Η άρση των αναθεμάτων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως πριν από 55 χρόνια

4

Η άρση των αναθεμάτων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως πριν από 55 χρόνια

Είμαστε στην παραμονή της ολοκλήρωσης της Β’ Οικουμενικής Συνόδου του Βατικανού. Και ενώ η ιστορική σελίδα των συνοδικών συναθροίσεων κλείνει, ανοίγουν άλλες πολύ σημαντικές και καθοριστικές σελίδες, περίπου 900 χρόνια μετά το σχίσμα του 1054, που θέτουν τέλος στα αμοιβαία αναθέματα μεταξύ των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν στις 7 Δεκεμβρίου 1965 όταν, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πανηγυρικής συνάθροισης της Συνόδου και ταυτόχρονα στον Πατριαρχικό Ναό στο Φανάρι, αναγνώστηκε η Κοινή Δήλωση του Πάπα Παύλου Στ’ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα Α’.
Ο Παύλος Στ’ παραδίδει στον Μητροπολίτη Μελίτωνα, εκπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, τη Βούλα της ακύρωσης των αναθεμάτων και ασπάζεται τον Μητροπολίτη, ενώ συνοδεύεται από μια ομοβροντία χειροκροτημάτων των δύο χιλιάδων Συνοδικών Πατέρων. Δεν είναι η επίτευξη της πλήρους κοινωνίας, αλλά ένα σημαντικό βήμα προς αυτό τον στόχο, που ανοίγει τον δρόμο για άλλες σημαντικές συναντήσεις.
Πρόκειται για ένα βήμα το οποίο είχε προετοιμαστεί από άλλες σημαντικές στιγμές. Όπως, ασφαλώς, από εκείνον τον εναγκαλισμό, το έτος 1964, στο Όρος των Ελαιών στα Ιεροσόλυμα, μεταξύ του Αγίου Πάπα Παύλου Στ’ και του Πατριάρχη Αθηναγόρα, κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος του Πάπα στους Αγίους Τόπους. Και συντελείται την παραμονή της ολοκλήρωσης της Β’ Συνόδου του Βατικανού, η οποία έδωσε μια ισχυρή ώθηση στον οικουμενισμό, ιδιαιτέρως με το Συνοδικό Διάταγμα “Unitatis redintegratio” (“Η αποκατάσταση της ενότητας”), στο οποίο αναφέρεται ότι «η προώθηση της αποκαταστάσεως της ενότητας μεταξύ όλων των Χριστιανών είναι μία από τις κύριες προθέσεις της Αγίας Β’ Οικουμενικής Συνόδου του Βατικανού».

Ιστορική ημέρα στη Ρώμη

Όπως αναφέρθηκε, στις 7 Δεκεμβρίου 1965 έγινε η αμοιβαία άρση των αναθεμάτων των δύο Εκκλησιών κατά το πέρας των εργασιών της Β’ Συνόδου του Βατικανού. Ο Καρδινάλιος Ιωάννης Βίλεμπαντς ανέγνωσε στα γαλλικά το κείμενο της Κοινής Δήλωσης Πάπα και Πατριάρχη για την άρση των αναθεμάτων. Ακολούθησε πανηγυρική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Πάπα Παύλου Στ’ και στο τέλος ο Καρδινάλιος Αυγουστίνος Μπέα ανέγνωσε την συνταγμένη στα λατινικά παπική πράξη της άρσεως. Ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Μελίτων έλαβε από τον Πάπα την ποντιφική Βούλα, ανταλλάσσοντας ασπασμό. Ο Πάπας έκανε την απόλυση στα ελληνικά με την ευχή: «Ο ευλογών τους ευλογούντας σε, Κύριε, […] ». Τον Ιούλιο του 1967 ο Πάπας Παύλος Στ’ μετέβη στο Φανάρι πραγματοποιώντας επίσημη επίσκεψη και ο Αθηναγόρας ανταπέδωσε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς μεταβαίνοντας στην Αγία Έδρα.

