
1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΑΣ ΘΗΡΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ ΙΗΣΟΥ
Να μια άλλη Αγία, που το όνομα της ηχεί μαγευτικά στα ευρύτατα στρώματα των ευσεβών χριστιανών, και πέρα ακόμα από τα σύνορα του Καθολικού κόσμου.
Κι αυτό, γιατί η «μικρή» Αγία Θηρεσία, στη σύντομη ζωή της, κρυμμένη μέσα στα τείχη του αυστηρού Καρμήλου, μπόρεσε να δώσει στον κόσμο αληθινή μαρτυρία, για την αξία των μικρών πραγμάτων της καθημερινής ζωής, και να επιβεβαιώσει ακόμη μια φορά, πως η αγιότητα δεν είναι αναγκαστικά συνυφασμένη με τα μεγάλα έργα, αλλά κρύβεται, κυρίως, μέσα στα μικρά πράγματα της καθημερινής ζωής και του καθήκοντος, όποιο και να είναι αυτό, πράγμα που δυστυχώς οι άνθρωποι ξεχνούν ή, χειρότερα, πολύ εύκολα περιφρονούν…
Ναι, είναι ωραία η ζωή της Θηρεσίας, γιατί ταυτίζεται με την απλότητα της ζωής («αν δεν μεταστραφείτε και γίνετε σαν τα παιδιά…»). Απλότητα που γνωρίζει να εγκαταλείπεται με απόλυτη εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού, από τον οποίο και μόνο αντλεί τη δύναμη για να είναι γενναιόψυχη και να μπορεί να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τις όποιες δοκιμασίες με καρτερία, ακόμη και ηρωισμό.
Αυτό είναι το μυστικό της αγιότητας της Θηρεσίας, που στο σύντομο βίο της των 24 χρόνων εφάρμοσε πάντα πιστά, αληθινά, ειλικρινά.
Γεννήθηκε το 1873 από ευσεβέστατη χριστιανική οικογένεια της Γαλλίας (στην Αλανσόν της Νορμανδίας) και ήταν το τελευταίο από τα οκτώ παιδιά της, από την οποία τρία αγόρια πέθαναν και έμειναν πέντε κορίτσια. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα πέντε κορίτσια αφιερώθηκαν στο Θεό.
Ορφάνεψε από μητέρα όταν ήταν 4 χρόνων και ο ήδη ηλικιωμένος πατέρας της έριξε επάνω της όλη την πατρική του στοργή, για να μετριάσει κάπως την απουσία της μητέρας.
Μπήκε στο Κάρμηλο, με ιδιαίτερη άδεια της Αγίας Έδρας, την οποία ζήτησε από τον Πάπα η ίδια η Θηρεσία με τον πατέρα της, όταν ήταν μόλις 15 ετών. Η απάντηση του γηραιού και σοφού Πάπα Αέοντος 13ου ήταν: «Αν ο Θεός το θέλει, θα μπεις.»
Κι έμπαινε η παιδούλα, μόλις έφηβη, στο πιο αυστηρό τάγμα της Εκκλησίας με σκοπό, όπως λέγει η ίδια: «να σώσει ψυχές και προπαντός να προσφέρει βοήθεια στους ιερείς με τις προσευχές και τις θυσίες της».
Ποια ήταν η ζωή της μικρής Θηρεσίας μέσα στο μοναστήρι του Λιζιέ; Μπορεί κανείς να το μάθει από ένα αποκαλυπτικό βιβλίο, γραμμένο από την ίδια, που φέρει τον τίτλο: «Ιστορία μιας ψυχής».*
Είναι η ιστορία μιας νέας, που εποικοδομεί και εντυπωσιάζει, γιατί ανέβηκε στα υψηλότερα σκαλοπάτια της χριστιανικής τελειότητας, μέσω μικρών θυσιών, αλλά συγχρόνως και πολύ μεγάλων, γιατί εξαιρετικά μεγάλη ήταν η αγάπη, η γενναιοδωρία και η μετριοφροσύνη που τις ενέπνεε.
