ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Βασιλική του Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2026
Τα κείμενα της Β’ Συνόδου του Βατικανού. II. Η Διάταξη Sacrosanctum concilium. 7. Η ιερά μουσική
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,
Το έκτο κεφάλαιο της Συνοδικής Διάταξης Sacrosanctum Concilium (SC) της Β΄ Συνόδου του Βατικανού είναι αφιερωμένο στην ιερά μουσική. Σε αυτό διαβάζουμε: «Η μουσική παράδοση της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό ανεκτίμητης αξίας, ο οποίος υπερέχει ανάμεσα στις άλλες μορφές τέχνης, κυρίως επειδή το ιερό άσμα, ενωμένο με τις λέξεις, αποτελεί αναγκαίο και αναπόσπαστο μέρος της επίσημης λειτουργικής τέλεσης» (SC, 112). Και διευκρινίζει: «Η ιερά μουσική θα είναι τόσο αγιότερη όσο στενότερα συνδέεται με τη λειτουργική πράξη, είτε προσδίδοντας στην προσευχή γλυκύτερη έκφραση και ευνοώντας την ομοψυχία, είτε περιβάλλοντας τις ιερές τελετές με μεγαλύτερη επισημότητα» (ό.π.).
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της συνοδικής διδασκαλίας, η οποία επιβεβαιώνει και εμβαθύνει τη διακονική λειτουργία της μουσικής μέσα στη Θεία Λατρεία, την οποία είχε ήδη αναδείξει ο Άγιος Πίος Ι΄ στο Ιδιόβουλο Inter sollicitudines (22 Νοεμβρίου 1903). Πράγματι, η μουσική αποτελεί μέρος της λειτουργικής πράξης και δεν είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο της τέλεσης. Μέσα στη Θεία Λατρεία, το να ψάλλει και να παίζει κανείς μουσική σημαίνει να προσεύχεται, συντονίζοντας την καρδιά του με την καρδιά των αδελφών του και με τον Θεό, μέσα από την ενεργό συμμετοχή στο μυστήριο που τελείται. Ιδιαίτερα, η μουσική εκφράζει τη συναισθηματική διάσταση της προσευχής, όπως λέει ο Ιερός Αυγουστίνος: «Cantare amantis est», δηλαδή «το να ψάλλει κανείς είναι ίδιον εκείνου που αγαπά» (Sermo 336, 1). Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι βοηθά την καρδιά να ανοίγεται στην ενέργεια του Θεού μέσα στη χάρη και να αφήνεται να διαμορφώνεται από αυτήν.
Επιπλέον, το άσμα ευνοεί την κοινωνία. Μέσα από τη συμφωνία των φωνών συμβάλλει στην ένωση των καρδιών, υπερβαίνοντας τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων και ενώνοντας όλους στη δοξολογία του Θεού. Έτσι γίνεται επιφάνεια της Εκκλησίας, αισθητή φανέρωση της κοινωνίας που ανήκει στην ίδια της τη φύση.
Από τη βαθιά θεολογική σημασία του ιερού άσματος, ως αναπόσπαστου μέρους της λειτουργικής πράξης, απορρέουν ορισμένες απαιτήσεις. Μια πρώτη απαίτηση είναι ότι, πέρα από τις εκάστοτε μόδες ή τις ιδιαίτερες ευαισθησίες των δημιουργών, το άσμα πρέπει, σε όλα τα επίπεδα, να ανταποκρίνεται σε ό,τι είναι καταλληλότερο για τη συγκεκριμένη λειτουργική στιγμή. Επιπλέον, η μορφή του, ιδιαίτερα ως προς τη μελωδία, πρέπει να είναι ταυτόχρονα ευγενής και απλή, υψηλής μουσικής ποιότητας και εύκολα εκτελέσιμη, ιδίως όταν προορίζεται να ψάλλεται από ολόκληρη τη λειτουργική σύναξη (πρβλ. SC, 121).
Για τον ίδιο λόγο, η Σύνοδος συνιστά και τα κείμενα να είναι κατάλληλα, βαθυστόχαστα και συγχρόνως εύκολα κατανοητά, αντλώντας κυρίως την έμπνευσή τους από την Αγία Γραφή, τα λειτουργικά βιβλία και την πνευματική Παράδοση της Εκκλησίας. Σε αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη επαγρύπνηση, ώστε να διατηρείται ζωντανή και να αναπτύσσεται η δυναμική που εκφράζεται στην αρχαία αρχή lex orandi, lex credendi, δηλαδή: ο νόμος της προσευχής είναι και νόμος της πίστης.
Η Sacrosanctum Concilium αφιερώνει ευρύ χώρο στο θέμα της ενεργού συμμετοχής των πιστών (πρβλ. αρ. 114). Αυτή «πρέπει να γίνεται κατανοητή […] με αφετηρία μια βαθύτερη συνειδητοποίηση του μυστηρίου που τελείται και της σχέσης του με την καθημερινή ζωή» (Βενέδικτος ΙΣΤ΄, Αποστ. Παραίνεση Sacramentum caritatis, 52), μέσα σε ένα «πνεύμα διαρκούς μεταστροφής, το οποίο πρέπει να χαρακτηρίζει τη ζωή όλων των πιστών» (ό.π., 55).
Όσον αφορά, στη συνέχεια, τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο αυτή η συμμετοχή μπορεί να πραγματώνεται μέσω του ιδιαίτερου ρόλου της ιεράς μουσικής, η Συνοδική Διάταξη δίνει σαφή απάντηση: «Να καλλιεργούνται οι αναφωνήσεις των πιστών, οι αποκρίσεις, η ψαλμωδία των ψαλμών, τα αντίφωνα, τα άσματα», καθώς και «η ιερά σιωπή» (SC, 30). Παράλληλα προτρέπει κάθε λειτουργό και κάθε πιστό να επιτελεί «όλα και μόνο εκείνα τα οποία, σύμφωνα με τη φύση της τελετής και τους λειτουργικούς κανόνες, ανήκουν στην αρμοδιότητά του» (SC, 28), μέσα σε μια αρμονική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων διακονημάτων, των επιμέρους παρεμβάσεων και των στιγμών σιωπής.
Η Σύνοδος αποδίδει επίσης μεγάλη αξία στο Γρηγοριανό μέλος, χωρίς ωστόσο να αποκλείει από τη λειτουργική τέλεση άλλα είδη ιεράς μουσικής. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται και στο εκκλησιαστικό όργανο (πρβλ. SC, 120), ενώ η χρήση άλλων μουσικών οργάνων επιτρέπεται «εφόσον είναι κατάλληλα για ιερά χρήση ή μπορούν να προσαρμοστούν σε αυτήν, αρμόζουν στην αξιοπρέπεια του ναού και συμβάλλουν πραγματικά στην πνευματική οικοδομή των πιστών» (SC, 120).
Ένα θέμα ιδιαίτερα αγαπητό στη συνοδική μεταρρύθμιση είναι εκείνο του ενπολιτισμού, και στον χώρο της ιεράς μουσικής. Ιδιαίτερα ως προς τις μουσικές παραδόσεις των διαφόρων πολιτισμών, υπογραμμίζεται η σημασία να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, καθώς αποτελούν μέρος της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Γι’ αυτό συνιστάται, αφενός, να καλλιεργείται σε όλους μια κατάλληλη «διαπαιδαγώγηση του θρησκευτικού αισθήματος» (SC, 119) και, αφετέρου, «στο μέτρο του δυνατού […], να προωθείται η παραδοσιακή μουσική αυτών των λαών τόσο στις σχολές όσο και στις ιερές τελετές» (ό.π.).
Ιδιαίτερη αποστολή αναγνωρίζεται, μέσα στο λειτουργικό πλαίσιο, στη χορωδία (schola cantorum), ένα ποιμαντικό μέσο του οποίου συνιστάται η ανάπτυξη. Αποστολή της είναι «να μεριμνά για την ορθή εκτέλεση των μερών που της αναλογούν, σύμφωνα με τα διάφορα είδη ψαλμωδίας, και να ενθαρρύνει την ενεργό συμμετοχή των πιστών στο άσμα» (Ιερά Σύνοδος για τη Θεία Λατρεία, Οδηγία Musicam sacram, 19).
Για τον σκοπό αυτό, ο συνθέτης ιεράς μουσικής καλείται να γνωρίζει και να διαφυλάσσει τη μουσική κληρονομιά της Εκκλησίας, αντλώντας έμπνευση από αυτήν, ώστε να δημιουργεί νέες συνθέσεις στην υπηρεσία της Θείας Λατρείας, με σεβασμό στη σύγχρονη ευαισθησία και στις διάφορες πολιτιστικές παραδόσεις. Έτσι θα είναι δυνατόν «να καθαρίζεται η λατρεία από αστοχίες ύφους, από πρόχειρες μορφές έκφρασης, από μουσικές και κείμενα επιπόλαια και ελάχιστα αρμόζοντα στο μεγαλείο της πράξης που τελείται, ώστε να εξασφαλίζονται στη λειτουργική μουσική η αξιοπρέπεια και η ποιότητα των μορφών» (Άγιος Ιωάννης Παύλος Β΄, Χειρόγραφο περί της ιεράς μουσικής, 22 Νοεμβρίου 2003, 3).
Για όλους αυτούς τους λόγους, οι Πατέρες της Συνόδου συνιστούν να προωθούνται η εκπαίδευση και η άσκηση στην ιερά μουσική «στα ιεροσπουδαστήρια, στα δοκίμια των ανδρικών και γυναικείων μοναχικών ταγμάτων και στα εκπαιδευτικά τους ιδρύματα, καθώς και στα άλλα καθολικά ιδρύματα και σχολές» (SC, 115), και να εξασφαλίζεται στους μουσικούς και στους ψάλτες στέρεη λειτουργική κατάρτιση (πρβλ. ό.π.).
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, οι Πατέρες της Εκκλησίας απέδιδαν μεγάλη σημασία στο λειτουργικό άσμα, ως σύμβολο της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό μπορούμε να ολοκληρώσουμε με αυτά τα όμορφα λόγια του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας:
«Ο καθένας από εσάς ας γίνει μέρος μιας χορωδίας, ώστε, αρμονικά ενωμένοι στην ομοφωνία και λαμβάνοντας μέσα στην ενότητα τον τόνο του Θεού, να ψάλλετε με μία φωνή, διά του Ιησού Χριστού, προς τον Πατέρα, για να σας ακούσει και, από τα καλά έργα που επιτελείτε, να αναγνωρίσει ότι είστε μέλη του Υιού Του» (Προς Εφεσίους, 4, 2).
———————
Μετάφραση: π.Λ


