Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΝ
Αυτή την περίοδο που βρίσκομαι στην Κέρκυρα, τελώ κάθε πρωί τη Θεία Λειτουργία στο παρεκκλήσι των Φραγκισκανών μοναχών. Παρούσες είναι οι τέσσερις μοναχές κι εγώ. Μια μέρα, όμως, εμφανίστηκε ένα νεαρό ζευγάρι και μας είπε ότι, κατά τη διάρκεια των διακοπών του, επιθυμούσε να παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία κάθε πρωί. Όπως και έγινε. Το ξενοδοχείο τους βρισκόταν στην άλλη άκρη του νησιού! Με εντυπωσίασε, όμως, η ευλάβεια αυτών των νέων. Νέοι όπως εκατομμύρια άλλοι.
Αυτό το μικρό γεγονός —γνωρίζω πως δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση— αποτέλεσε για μένα μια μεγάλη χαρά και ένα σημάδι ελπίδας. Με έκανε να σκεφτώ ότι, ακόμη και στη σημερινή εποχή, κατά την οποία η Εκκλησία μας βιώνει μια μεγάλη κρίση, υπάρχουν άνθρωποι, και μάλιστα νέοι, που αναζητούν τον Θεό και επιθυμούν να Τον συναντήσουν μέσα στην προσευχή και στη Θεία Ευχαριστία.
Πράγματι σήμερα ο χριστιανισμός, και ιδιαίτερα ο δυτικός — καθώς η κατάσταση είναι διαφορετική σε πολλές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής — περνά μια βαθιά κρίση. Οι εκκλησίες σχεδόν αδειάζουν, οι κλήσεις προς την ιεροσύνη και την αφιερωμένη ζωή μειώνονται, ορισμένα έργα κοινωνικής και φιλανθρωπικής προσφοράς που είχαν αναλάβει οι μοναχοί και οι μοναχές κλείνουν, και όλο και συχνότερα ένας ιερέας καλείται να αναλάβει περισσότερες από μία ενορίες. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση δεν λείπουν οι πιο απαισιόδοξες προβλέψεις: ακούμε να λέγεται ότι «η χριστιανική πίστη πεθαίνει», ότι «η Εκκλησία ως θεσμός έχει ολοκληρώσει την ιστορική της αποστολή», ότι «ο δυτικός χριστιανικός πολιτισμός βρίσκεται πλέον στη δύση του». Μπορούμε όμως από αυτό να συμπεράνουμε ότι ο χριστιανισμός είναι καταδικασμένος να εξαφανιστεί, και ότι η Εκκλησία έχει πλέον πάρει τον δρόμο προς το τέλος της;
Για όποιον πιστεύει, η απάντηση βρίσκεται πρώτα απ’ όλα στην υπόσχεση του Χριστού: «καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (την Εκκλησία) (Ματθαίου 16,18). Αλλά ακόμη και πέρα από την πίστη, η ιστορία μας καλεί σε σύνεση.
Η Εκκλησία έχει ήδη περάσει από κρίσεις οι οποίες, για όσους τις ζούσαν από μέσα, φαίνονταν πολύ πιο δραματικές από τη σημερινή. Σε κάθε εποχή γνώρισε περιόδους κατά τις οποίες ακόμη και η ίδια η επιβίωσή της έμοιαζε αβέβαιη, και ακριβώς σε εκείνες τις στιγμές αναδύθηκαν συχνά νέες δυνάμεις ικανές να την ανανεώσουν.
Ας θυμηθούμε ότι ο Αρειανισμός, ακόμη και μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325, η οποία τον καταδίκασε, έμοιαζε να έχει το πάνω χέρι σε ολόκληρο τον τότε χριστιανικό κόσμο. Τόσο ώστε ο άγιος Ιερώνυμος έγραφε: «Ingemuit totus orbis, et Arianum se esse miratus est» — «Όλος ο κόσμος αναστέναξε και έμεινε έκπληκτος, ανακαλύπτοντας ότι ήταν αρειανός». «Η Εκκλησία έμοιαζε με πλοίο παρασυρμένο από την καταιγίδα», έγραφε ο ίδιος άγιος Ιερώνυμος. Κι όμως, η θύελλα πέρασε: οι εξόριστοι επίσκοποι μπόρεσαν να επιστρέψουν στις έδρες τους, όπως ο Αθανάσιος, που επέστρεψε στην Αίγυπτο. Αυτό που έμοιαζε με οριστική ήττα αποδείχθηκε μια οδυνηρή, αλλά όχι τελική, φάση της ιστορίας της Εκκλησίας.
Ας κάνουμε τώρα ένα άλμα πολλών αιώνων και ας φτάσουμε στον 13ο αιώνα, φαινομενικά μία από τις λαμπρότερες περιόδους του μεσαιωνικού χριστιανισμού. Ένα μεγάλο μέρος των επισκόπων, ωστόσο, ήταν απορροφημένο από κοσμικά συμφέροντα, ο τοπικός κλήρος ήταν συχνά ανεπαρκώς καταρτισμένος και διεφθαρμένος, ενώ η ανάπτυξη των πόλεων και της εμπορικής οικονομίας τροφοδοτούσε μια νέα απαίτηση για αυθεντικότητα και γνησιότητα σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Οι αιρέσεις πολλαπλασιάζονται, οι κοινωνικές εντάσεις αυξάνονται, και η απόσταση ανάμεσα στον πλούτο ορισμένων εκκλησιαστικών κύκλων και στη φτώχεια που κηρύσσει το Ευαγγέλιο γίνεται ολοένα και πιο σκανδαλώδης. Και ακριβώς τότε εμφανίζονται ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226) και ο άγιος Δομίνικος του Γκουσμάν (1170-1221). Η παράδοση διηγείται ότι ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ είδε σε όνειρο τη βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού έτοιμη να καταρρεύσει και δύο άνδρες —τον Φραγκίσκο και τον Δομίνικο— να προσπαθούν να τη στηρίξουν (συνήθως αυτό το γεγονός αναφέρεται μόνο στον άγιο Φραγκίσκο, αλλά αποδίδεται και στον άγιο Δομίνικο). Πέρα από τη συμβολική αξία της αφήγησης, αυτή εκφράζει εύστοχα αυτό που συνέβη: η Εκκλησία βρήκε μέσα στους ίδιους τους κόλπους της δυνάμεις ικανές να την ανανεώσουν ενώ ήταν έτοιμη να καταρρεύσει.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται μερικούς αιώνες αργότερα, κατά την Ιταλική Αναγέννηση. Πρόκειται για μια εποχή εξαιρετικής καλλιτεχνικής και πολιτιστικής άνθησης, αλλά και για μια περίοδο κατά την οποία ένα μέρος της εκκλησιαστικής ηγεσίας φαίνεται περισσότερο απασχολημένο με την εξουσία, τον πλούτο, την πολιτική και την σκανδαλώδη συμπεριφορά, παρά με την πνευματική του αποστολή. Αυτή η κρίση συμβάλλει στη δημιουργία των συνθηκών που θα οδηγήσουν στη προτεσταντική μεταρρύθμιση και στην απώλεια, για την Καθολική Εκκλησία, μεγάλων περιοχών της Ευρώπης.
Κι όμως, ακόμη και τότε, μέσα σε μια κατάσταση που φαινόταν να προαναγγέλλει τη διάλυση, αναπτύσσονται δυνάμεις ανανέωσης. Γεννιούνται νέα τάγματα όπως η Εταιρεία του Ιησού (οι Ιησουΐτες), η μεταρρύθμιση των Καπουτσίνων και πολλές άλλες νέες μορφές αφιερωμένης ζωής, ενώ η Σύνοδος του Τριδέντου εγκαινιάζει μια βαθιά μεταρρύθμιση της Εκκλησίας και της εκπαίδευσης του κλήρου. Σε αυτήν την περίοδο αναδύεται μια πληθώρα από τους πιο γνωστούς αγίους της Καθολικής Εκκλησίας. Για να θυμόμαστε μερικούς από αυτούς τους αγίους: τον άγιο Κάρολο Borromeo, τον Άγιο Φίλιππο Neri, τον άγιο Ιγνάτιο της Λογόλα, την αγία Τερέζα της Άβιλα, τον άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Καπουκίνο άγιο Φήλικα ( Felice da Cantalice) και πολλούς άλλους. Όλοι σχεδόν ταυτόχρονη, 16ος αιώνας.
Από αυτή την οπτική μπορούμε να κοιτάξουμε και την Εκκλησία σήμερα. Ο δυτικός καθολικισμός βιώνει έναν ριζικό μετασχηματισμό και δεν έχει ακόμη αφομοιώσει πλήρως τις καινοτόμες δυνάμεις που αναδείχθηκαν από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού. Ενώ η εκκοσμίκευση έχει μεταβάλει βαθιά τη σχέση ανάμεσα στην πίστη, την κοινωνία και τους θεσμούς, σήμερα είναι οι λαϊκοί που ζητούν νέες μορφές συμμετοχής και πράγματι, σε πολλούς τομείς, αντικαθιστούν με επιτυχία τους ιερείς.
Κι ακριβώς στην καρδιά της εκκοσμικευμένης Ευρώπης εμφανίζονται σημάδια που αξίζει να προσέξουμε. Στη Γαλλία (και όχι μόνο) τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των ενηλίκων που ζητούν να βαπτιστούν στην Καθολική Εκκλησία (20.000 μόνο το τρέχον έτος). Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επειδή αφορά κυρίως ανθρώπους που δεν μεγάλωσαν σε οικογένειες με ενεργό θρησκευτική ζωή και οι οποίοι φτάνουν στην πίστη μέσα από μια προσωπική επιλογή: δεν λαμβάνουν απλώς μια κληρονομημένη παράδοση, αλλά την αναζητούν.
Ίσως, λοιπόν, το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι αν ο δυτικός χριστιανισμός πεθαίνει. Το ερώτημα είναι μάλλον ποια μορφή θα πάρει ο χριστιανισμός μετά το τέλος ενός συγκεκριμένου μοντέλου χριστιανικής κοινωνίας. Αυτό που καλούνται οι «εναπομείναντες» χριστιανοί να είναι «ἕτοιμοι ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος» (Α΄ Πέτρου 3,16) («Να είστε πάντοτε έτοιμοι να απολογηθείτε σε καθέναν που σας ζητά να δώσετε λόγο για την ελπίδα που έχετε μέσα σας.»).
- Το όραμα του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄: Ο Άγιος Φραγκίσκος στηρίζει τον ετοιμόρροπο καθεδρικό ναό της Ρώμης, τον Άγιο Ιωάννη του Λατερανού.
- Το ίδιο και ο Άγιος Δομίνικος.