«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να ρίχνω στον Ιησού τα ρόδα των μικρών μου θυσιών», γράφει στην αυτοβιογραφία της. Και κάπου αλλού: «Θέλω να διδάξω στις ψυχές απλούς τρόπους που πέτυχαν σε μένα». Ποιοι ήταν αυτοί οι τρόποι; Να δέχεται τις προσβολές χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Να υπομένει τις ταπεινώσεις χωρίς να διαμαρτύρεται. Να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια της (από τις ζαλάδες) και να μην αποχωρεί από την κοινή προσευχή. «Θεέ μου, σου προσφέρω αυτές τις μικρές θυσίες για τους ιεραποστόλους, που τόσο κοπιάζουν στα πέρατα της γης…»
Από παρόμοιες θυσίες —μικρές θυσίες— οι οποίες όμως παίρνουν άλλη αξία όταν γίνονται με πνεύμα Θεού, είναι γεμάτη η ζωή της Θηρεσίας. Αυτό το πνεύμα δύσκολα μπορούν να το καταλάβουν, ακόμη κι αυτές οι συντρόφισσες της στο Κάρμηλο του Λιζιέ. Εκείνη, όμως, δέχεται αγόγγυστα και καρτερικά τις αδικίες, ακόμη και τους κατατρεγμούς. Χτυπημένη από τη φοβερή αρρώστια (φυματίωση) υπομένει με χαρά τους πόνους και τις αδυναμίες της. Εξαντλημένη από την αρρώστια, δεν αρνιέται καμιά εργασία. Δέχεται όλες τις θυσίες και τις προσφέρει καρτερικά και γαλήνια «για τους αμαρτωλούς και για τις ανάγκες της Εκκλησίας» ή, σύμφωνα με το γνωστό της σύνθημα, «για να ραίνω με ρόδα όλους, καλούς και κακούς ».
Η πιστότητα στο καθήκον και η εγκαρτέρηση στις θυσίες πήγαζαν από τη δυνατή αγάπη στον Ιησού. Ίσως λίγοι Άγιοι αγάπησαν τόσο έντονα το Χριστό, όσο η «μικρή» Θηρεσία. Οι διάλογοι αγάπης με «το Θείο Νυμφίο», όπως διατυπώνονται στη βιογραφία της, ξεπερνούν κι αυτούς τους μεγάλους μυστικιστές του χριστιανισμού.
Απέθανε χαμογελώντας, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, στις 30 Σεπτεμβρίου 1897, ψιθυρίζοντας: «Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω, δεν μπορώ να πεθάνω, θέλω ακόμη να υποφέρω.»
Δεν είχαν περάσει παρά μόνο 26 χρόνια από το θάνατο της και ανακηρύχτηκε Μακαριά (1923) και μετά από 4 χρόνια (17-5-1927) Αγία. Μετά από δύο χρόνια ονομάστηκε με τον Άγιο Φραγκίσκο Ξαβέριο Προστάτρια των Ιεραποστόλων.
Εν τω μεταξύ, πάνω στη γη έπεφταν βροχή τα ρόδα των χαρίτων της. Τα ρόδα των μικρών θυσιών, που η χαρισματική παιδούλα του Λιζιέ είχε δεχτεί με τόση προθυμία, χαράσσοντας ένα καινούργιο δρόμο προς την αγιότητα, προσιτό σ’ όλους. «Πολυαγαπημένε μου Ιησού, σε θερμοπαρακαλώ, στρέψε το βλέμμα σου σ’ ένα μεγάλον αριθμό μικρών ψυχών. Σε ικετεύω, διάλεξε μια λεγεώνα από μικρές ψυχές, άξιες της αγάπης σου.»
* Για τους χριστιανούς που επιθυμούν να εμβαθύνουν την πνευματικότητα τους,, συνιστούμε θερμά το βιβλίο: «Ιστορία μιας ψυχής».
Μετάφραση-απόδοση: Σωτ. Κροντήδη, Εκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου» 1986.