Ο διάλογος προς την πλήρη κοινωνία

Στην Κοινή Δήλωση της άρσης των αναθεμάτων υπάρχει ένα απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στο ναό και εκεί θυμηθείς πως ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί, μπροστά στο θυσιαστήριο του ναού, το δώρο σου και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου, και ύστερα έλα να προσφέρεις το δώρο σου».
Στη συνέχεια, ο Παύλος Στ’ και ο Αθηναγόρας Α’ υπογραμμίζουν στην Κοινή Δήλωση του 1965 ότι: «Αποδοκιμάζουν τους προσβλητικούς λόγους, τις αβάσιμες κατηγορίες και τις αξιοκατάκριτες πράξεις, που εκατέρωθεν χαρακτήρισαν ή συνόδευσαν τα θλιβερά γεγονότα της εποχής εκείνης. Αποδοκιμάζουν επίσης και αίρουν από τη μνήμη και από το μέσο της Εκκλησίας τα επακολουθήσαντα αναθέματα, η ανάμνηση των οποίων επενεργεί μέχρι σήμερα ως κώλυμα στην εν αγάπη προσέγγιση, και τα παραδίδουν στη λήθη. Εκφράζουν, τέλος, τη θλίψη τους για τα λυπηρά προηγούμενα και τα μεταγενέστερα, τα οποία, υπό την επίδραση διαφόρων παραγόντων, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία έλλειψη κατανοήσεως και εμπιστοσύνης, οδήγησαν τελικά στην πλήρη διάσπαση της Εκκλησιαστικής Κοινωνίας».
Ο Πάπας και ο Πατριάρχης, επίσης, «αντιλαμβάνονται από κοινού ότι αυτή η πράξη δικαιοσύνης και αμοιβαίας συγγνώμης, δεν δύναται να είναι αρκετή για τον τερματισμό των διαφορών, παλαιών και νεωτέρων, που υφίστανται μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι οποίες με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, θα υπερπηδηθούν δια της καθάρσεως των καρδιών, της αποδοκιμασίας των ιστορικών σφαλμάτων, όπως και δια της αποτελεσματικής θελήσεως να καταλήξουν στην κοινή κατανόηση και διατύπωση της αποστολικής πίστεως και των αιτημάτων αυτής».
Στο κέντρο της Κοινής Δήλωσης βρίσκεται η συγχώρηση και υπογραμμίζεται η ελπίδα ότι «αυτή η πράξη θα είναι ευάρεστη στον Θεό, ο οποίος είναι έτοιμος να μας συγχωρήσει όταν συγχωρούμε ο ένας τον άλλο και θα εκτιμηθεί από ολόκληρο τον Χριστιανικό κόσμο, αλλά ιδιαιτέρως από το σύνολο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως έκφραση αμοιβαίας ειλικρινούς θελήσεως προς καταλογή και ως πρόσκληση προς επιδίωξη, σε πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, εκτιμήσεως και αγάπης, του διαλόγου, ο οποίος θα οδηγήσει αυτές, με τη θέληση του Θεού, να επαναβιώσουν, κυρίως προς ωφέλεια των ψυχών και προς έλευση της Βασιλείας του Θεού, την πλήρη κοινωνία της πίστεως, της αδελφικής ομόνοιας και της ιερομυστηριακής ζωής, η οποία υφίστατο μεταξύ αυτών κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετηρίδας της ζωής της Εκκλησίας».

Η έκτοτε πορεία

Μια τόσο σημαντική και από κοινού πορεία μεταξύ Παύλου Στ’ και Αθηναγόρα Α’, την οποία στην 50ή επέτειο της συνάντησής τους, θέλησαν να ενθυμηθούν το 2014 στους Αγίους Τόπους, ο Πάπας Φραγκίσκος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, που υπέγραψαν Κοινή Δήλωση στην οποία ανέφεραν: «Η αδελφική μας συνάντηση σήμερα είναι ένα νέο και αναγκαίο βήμα στην πορεία προς την ενότητα, προς την οποία μόνο το Άγιο Πνεύμα δύναται να μας οδηγήσει, εκείνη την κοινωνία εν νομίμω ποικιλία». Εκεί υπενθυμίζονται τα σημαντικά βήματα που επακολούθησαν έκτοτε με ανταλλαγές επισκέψεων στις αντίστοιχες έδρες τους στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη, η συχνή αλληλογραφία και, εν συνεχεία, η απόφαση του Αγίου Πάπα Ιωάννη-Παύλου Β και του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου Α’, να θέσουν την έναρξη ενός θεολογικού διαλόγου αληθείας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, υπογραμμίζοντας το σημαντικό έργο που διεξήγαγε η Διεθνής Μικτή Επιτροπή επί του θεολογικού διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών.

Πρόκειται μια από κοινού μαρτυρία της αγάπης του Θεού προς όλους, «συνεργαζόμενοι στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, ιδιαιτέρως για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας του ανθρωπίνου προσώπου σε όλα τα στάδια της ζωής, και της αγιότητας της οικογένειας που είναι θεμελιωμένη επί του γάμου, της προωθήσεως της ειρήνης και του κοινού καλού, και δια της ανταποκρίσεως στην οδύνη, η οποία εξακολουθεί να πλήττει τον κόσμο μας». Στο ίδιο κείμενο υπογραμμίζεται η κοινή δέσμευση «να καλλιεργήσουμε τη συνείδηση της φροντίδας για τη Δημιουργία και τη μέριμνα για την προστασία της».
————————-
Πηγή: Vatican News
Μετάφραση: π.Λ

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου