ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Πλατεία Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2026
Τα κείμενα της Β’ Συνόδου του Βατικανού. IV. Η Ποιμαντική Διάταξη Gaudium et spes (GS 1-10). 1. Η Εκκλησία ακούει και υπηρετεί τον κόσμο
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήλθατε!
Με τη σημερινή μας συνάντηση αρχίζουμε να μελετούμε την Ποιμαντική Διάταξη Gaudium et spes, με την οποία η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού θέλησε να εμβαθύνει σε ένα θεμελιώδες θέμα: τη σχέση της Εκκλησίας με τον σύγχρονο κόσμο.
Ο Άγιος Ιωάννης ΚΓ΄, ήδη στην εναρκτήρια ομιλία του στις 11 Οκτωβρίου 1962, είχε θελήσει να διαφοροποιηθεί από τους «προφήτες της συμφοράς», οι οποίοι, «αν και διακατέχονται από ζήλο για τη θρησκεία […] υποστηρίζουν ότι οι καιροί μας, αν συγκριθούν με τους περασμένους αιώνες, είναι εντελώς χειρότεροι· και φθάνουν στο σημείο να συμπεριφέρονται σαν να μην είχαν τίποτε να διδαχθούν από την ιστορία» (Gaudet Mater Ecclesia, 11 Οκτωβρίου 1962, 4.2).
Από εδώ προέκυπτε και το έργο που ανατέθηκε στους Πατέρες της Συνόδου: «Στη σημερινή κατάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων, κατά την οποία η ανθρωπότητα φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα τάξη πραγμάτων, πρέπει μάλλον να διακρίνουμε τα μυστηριώδη σχέδια της Θείας Πρόνοιας, τα οποία πραγματοποιούνται διαδοχικά μέσα στον χρόνο μέσω του έργου των ανθρώπων, συχνά μάλιστα πέρα από τις προσδοκίες τους, και με σοφία κατευθύνουν τα πάντα, ακόμη και τις αντίξοες ανθρώπινες περιστάσεις, προς το καλό της Εκκλησίας» (Gaudet Mater Ecclesia, 4.4).
Τρία χρόνια αργότερα, η δημοσίευση της Gaudium et spes αναγνώριζε σε αυτή τη διάκριση ένα ουσιώδες στοιχείο της ίδιας της φύσης της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας ως συστατικό στοιχείο τον ποιμαντικό της χαρακτήρα· εξ ου και ο χαρακτηρισμός της ως «Ποιμαντικής Διάταξης».
Δεν πρόκειται για έναν αφελή αισιοδοξισμό, αλλά για μια ανανεωμένη πιστότητα στο Μυστήριο του Χριστού, ο οποίος, με την Ενανθρώπησή Του, επέλεξε να συμμεριστεί τη ζωή μας. Εκείνος έγινε «κατά πάντα όμοιος με τους αδελφούς του» (Εβρ 2,17· πρβλ. 4,15) και ανέλαβε επάνω Του τις συνέπειες της αμαρτίας, πεθαίνοντας «ως λύτρο για όλους» (Α΄ Τιμ 2,6).
Αυτή τη συμμετοχή στη ζωή της ανθρωπότητας ζητά ο Χριστός και από την Εκκλησία. Γι’ αυτό η Συνοδική Διάταξη Gaudium et spes αρχίζει δηλώνοντας ότι η Εκκλησία αισθάνεται ως δικές της «τις χαρές και τις ελπίδες, τις λύπες και τις αγωνίες των ανθρώπων της εποχής μας, ιδιαιτέρως των φτωχών και όλων όσοι υποφέρουν» (GS, 1).
Πρόκειται για μια συμπόρευση που μας καλεί να εξέλθουμε από κάθε παθητικότητα και αδιαφορία απέναντι στα γεγονότα, απέναντι στην ιστορία και στη ζωή των ανθρώπων, ιδιαιτέρως μπροστά στις γρήγορες και βαθιές αλλαγές που βιώνουμε σήμερα. Δεν είναι δυνατόν να παραμένουμε αδιάφοροι θεατές· χρειάζεται, αντιθέτως, να ακούμε με την καρδιά, να αφήνουμε την πραγματικότητα να μας θέτει ερωτήματα και να εμπλεκόμαστε έμπρακτα.
Με τον Χριστό και στηριζόμενοι από τη δύναμη του Πνεύματός Του, οι πιστοί καλούνται να αναλαμβάνουν τα βάρη και τις δυσκολίες των αδελφών τους, ιδιαιτέρως εκείνων που συνθλίβονται από την αδικία, τις διακρίσεις και τη βία. Πράγματι, μόνο μέσα από τη συμμετοχή και την έμπρακτη δέσμευση είναι δυνατόν να φθάσουμε σε κατάλληλες απαντήσεις, πάντοτε στηριζόμενοι στη βεβαιότητα ότι «τα παθήματα του παρόντος καιρού δεν μπορούν να συγκριθούν με τη μέλλουσα δόξα που πρόκειται να αποκαλυφθεί σε εμάς» (Ρωμ 8,18).
