ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Πλατεία Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2026
Τα κείμενα της Β’ Συνόδου του Βατικανού. IV. Η Ποιμαντική Διάταξη Gaudium et spes. 5. Η αποστολή της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο (GS, 40-45)
Αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήλθατε!
Συνεχίζοντας τον στοχασμό μας πάνω στη συνοδική Διάταξη Gaudium et spes («Η χαρά και η ελπίδα»), σήμερα θα αναφερθούμε στο τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους της, το οποίο είναι αφιερωμένο στην αποστολή της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.
Πρώτα απ’ όλα, η Σύνοδος μας υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν βρίσκεται «πάνω» από τον κόσμο ούτε «δίπλα» του, αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, ριζωμένη μέσα σε αυτόν. «Mundus reconciliatus Ecclesia», έγραφε ο ιερός Αυγουστίνος (Sermo 96), δηλαδή: «Η Εκκλησία είναι ο κόσμος που έχει ήδη συμφιλιωθεί με τον Θεό». Είμαστε προσκυνητές που πορευόμαστε πάνω στη γη και μοιραζόμαστε με τον κόσμο αυτόν τόσο την ευθραυστότητα όσο και την ομορφιά του (βλ. GS, 41).
Όπως ο Υιός του Θεού ενανθρωπίστηκε για να δώσει ζωή στον κόσμο και να τον συμφιλιώσει με τον Πατέρα, έτσι και η Εκκλησία ζει μέσα στον κόσμο ως σημείο της Ενανθρώπησης του Θεού, για να φανερώσει το σχέδιό Του να μας καταστήσει όλους παιδιά Του, ενωμένα σε μία μεγάλη ανθρώπινη οικογένεια. Γι’ αυτό, η Εκκλησία πορεύεται μέσα στην ιστορία, ανάμεσα στους λαούς και τους πολιτισμούς. Και «αυτή η στενή σύνδεση της ζωής της με τη ζωή των λαών την οδηγεί να κατανοεί ολοένα και βαθύτερα ότι η αποστολή της έχει ιστορική διάσταση και συνεπάγεται ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κοινωνικές σχέσεις» (Εγκύκλιος Επιστολή Magnifica humanitas, 19).
Η πρωταρχική αποστολή της Εκκλησίας είναι να βοηθά τους ανθρώπους να στρέφουν την προσοχή τους στα βαθύτερα ερωτήματα της ζωής: στα ερωτήματα σχετικά με την προέλευση και τον τελικό προορισμό μας, καθώς και με το νόημα της αγάπης και του πόνου (βλ. GS, 41). Η επιδίωξη του κέρδους με κάθε τίμημα και η χειραγώγηση της πληροφόρησης ενέχουν τον κίνδυνο να ασκούν αθέμιτη πίεση στους ανθρώπους, ώστε να υιοθετούν έναν τρόπο ζωής που επικεντρώνεται στην κατανάλωση υλικών αγαθών. Ωστόσο, η καρδιά μας έχει πλαστεί για να στρέφει το βλέμμα της ψηλά.
Οι Πατέρες της Συνόδου υπενθυμίζουν ότι η αποστολή της Εκκλησίας πραγματοποιείται και μέσα από τη συμβολή της στην οικοδόμηση της επίγειας κοινωνίας. Ωστόσο, οι μέθοδοι και ο σκοπός της δεν έχουν πρωτίστως πολιτικό χαρακτήρα, αλλά συνίστανται στη μαρτυρία της πίστης και της αγάπης, σε συνδυασμό με την έμπρακτη δέσμευση υπέρ της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της αδελφοσύνης.
Ο πιστός, που λατρεύει τον Χριστό, τον Δίκαιο ο οποίος πέθανε για χάρη των αδίκων, δεν μπορεί να αποδέχεται την καταπίεση των αδύναμων και των φτωχών, ούτε τις άδικες εκείνες κοινωνικές δομές που διαιωνίζουν καταστάσεις εξάρτησης και αδικίας.
Η Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας καθοδηγεί τη δράση των χριστιανών, οι οποίοι συνεργάζονται με όλους τους ανθρώπους καλής θέλησης για την προαγωγή του κοινού καλού. Επομένως, για την Εκκλησία «τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό από το να υπηρετεί το καλό όλων και να μπορεί να αναπτύσσεται ελεύθερα κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς που σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και της οικογένειας και αναγνωρίζει τις απαιτήσεις του κοινού καλού» (GS, 42).
