Γενική Ακρόαση του Πάπα Λέοντα, 4 Φεβρουαρίου 2026

ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ

Αίθουσα Παύλος Στ’
Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2026

 

Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού μέσα από τα Έγγραφά της. II. Η Δογματική Διάταξη Dei Verbum. 4. Η Αγία Γραφή: ο λόγος του Θεού σε ανθρώπινα λόγια

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!
Η Δογματική Διάταξη Dei Verbum, στην οποία εμβαθύνουμε τις τελευταίες εβδομάδες, υποδεικνύει την Αγία Γραφή, όπως διαβάζεται στη ζωντανή Παράδοση της Εκκλησίας, ως έναν προνομιακό χώρο συνάντησης στον οποίο ο Θεός συνεχίζει να μιλάει στους άνδρες και τις γυναίκες όλων των εποχών, ώστε, ακούγοντάς Τον, να Τον γνωρίσουν και να Τον αγαπήσουν. Τα βιβλικά κείμενα, ωστόσο, δεν γράφτηκαν σε μια ουράνια ή υπεράνθρωπη γλώσσα. Όπως μας διδάσκει η καθημερινή πραγματικότητα, δύο άνθρωποι που μιλούν διαφορετικές γλώσσες δεν μπορούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, δεν μπορούν να εισέλθουν σε διάλογο, δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια σχέση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το να γίνει κανείς κατανοητός από τον άλλον είναι μια πρώτη πράξη αγάπης. Για αυτόν τον λόγο, ο Θεός επιλέγει να μιλάει χρησιμοποιώντας ανθρώπινες γλώσσες, και έτσι διάφοροι συγγραφείς, εμπνευσμένοι από το Άγιο Πνεύμα, έγραψαν τα κείμενα της Αγίας Γραφής. Όπως υπενθυμίζει το συνοδικό έγγραφο, «τα λόγια του Θεού, εκφρασμένα σε ανθρώπινη γλώσσα, έγιναν σαν ανθρώπινη ομιλία, όπως ακριβώς ο Λόγος του αιώνιου Πατέρα, έχοντας αναλάβει τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, έγινε όμοιος του ανθρώπου» (DV, 13). Επομένως, όχι μόνο στο περιεχόμενό της, αλλά και στη γλώσσα της, η Γραφή αποκαλύπτει την ελεήμονα συγκατάβαση του Θεού προς τους ανθρώπους και την επιθυμία Του να τους πλησιάσει.
Σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας, έχει μελετηθεί η σχέση μεταξύ του θείου Συγγραφέα και των ανθρώπινων συγγραφέων των ιερών κειμένων. Για αρκετούς αιώνες, πολλοί θεολόγοι ασχολήθηκαν με την υπεράσπιση της θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής, θεωρώντας σχεδόν τους ανθρώπινους συγγραφείς απλώς ως παθητικά όργανα του Αγίου Πνεύματος. Σε πιο πρόσφατες εποχές, η σκέψη επανεκτίμησε τη συμβολή των ιερογράφων στη σύνταξη των ιερών κειμένων, σε σημείο που το συνοδικό έγγραφο μιλάει για τον Θεό ως τον κύριο «συγγραφέα» της Αγίας Γραφής, αλλά αποκαλεί επίσης τους ιερογράφους «αληθινούς συγγραφείς» των ιερών βιβλίων (βλ. DV, 11). Όπως παρατήρησε ένας διορατικός ερμηνευτής του περασμένου αιώνα, «η υποβάθμιση της ανθρώπινης συμβολής σε αυτή ενός απλού αντιγραφέα δεν σημαίνει ότι δοξάζουμε τη θεία συμβολή». [1] Ο Θεός δεν ταπεινώνει ποτέ τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του!
Αν λοιπόν η Αγία Γραφή είναι ο λόγος του Θεού που εκφράζεται σε ανθρώπινα λόγια, κάθε προσέγγιση σε αυτήν που παραμελεί ή αρνείται οποιαδήποτε από αυτές τις δύο διαστάσεις είναι ατελής. Συνεπώς, μια σωστή ερμηνεία των ιερών κειμένων δεν μπορεί να αγνοήσει το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκαν και τις λογοτεχνικές μορφές που χρησιμοποιήθηκαν. Μάλιστα, η εγκατάλειψη της μελέτης των ανθρώπινων λόγων που χρησιμοποίησε ο Θεός κινδυνεύει να οδηγήσει σε φονταμενταλιστικές ή πνευματιστικές αναγνώσεις της Αγίας Γραφής που προδίδουν το νόημά της. Αυτή η αρχή ισχύει και για τη διακήρυξη του λόγου του Θεού: αν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, με τις ελπίδες και τα βάσανα της ανθρωπότητας, αν χρησιμοποιήσει ακατανόητη, μη επικοινωνιακή ή αναχρονιστική γλώσσα, είναι αναποτελεσματική. Σε κάθε εποχή, η Εκκλησία καλείται να επαναπροτείνει τον λόγο του Θεού σε μια γλώσσα ικανή να ενσαρκωθεί στην ιστορία και να φτάσει στις καρδιές. Όπως υπενθύμιζε ο Πάπας Φραγκίσκος, «κάθε φορά που επιδιώκουμε να επιστρέψουμε στην πηγή και να ανακτήσουμε την αρχική φρεσκάδα του Ευαγγελίου, αναδύονται νέοι δρόμοι, δημιουργικές μέθοδοι, άλλες μορφές έκφρασης, πιο εύγλωττα σημεία, λέξεις φορτισμένες με ανανεωμένο νόημα για τον σημερινό κόσμο». [2]
Εξίσου μειωτική, από την άλλη πλευρά, είναι μια ανάγνωση της Αγίας Γραφής που παραμελεί τη θεϊκή της προέλευση και καταλήγει να την κατανοεί ως μια απλή ανθρώπινη διδασκαλία, ως κάτι που πρέπει να μελετηθεί απλώς από τεχνική άποψη ή ως «ένα κείμενο αποκλειστικά του παρελθόντος». [3] Αντίθετα, ειδικά όταν διακηρύσσεται στο πλαίσιο της θείας λατρείας, η Αγία Γραφή σκοπεύει να μιλήσει στους πιστούς του σήμερα, να αγγίξει την παρούσα ζωή τους με τα προβλήματά της, να φωτίσει τα βήματα που πρέπει να γίνουν και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν. Αυτό καθίσταται δυνατό μόνο όταν ο πιστός διαβάζει και ερμηνεύει τα ιερά κείμενα υπό την καθοδήγηση του ίδιου Πνεύματος που τα ενέπνευσε (βλ. DV, 12).
Υπό αυτή την έννοια, η Αγία Γραφή χρησιμεύει για να θρέψει τη ζωή και την αγάπη των πιστών, όπως υπενθυμίζει ο Ιερός Αυγουστίνος: «Όποιος πιστεύει ότι έχει κατανοήσει τις θείες Γραφές […], αν μέσω αυτής της κατανόησης δεν είναι σε θέση να ανυψώσει το οικοδόμημα αυτής της διπλής αγάπης, του Θεού και του πλησίον, δεν τις έχει ακόμη κατανοήσει». [4] Η θεϊκή προέλευση της Αγίας Γραφής υπενθυμίζει επίσης ότι το Ευαγγέλιο, εμπιστευμένο στη μαρτυρία των βαπτισμένων, ενώ αγκαλιάζει όλες τις διαστάσεις της ζωής και της πραγματικότητας, τις υπερβαίνει: δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα απλό φιλανθρωπικό ή κοινωνικό μήνυμα, αλλά είναι η χαρμόσυνη αναγγελία της πλήρους και αιώνιας ζωής, που ο Θεός μάς δώρισε εν Ιησού.
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο επειδή, μέσα στην αγαθότητά Του, δεν αφήνει ποτέ τη ζωή μας να στερηθεί την απαραίτητη τροφή του λόγου Του, και ας προσευχηθούμε ώστε τα λόγια μας, και ακόμη περισσότερο η ζωή μας, να μην επισκιάσουν την αγάπη του Θεού, την οποία η Αγία Γραφή διηγείται.

 

[1] L. Alonso Schökel, La parola ispirata. La Bibbia alla luce della scienza del linguaggio, Brescia 1987, 70.
[2] Φραγκίσκος, Αποστολική Παραίνεση Evangelii gaudium (24 Νοεμβρίου 2013), 11.
[3] Βενέδικτος ΙΣΤ’, Μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση Verbum Domini (30 Σεπτεμβρίου 2010), 35.

[4] Ι. Αυγουστίνος, De doctrina christiana I, 36, 40.

 

Μετάφραση: π.Λ

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη