
Με την ευκαιρία της σημερινής (3 Σεπτεμβρίου) εορτής του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Πάπα, σας παρουσιάζω μία από τις θαυμάσιες ομιλίες του, που μελετήσαμε σήμερα στην Ακολουθία των Αναγνωσμάτων.
«Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, όταν ο Κύριος αποστέλλει κάποιον να κηρύττει, τον ονομάζει σκοπόν, δηλαδή φρουρό. Ο φρουρός, πράγματι, στέκεται πάντοτε σε τόπο υψηλό, ώστε να μπορεί από μακριά να διακρίνει ό,τι πρόκειται να συμβεί. Εκείνος, λοιπόν, που έχει τοποθετηθεί ως φρουρός του λαού, οφείλει να στέκεται υψηλά με τη ζωή του, ώστε να μπορεί, με την πνευματική του προνοητικότητα, να ωφελεί τους άλλους.
Πόσο σκληρά ηχούν μέσα μου τα λόγια που εκφέρω! Διότι, μιλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, πληγώνω τον ίδιο μου τον εαυτό· αφού ούτε η γλώσσα μου επιτελεί όπως πρέπει τη διακονία του κηρύγματος ούτε η ζωή μου ακολουθεί τη γλώσσα, ακόμη και όταν εκείνη πράττει ό,τι μπορεί.
Δεν αρνούμαι ότι είμαι ένοχος και αναγνωρίζω τη βραδύτητα και την αμέλειά μου. Ίσως αυτή και μόνον η αναγνώριση της ενοχής μου να μου εξασφαλίσει το έλεος του εύσπλαχνου Κριτή.
Όταν βρισκόμουν στο μοναστήρι, μπορούσα να συγκρατώ τη γλώσσα μου από κάθε ανώφελο λόγο και να κρατώ τον νου μου σχεδόν αδιάλειπτα προσηλωμένο στη βαθιά προσευχή. Από τότε όμως που έθεσα στους ώμους μου το βάρος της ποιμαντικής διακονίας, ο νους μου δεν μπορεί πλέον να συγκεντρώνεται αδιάκοπα στον εαυτό του, διότι διασπάται και διαμοιράζεται ανάμεσα σε πολλές μέριμνες.
Είμαι υποχρεωμένος άλλοτε να ασχολούμαι με τις υποθέσεις των Εκκλησιών, άλλοτε με εκείνες των μοναστηριών· συχνά να εξετάζω τον βίο και τις πράξεις επιμέρους προσώπων· άλλοτε να φροντίζω για τις ιδιωτικές υποθέσεις των πολιτών· άλλοτε να στενάζω κάτω από τα ξίφη των βαρβάρων που εισβάλλουν και να φοβούμαι τους λύκους που επιβουλεύονται το ποίμνιο που μου έχει εμπιστευθεί ο Θεός.
Πρέπει ακόμη να μεριμνώ για τα υλικά πράγματα, ώστε να μη στερηθούν την αναγκαία βοήθεια όσοι κρατούνται δεσμευμένοι από τους κανόνες της πειθαρχίας. Κάποτε οφείλω να υπομένω με ατάραχη ψυχή ορισμένους ληστές· άλλοτε πάλι να τους αντιμετωπίζω, προσπαθώντας όμως πάντοτε να διαφυλάττω την αγάπη.
Όταν, λοιπόν, ο νους, διχασμένος και καταπονημένος, καλείται να αντιμετωπίσει ένα τόσο μεγάλο και απέραντο πλήθος υποθέσεων, πώς θα μπορούσε να επιστρέψει στον εαυτό του, ώστε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο κήρυγμα και να μην απομακρυνθεί από τη διακονία του λόγου;
Και επειδή, εξαιτίας της ποιμαντικής μου διακονίας, είμαι υποχρεωμένος να συναναστρέφομαι με ανθρώπους του κόσμου, κάποτε δεν προσέχω να χαλιναγωγώ τη γλώσσα μου. Διότι, εάν παραμένω πάντοτε σε αυστηρή επαγρύπνηση του εαυτού μου, γνωρίζω ότι οι ασθενέστεροι θα μου διαφύγουν και δεν θα μπορέσω να τους οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ.
Γι’ αυτό πολλές φορές υπομένω με πραότητα να ακούω τα ανώφελα λόγια τους. Και επειδή κι εγώ είμαι ασθενής, παρασυρόμενος λίγο σε μάταιες συζητήσεις, καταλήγω να μιλώ πρόθυμα για εκείνα που αρχικά άκουγα παρά τη θέλησή μου· και έτσι βρίσκομαι να αναπαύομαι ευχάριστα εκεί όπου λυπόμουν που είχα πέσει.
Τι είδους φρουρός, λοιπόν, είμαι εγώ, ο οποίος, αντί να στέκομαι στο ύψος του όρους και να εργάζομαι, εξακολουθώ να κείμαι στην κοιλάδα της αδυναμίας;
Και όμως, ο Δημιουργός και Λυτρωτής του ανθρώπινου γένους δύναται να χαρίσει και σ΄ εμένα, τον ανάξιο, το ύψος του βίου και τη δύναμη του λόγου, ώστε, από την αγάπη μου προς Αυτόν, να μη φείδομαι του εαυτού μου όταν ομιλώ περί Αυτού».
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.