Για να επιτελεί αποτελεσματικά την ευαγγελική της αποστολή, είναι απαραίτητο κάθε βαπτισμένος να δεσμεύεται να συνεργάζεται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε η πίστη του να είναι ζωντανή και να εκφράζεται με έναν τρόπο ζωής συνεπή προς όσα πιστεύει. Πράγματι, όπως υπενθυμίζουν οι Πατέρες της Συνόδου, η διάσταση ανάμεσα στην πίστη που ομολογούμε και στην καθημερινή μας ζωή «πρέπει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σοβαρότερα σφάλματα της εποχής μας» (GS, 43).
Η Gaudium et spes κάνει ιδιαίτερη αναφορά (βλ. ό.π.) στην αποστολή των λαϊκών πιστών, οι οποίοι, δυνάμει του Βαπτίσματός τους, καλούνται να διαποτίζουν τον κόσμο με το χριστιανικό πνεύμα και το όραμα του Ευαγγελίου. Οι κυριότεροι χώροι όπου ασκείται αυτή η αποστολή, η οποία μπορεί δικαίως να χαρακτηριστεί ιερατική, είναι αναμφίβολα η οικογένεια και ο χώρος της εργασίας. Ωστόσο, η αποστολή αυτή επεκτείνεται σε κάθε τομέα της ζωής.
Τέλος, η Εκκλησία παρακολουθεί πάντοτε με προσοχή όσα συμβαίνουν και εξελίσσονται μέσα στην κοινωνία (βλ. GS, 44). Είναι καθήκον ολόκληρου του Λαού του Θεού, και ιδιαίτερα των ποιμένων και των θεολόγων, να διακρίνουν όσα αξίζουν να ληφθούν υπόψη στους πολιτισμούς της εποχής μας, έχοντας πάντοτε ως ύψιστο κριτήριο διάκρισης τον Λόγο του Θεού και την Παράδοση της Εκκλησίας.
Αυτό απαιτεί πνεύμα ισορροπημένο, απαλλαγμένο από την επιρροή των εκάστοτε πολιτισμικών συρμών, ικανό να αντικρίζει τον κόσμο με θετική διάθεση και, συγχρόνως, να παραμένει σταθερό στη διαφύλαξη και στην παρουσίαση του ευαγγελικού μηνύματος σε όλη του την πληρότητα. Πράγματι, «δεν μπορούμε ασφαλώς να καταστήσουμε τον χριστιανισμό ελκυστικό, αποδυναμώνοντας το περιεχόμενό του και μετριάζοντας τις απαιτήσεις του» (Λόγος προς την Ολομέλεια της Ποντιφικής Συνόδου για τον Ευαγγελισμό – Τμήμα για τα θεμελιώδη ζητήματα του ευαγγελισμού του κόσμου, 28 Μαΐου 2026).
Αγαπητοί μου, η Εκκλησία, καθώς πορεύεται μέσα στην ιστορία, «έχει έναν και μοναδικό σκοπό: να έλθει η Βασιλεία του Θεού και να πραγματοποιηθεί η σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας» (GS, 45). Προς αυτόν τον σκοπό κατευθύνεται κυρίως μέσα από την προσωπική αγιότητα και την αδελφική αγάπη.
Ο άγιος Πάπας Παύλος ΣΤ΄ έγραφε: «Χωρίς αυτό το γνώρισμα της αγιότητας, ο λόγος μας δύσκολα θα βρει τον δρόμο προς την καρδιά του ανθρώπου της εποχής μας, αλλά κινδυνεύει να αποδειχθεί μάταιος και άκαρπος» (Αποστολική Παραίνεση Evangelii nuntiandi, 76).
Ας αφεθούμε, λοιπόν, με πνεύμα υπακοής και δεκτικότητας στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, ώστε να μας βοηθά να ζούμε με αγιότητα και αγάπη, για να μπορέσει ο κόσμος να πιστέψει και να ελπίσει.
——————-
Μετάφραση: π.Λ


