ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Πλατεία Αγίου Πέτρου
Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2026
Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού. II. Η Δογματική Διάταξη Lumen gentium. 5. Επί του θεμελίου των Αποστόλων. Η Εκκλησία στην ιεραρχική διάστασή της
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!
Συνεχίζουμε τις κατηχήσεις πάνω στα Έγγραφα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, σχολιάζοντας τη δογματική διάταξη Lumen gentium περί Εκκλησίας (LG). Αφού την παρουσιάσαμε ως λαό του Θεού, σήμερα εξετάζουμε την ιεραρχική της μορφή.
Η Καθολική Εκκλησία βρίσκει το θεμέλιό της στους Αποστόλους, τους οποίους θέλησε ο Χριστός ως ζωντανούς στύλους του μυστικού Του Σώματος, και διαθέτει μια ιεραρχική διάσταση που λειτουργεί στην υπηρεσία της ενότητας, της αποστολής και του εξαγιασμού όλων των μελών. Αυτή η ιερή Τάξη είναι μόνιμα θεμελιωμένη στους Αποστόλους (πρβλ. Εφ 2,20· Απ 21,14), ως αυθεντικούς μάρτυρες της ανάστασης του Ιησού (πρβλ. Πρ 1,22· Α΄ Κορ 15,7) και ως σταλμένους από τον ίδιο τον Κύριο σε αποστολή στον κόσμο (πρβλ. Μκ 16,15· Μτ 28,19). Επειδή οι Απόστολοι καλούνται να διαφυλάξουν πιστά τη σωτηριώδη διδασκαλία του Διδασκάλου (πρβλ. Β΄ Τιμ 1,13-14), μεταδίδουν τη διακονία τους σε άνδρες οι οποίοι, μέχρι την επιστροφή του Χριστού, συνεχίζουν να αγιάζουν, να καθοδηγούν και να διδάσκουν την Εκκλησία «μέσω των διαδόχων τους στην ποιμαντική αποστολή» (Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας, αρ. 857).
Αυτή η αποστολική διαδοχή, θεμελιωμένη στο Ευαγγέλιο και την Ιερά Παράδοση, αναπτύσσεται περαιτέρω στο κεφάλαιο Γ΄ της Lumen gentium, με τίτλο «Η ιεραρχική διάταξη της Εκκλησίας και ειδικότερα της τάξης των Επισκόπων». Η Σύνοδος διδάσκει ότι η ιεραρχική δομή δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, λειτουργικό για την εσωτερική οργάνωση της Εκκλησίας ως κοινωνικού σώματος (πρβλ. LG, 8), αλλά θεϊκός θεσμός που αποσκοπεί στη διαιώνιση της αποστολής που έδωσε ο Χριστός στους Αποστόλους μέχρι το τέλος των αιώνων.
Το γεγονός ότι αυτό το θέμα εξετάζεται στο Γ΄ κεφάλαιο, αφού στα δύο πρώτα έχει αναλογιστεί την ίδια την ουσία της Εκκλησίας (πρβλ. Acta Synodalia III/1, 209-210), δεν σημαίνει ότι η ιεραρχική διάταξη είναι μεταγενέστερο στοιχείο σε σχέση με τον λαό του Θεού: όπως σημειώνει το Διάταγμα Ad gentes, «οι Απόστολοι ήταν ταυτόχρονα σπόρος του νέου Ισραήλ και απαρχή της ιερής ιεραρχίας» (αρ. 5), ως κοινότητα των λυτρωμένων από το Πάσχα του Χριστού, που καθορίστηκε ως μέσο σωτηρίας για τον κόσμο.
Για να κατανοήσει κανείς την πρόθεση της Συνόδου, είναι σκόπιμο να διαβάσει προσεκτικά τον τίτλο του Γ΄ κεφαλαίου της Lumen gentium, ο οποίος αποσαφηνίζει τη θεμελιώδη δομή της Εκκλησίας, που προέρχεται από τον Θεό Πατέρα μέσω του Υιού και ολοκληρώνεται με την έκχυση του Αγίου Πνεύματος. Οι Πατέρες της Συνόδου δεν θέλησαν να παρουσιάσουν τα θεσμικά στοιχεία της Εκκλησίας, όπως θα μπορούσε να υπονοηθεί από το ουσιαστικό “διάταξη”, αν αυτό νοηθεί με τη σύγχρονη έννοια. Το Έγγραφο επικεντρώνεται αντιθέτως στην «διακονηματική ή ιεραρχική ιεροσύνη», η οποία διαφέρει «ουσιαστικά και όχι μόνο σε βαθμό» από την κοινή ιεροσύνη των πιστών, υπενθυμίζοντας ωστόσο ότι και οι δύο είναι «προορισμένες η μια για την άλλη, διότι, αμφότερες, καθεμιά με τον δικό της τρόπο, συμμετέχουν στη μοναδική ιεροσύνη του Χριστού» (LG, 10). Η Σύνοδος εξετάζει, επομένως, τη διακονία που μεταδίδεται σε άνδρες ενδεδυμένους με sacra potestas (πρβλ. LG, 18) για την υπηρεσία μέσα στην Εκκλησία: εστιάζει ιδιαίτερα στην τάξη των Επισκόπων (LG, 18-27), έπειτα των πρεσβυτέρων (LG, 28) και των διακόνων (LG, 29), ως βαθμούς του ενός μυστηρίου της Ιεροσύνης.
Με τον όρο “ιεραρχική”, λοιπόν, η Σύνοδος θέλει να δηλώσει την ιερή προέλευση της αποστολικής διακονίας από τη δράση του Ιησού, του Καλού Ποιμένα, καθώς και τις εσωτερικές της σχέσεις. Οι Επίσκοποι πρωτίστως, και μέσω αυτών οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, έχουν λάβει λειτουργήματα (στα λατινικά munera), που τους οδηγούν στην υπηρεσία «όλων όσων ανήκουν στον λαό του Θεού», ώστε «να τείνουν ελεύθερα και με τάξη στον ίδιο σκοπό και να φθάνουν στη σωτηρία» (LG, 18).
Η Lumen gentium υπενθυμίζει επανειλημμένα και με σαφήνεια τον συλλογικό και κοινοτικό χαρακτήρα αυτής της αποστολής, τονίζοντας ότι το «αξίωμα που εμπιστεύτηκε ο Κύριος στους ποιμένες του λαού του, είναι μια πραγματική υπηρεσία, η οποία στην Αγία Γραφή ονομάζεται εμφαντικά “διακονία”» (LG, 24). Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί ο Άγιος Παύλος ΣΤ΄ παρουσίασε την ιεραρχία ως πραγματικότητα «γεννημένη από την αγάπη του Χριστού, για να επιτελεί, να διαδίδει και να εγγυάται την ακέραιη και γόνιμη μετάδοση του θησαυρού της πίστεως, των παραδειγμάτων, των εντολών και των χαρισμάτων που άφησε ο Χριστός στην Εκκλησία του» (Λόγος, 14 Σεπτεμβρίου 1964, στο Acta Synodalia III/1, 147).
Αγαπητοί αδελφοί και αγαπητές αδελφές, ας προσευχηθούμε στον Κύριο, ώστε να στείλει στην Εκκλησία του λειτουργούς που να είναι φλογεροί στην ευαγγελική αγάπη, αφοσιωμένοι στο καλό όλων των βαπτισμένων και θαρραλέοι ιεραπόστολοι σε κάθε μέρος του κόσμου.
———————
Μετάφραση: π.Λ