Υπό αυτή την έννοια, η εγγύτητα προς την ανθρωπότητα ανοίγει τον δρόμο για μια βαθύτερη ανάγνωση των γεγονότων αλλά και της ίδιας της Αποκάλυψης. Στην ίδια προοπτική, η Gaudium et spes υπενθυμίζει το «μόνιμο καθήκον της Εκκλησίας να ερευνά τα σημεία των καιρών και να τα ερμηνεύει υπό το φως του Ευαγγελίου» (GS, 4).
Η Συνοδική αυτή Διάταξη κάλεσε, επομένως, την Εκκλησία σε μια διαρκή πορεία μεταστροφής, ώστε να μαρτυρεί ότι δεν κινείται από «καμία επίγεια φιλοδοξία», αλλά «ένα και μόνο επιδιώκει: να συνεχίζει, υπό την καθοδήγηση του Παρακλήτου Πνεύματος, το ίδιο το έργο του Χριστού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο για να δώσει μαρτυρία στην αλήθεια, για να σώσει και όχι να καταδικάσει, για να υπηρετήσει και όχι για να υπηρετηθεί» (GS, 3).
Πράγματι, δεν πρόκειται απλώς για μια ηθική στάση. Ο Πάπας Φραγκίσκος μας υπενθύμισε ότι για την Εκκλησία «η επιλογή υπέρ των φτωχών είναι πρωτίστως θεολογική κατηγορία και κατόπιν πολιτιστική, κοινωνιολογική, πολιτική ή φιλοσοφική. […] Καλούμαστε να ανακαλύπτουμε τον Χριστό μέσα σε αυτούς, να τους προσφέρουμε τη φωνή μας για την υπεράσπιση των δικαίων αιτημάτων τους, αλλά και να είμαστε φίλοι τους, να τους ακούμε, να τους κατανοούμε και να δεχόμαστε τη μυστηριώδη σοφία που ο Θεός θέλει να μας μεταδώσει μέσω αυτών» (Αποστ. Παραίνεση Evangelii gaudium, 198).
Η χριστιανική συμπόρευση μας δεσμεύει να αναλαμβάνουμε την πραγματικότητα όπως είναι και συγχρόνως να αποκαλύπτουμε τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την προσωπική και κοινωνική ζωή του σύγχρονου κόσμου.
Για παράδειγμα, υπάρχει μια επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος που προσφέρει ολοένα και νέες δυνατότητες, αλλά συχνά μόνο σε ορισμένους, και την οποία ο άνθρωπος δεν κατορθώνει πάντοτε να θέσει «στην υπηρεσία του». Υπάρχει μια σαφέστερη γνώση των «νόμων της κοινωνικής ζωής», η οποία όμως συνοδεύεται από αβεβαιότητα «ως προς την κατεύθυνση που πρέπει να της δοθεί». Υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα «πλούτου, δυνατοτήτων και οικονομικής ισχύος», η οποία, δυστυχώς, σήμερα όπως και την εποχή της Συνόδου, αφήνει «ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της γης […] να βασανίζεται ακόμη από την πείνα και την εξαθλίωση» (GS, 4).
Ή ακόμη, υπάρχει μια κοινή συνειδητοποίηση ότι διακυβεύεται το μέλλον του πλανήτη και, ταυτόχρονα, μια αδυναμία να εγκαταλείψουμε τον εγωιστικό καταναλωτισμό και την ψευδαίσθηση ότι ο πόλεμος μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό δρόμο για την οικοδόμηση της ειρήνης.
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από βαθιές μεταβολές, από τις οποίες προκύπτουν ανησυχητικές ανισορροπίες, η Εκκλησία καλείται να υπηρετεί τον άνθρωπο, ακούγοντας και υποδεχόμενη τα βαθύτερα ερωτήματα της καρδιάς του και τις προσδοκίες που κατοικούν μέσα του, υποδεικνύοντας στον Χριστό «το κλειδί, το κέντρο και τον σκοπό ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας» (GS, 10).
Γι’ αυτό, μέσα στην Εκκλησία, σε κάθε επίπεδο και σε κάθε εποχή, καλείται να πραγματώνεται η ευσπλαχνική κένωση του Χριστού, ο οποίος «δεν θεώρησε προνόμιο το να είναι ίσος με τον Θεό, αλλά εκκένωσε τον εαυτό του, λαμβάνοντας μορφή δούλου, […] και έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου» (Φιλ 2,6-8).
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, η χαρά και η ελπίδα –gaudium et spes– ας αποτελούν τα διακριτικά γνωρίσματα μιας Εκκλησίας που αναγγέλλει και μαρτυρεί το Ευαγγέλιο, γινόμενη πλησίον των γυναικών και των ανδρών της εποχής μας.
———————–
Μετάφραση: π.Λ


