκες μπορούν να γίνουν μέλη. Ορίζει πώς και πότε πρέπει να γίνονται οι επισκέψεις. Τονίζει σ' αυτές πώς πρέπει να υπηρετούν τους ασθενείς: όπως οι μητέρες τα παιδιά τους. Σ' αυτούς θα βλέπουν τον ίδιο το Χριστό άρρωστο. Το έργο αυτό δεν θα αργήσει να επεκταθεί σ' όλη τη Γαλλία.
Μετά τη γυναικεία αδελφότητα θα ιδρύσει μια άλλη και για τους άνδρες, οι οποίοι θα ασχολούνται, μεταξύ των άλλων, και με το έργο των κάτεργων. Δεν ήταν δυνατό η τρυφερή καρδιά του Βικέντιου να ξεχάσει τους πιο δυστυχισμένους από τους ανθρώπους, τους καταδικασμένους στα κάτεργα, που, αλυσοδεμένοι, αναγκάζονταν να κωπηλατούν στα κρατικά πλοία και να υποκύπτουν συχνά στα τρομερά κτυπήματα των μαστιγίων των εποπτών. Δεν υπήρχε σκληρότερη ποινή απ1 αυτή. Ο θάνατος ήταν προτιμότερος. Πέρα από το μαρτύριο αυτό, οι συνθήκες διαβιώσεως μέσα στις φυλακές ήσαν φρικτές. Ο Βικέντιος, έχοντας έτοιμο σχέδιο και γΓ αυτούς, επισκέπτεται όλες τις φυλακές με τους συνεργάτες του, μοιράζοντας τους αγάπη κι ανθρωπιά. Ιδρύει νοσοκομεία και
κάνει ό,τι μπορεί για ν' ανακουφίσει τον πόνο τους. Είναι συγκινητικό το επεισόδιο, σε μια επίσκεψη του στα κάτεργα της Μασσαλίας, όπου ο Άγιος, αντιλαμβανόμενος την απελπισία ενός κατάδικου, που τον αποσπούσαν με τη βία από την αγκαλιά της συζύγου του και των παιδιών του, τρέχει και κάθεται στη θέση του κατάδικου, ζητεί να του περάσουν τις αλυσίδες, ενώ ο κατάδικος εξαφανίζεται έξαλλος από χαρά. Κι ο Βικέντιος επίσης γεμάτος χαρά κωπηλατεί, γιατί υποφέρει για το Χριστό στο όνομα των πασχόντων αδελφών του…
Για να εξασφαλίσει τη συνέχιση των περίφημων θρησκευτικών αποστολών σ' όλη τη Γαλλία, σχημάτισε κοινότητα με ιερείς που συνεργάζονταν μαζί του και έπαιρναν μέρος στις αποστολές αυτές. Η κοινότητα συναθροιζόταν στο κολλέγιο των «Καλών Παιδιών», όπου αποσύρθηκε και ο Βικέντιος, μετά το θάνατο του υποστηρικτού του κό-μητα Ντε Γκλοντί. Από εκεί πήγαιναν κάθε πρωί στα χωριά για τα κηρύγματα, την κατήχηση και τις εξομολογήσεις, ευαγγελίζοντας κι ανακουφίζοντας τους φτωχούς. Ο Βικέντιος μόρφωνε ο ίδιος τους ιερείς του. Τους ήθελε απλούς, ταπεινούς, ζηλωτές. Έτσι τους ήθελε κι ο κόσμος, σε μια εποχή όπου βασίλευε ο εγωισμός και η φιλαυτία σε βάρος των φτωχών. Από το κολλέγιο των «Καλών Παιδιών», η κοινότητα, την οποία αναγνώρισε ο Πάπας Ουρβανός 8ος, θα μεταφερθεί (1632) στην εγκα-ταλειμένη μονή του Αγίου Λαζάρου, γΓ αυτό κι έλαβαν την επωνυμία «Λαζαριστές». Ο «Άγιος Λάζαρος» από εδώ και στο εξής θα καταστεί το κέντρο του πνευματικού και φιλανθρωπικού έργου του Βικέντιου.
Εδώ, στον Άγιο Λάζαρο, ο Βικέντιος θα γνωρίσει μια χαρισματική κυρία (αποσταλμένη του Αγίου Φραγκίσκου Ντε Λασάλ), ονόματι Λεγκρά (Λουδοβίκη Μαριλλιάκ), η οποία θα γίνει το δεξί χέρι του Βικέντιου, για το ωραιότερο έργο του —την ίδρυση του τάγματος— των «Αδελφώντου Ελέους». Πράγματι, καχ οι δύο μαζί θα «κτίσουν» σιγά- σιγά το ωραιότερο έργο αγάπης που υπήρξε ποτέ για τους φτωχούς, του οποίου πατέρας θα είναι ο Βικέντιος και μητέρα η Λεγκρά.
Το έργο της αγάπης του Αγίου Βικέντιου άρχισε να λετουργεί πρώτα εκτός μοναστηριακού χώρου, στα σπίτια και τις γειτονιές, και μετά συγκροτήθηκε μέσα σε μοναστήρι, προκειμένου ο Άγιος να περιφρουρεί τις μοναχές και να τις καλλιεργεί ακόμη περισσότερο. «Να θυμάστε, τους έλεγε, ότι οι περισσότερες από σας είστε από χωριά, όπως κι εγώ, που άλλοτε έβοσκα χοίρους. Πρέπει λοιπόν να παραμείνετε απλές, εργατικές και αφοσιωμένες στην περίθαλψη των πονεμένων αδελφών μας».
Ένα άλλο λεπτό θέμα της αγαθοεργίας του Βικέντιου ήταν τα αθώα νήπια του Παρισιού, που κατά χιλιάδες κάθε χρόνο πετάγονταν στους δρόμους, από τις άσπλαχνες μητέρες και την πλημμελή φροντίδα του κράτους. Παρακάλεσε λοιπόν τις Κυρίες του Ελέους να τα υιοθετούν. Τα συγκέντρωναν σ' ένα ειδικό νοσοκομείο, υπό την επίβλεψη των Αδελφών, και, παρά τις δυσκολίες και τα οικονομικά προβλήματα, η μέριμνα για τα αθώα κι ανήμπορα πλασματάκια δεν έλειψε ποτέ.
Στα τόσα άλλα δεινά προστέθηκαν και τα δεινά των πολέμων με τις συμφορές τους, που κι αυτές έπρεπε να τις αντιμετωπίσει η καλωσύνη και η προθυμία των σκαπανέων της αγάπης. Λέγεται ότι το έργο του Βικέντιου διέθεσε για την αντιμετώπιση των δεινών των πολέμων της εποχής του περισσότερα από 12 εκατομμύρια λίρες.
Στο μεταξύ, το τάγμα του Βικέντιου πολλαπλασιαζόταν και επεκτεινόταν σ' ολόκληρη την Ευρώπη. Τόση ήταν η φήμη του, ώστε ο βασιλιάς Λουδοβίκος 13ος τον προσέλαβε σύμβουλο του και του ανέθεσε τα εκκλησιαστικά ζητήματα, παρά το γεγονός ότι ο Άγιος απεχθανόταν τέτοιες θέσεις και τιμές.
Ένα άλλο έργο του Βικέντιου, προς το τέλος της ζωής του, ήταν οι ζητιάνοι, οι οποίοι κατά χιλιάδες περιφέρονταν στους δρόμους και ήσαν επικίνδυνοι για την ασφάλεια, τα ήθη και τη δημόσια υγεία (μόνο στο Παρίσι τους υπολόγιζαν 40.000). Στην αρχή ο Βικέντιος δίστασε. Τελικά όμως, βρέθηκαν τα τεράστια κεφάλαια που χρειάζονταν. Για πέντε χρόνια, πάνω από 60.000 ζητιάνοι φιλοξενήθηκαν σ' αυτά τα κτίρια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Βικέντιος τα αφιέρωσε στην τακτοποίηση των μοναχικών κοινοτήτων του, με τους κανονισμούς και τις συμβουλές του, αλλά και στην εξάπλωση των δύο μοναχικών ταγμάτων σ' όλον τον κόσμο.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1660, ο μέγας ευεργέτης της ανθρωπότητας και καλός δούλος της Εκκλησίας, παρέδιδε την ωραία του ψυχή στο Θεό, σε ηλικία 81 ετών. Στις 16 Ιουνίου 1737 ο Πάπας Κλήμης 12ος τον ανακήρυττε Άγιο και ο Πάπας Λέων 13ος Προστάτη των φιλανθρωπικών έργων.
Είναι αλήθεια, ότι ο Άγιος Βικέντιος είχε στο τεράστιο φιλανθρωπικό του έργο, και καλούς συνεργάτες και γενναιόδωρους ευεργέτες. Διερωτάται όμως κανείς, πού εύρισκε το θάρρος και τη φυσική αντοχή να αντιμετωπίζει τόσες και τέτοιες ανάγκες, όταν διαχειριζόταν κολοσσιαία κεφάλαια που, όπως έλεγαν τότε, ξεπερνούσαν κι αυτόν τον προϋπολογισμό του γαλλικού κράτους; Η απάντηση στο εύλογο αυτό ερώτημα είναι απλή: Ο προϋπολογισμός της Θείας Πρόνοιας έχει τα δικά του νούμερα, που δεν λαθεύουν ποτέ…
Να μερικά στατιστικά στοιχεία του έργου του Αγίου Βικέντιου στα 250 χρόνια ανακηρύξεως του ως Αγίου (1737-1987).
Πηγή: Τ’ αδέλφια μας οι άγιοι