«Το τίμημα του νόμου για την ευθανασία; Θα το πληρώσουν οι πιο φτωχοί»

 

Η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας της Γαλλίας γίνεται η φωνή όσων στη Γαλλία στέκονται στο πλευρό της ζωής. Την επομένη της οριστικής έγκρισης του «δικαιώματος στον υποβοηθούμενο θάνατο», οι Επίσκοποι διαψεύδουν τον Πρόεδρο Μακρόν: «Το μεγαλείο μιας κοινωνίας δεν βρίσκεται στο να προσφέρει τον θάνατο».

Σε μια χώρα που ασφυκτιά από τον παρατεταμένο καύσωνα των τελευταίων εβδομάδων και παραμένει συγκλονισμένη από τον οδυνηρό αποκλεισμό της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου από το Παγκόσμιο Κύπελλο, η ψήφιση του νόμου που εισάγει στη Γαλλία την υποβοηθούμενη αυτοκτονία και την ευθανασία ως «δικαιώματα», υπό τον ευφημιστικό όρο «βοήθεια στον θάνατο», μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητη. Ύστερα από τέσσερα χρόνια πολιτικών και δημόσιων συζητήσεων και επτά κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες, η τελική έγκριση με 291 ψήφους υπέρ και 241 κατά –ουσιαστικά με την Εθνοσυνέλευση σχεδόν διχασμένη στα δύο– ίσως να δίνει την εντύπωση ότι έκλεισε επιτέλους ένα δύσκολο κεφάλαιο. Ακριβώς όμως απέναντι σε αυτή την τάση εξοικείωσης με τη νέα πραγματικότητα στρέφει την προσοχή της η Καθολική Εκκλησία της Γαλλίας, ενόψει και της επίσκεψης του Πάπα τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Στην ανακοίνωση που εξέδωσε αμέσως μετά την ψηφοφορία, η Προεδρία της Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Γαλλίας χαρακτηρίζει αυτήν την απόφαση «βαθιά ρήξη στην ιστορία της χώρας μας», επειδή «διακόπτει τη μακρά παράδοση της φροντίδας, η οποία έχει ως αποστολή να ανακουφίζει τον πόνο και να συνοδεύει κάθε άνθρωπο έως το φυσικό τέλος της ζωής του».

Οι τέσσερις αυτές χρονιές δημοσίου διαλόγου υπήρξαν, όπως έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο βασικός εμπνευστής του νόμου, «χρόνος ακρόασης, διαλόγου και συζήτησης». Όπως όμως επισημαίνουν στην ανακοίνωσή τους οι Γάλλοι επίσκοποι, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος της Συνόδου, καρδινάλιος Ζαν-Μαρκ Αβελίν, Αρχιεπίσκοπος Μασσαλίας, καθώς και οι δύο αντιπρόεδροι, οι επίσκοποι Jordy και Bertrand, «συμμετείχαμε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εκφράζοντας τις πεποιθήσεις μας και συνομιλώντας με όλους. Έχοντας τη μακραίωνη εμπειρία της Εκκλησίας στη συνοδεία των ασθενών, των ετοιμοθανάτων και των οικογενειών τους, θελήσαμε να μοιραστούμε τις σκέψεις μας για την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινης ζωής».

Ωστόσο, σύμφωνα με τους επισκόπους, ο «ήρεμος διάλογος» για τον οποίο κάνει λόγο ο Μακρόν στην πραγματικότητα δεν πραγματοποιήθηκε. «Οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι πολιτικές, ιδεολογικές και πιθανότατα οικονομικές σκοπιμότητες, καλυμμένες πίσω από παραπλανητικές λέξεις, υπερίσχυσαν αυτής της φιλοδοξίας».

Με τον τρόπο αυτό αμφισβητούν ευθέως την αισιοδοξία των Ηλυσίων Πεδίων, υπογραμμίζοντας ότι οι συνέπειες του νόμου «ήδη αρχίζουν να διαφαίνονται». Όπως επισημαίνουν, «θα αλλάξει η σχέση μας με την ευαλωτότητα, το γήρας, την αναπηρία και την ασθένεια. Θα διαβρωθεί ο δεσμός εμπιστοσύνης μεταξύ των γενεών, αλλά και μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, των ασθενών και των οικογενειών τους. Παράλληλα, θα αλλοιωθεί ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ευθραυστότητα».

Ακόμη πιο ανησυχητική, κατά τους επισκόπους, είναι η επίπτωση στους οικονομικά ασθενέστερους: «Οι πιο φτωχοί κινδυνεύουν να πληρώσουν πρώτοι το τίμημα. Οι ηλικιωμένοι που ζουν σε συνθήκες οικονομικής ανασφάλειας, μη θέλοντας να αισθάνονται σαν βάρος για τα παιδιά ή τα εγγόνια τους, ενδέχεται να νιώσουν πίεση να βάλουν τέλος στη ζωή τους».

Αφού εξέφρασαν τη σαφή αποδοκιμασία τους για την ψήφιση του νόμου της 15ης Ιουλίου, οι επίσκοποι προσθέτουν ότι η εξέλιξη αυτή «μας καλεί σε ανανεωμένη δέσμευση μαζί με τις οικογένειες, τους επαγγελματίες υγείας, τους εθελοντές, τους φροντιστές, τις οργανώσεις και τους νοσοκομειακούς ιερείς, ώστε να μαρτυρήσουμε ότι υπάρχει ένας άλλος δρόμος: ο δρόμος της πιστής παρουσίας και της προσεκτικής συνοδείας, που ανακουφίζει τον σωματικό και ψυχικό πόνο χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ κανέναν».

Και καταλήγουν με μια ξεκάθαρη δέσμευση: «Οι Καθολικοί της Γαλλίας θα συνεχίσουν, μαζί με πολλούς άλλους ανθρώπους καλής θελήσεως, πιστούς και μη πιστούς, να υπηρετούν τη ζωή. Θα το κάνουν με τη σταθερή ελπίδα που τους χαρίζει το Ευαγγέλιο, χωρίς πνεύμα παραίτησης ή αντιπαράθεσης, πεπεισμένοι ότι το μεγαλείο μιας κοινωνίας δεν βρίσκεται ποτέ στο να προσφέρει τον θάνατο στους πιο αδύναμους ή να τους επιτρέπει να τον προκαλέσουν οι ίδιοι, αλλά στο να τους συνοδεύει με αληθινή αδελφοσύνη έως το τέλος. Διότι ο Χριστός, στον οποίο πιστεύουν, ήρθε ώστε ο κόσμος να έχει ζωή».

ΠΗΓΗ: AVVENIRE

               +Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη