Γενική Ακρόαση του Πάπα Λέοντα, 13 Αυγούστου 2025

ΛΕΩΝ ΙΔ’

ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ 

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2025 

 

Κύκλος – Ιωβηλαίο 2025. Ο Ιησούς Χριστός, η ελπίδα μας. IΙΙ. Το Πάσχα του Ιησού. 2Η προδοσία. «Μήπως είμαι εγώ;» (Μκ 14,19)

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, 

ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας στο σχολείο του Ευαγγελίου, ακολουθώντας τα βήματα του Ιησού στις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Σήμερα σταματάμε σε μια σκηνή οικεία, δραματική, αλλά βαθιά αληθινή: τη στιγμή κατά τη διάρκεια του πασχαλινού δείπνου, όταν ο Ιησούς αποκαλύπτει ότι ένας από τους Δώδεκα πρόκειται να τον προδώσει: «Αληθώς σας λέω, ένας από εσάς, που τρώει μαζί μου, θα με προδώσει» (Μκ14,18).

Δυνατά λόγια. Ο Ιησούς δεν τα λέει για να καταδικάσει, αλλά για να δείξει πώς η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν μπορεί να αγνοήσει την αλήθεια. Το δωμάτιο στον επάνω όροφο, όπου λίγο πριν όλα είχαν προετοιμαστεί προσεκτικά, γεμίζει ξαφνικά με έναν σιωπηλό πόνο, που αποτελείται από ερωτήματα, υποψίες και ευαλωτότητα. Είναι ένας πόνος που γνωρίζουμε καλά, επίσης, όταν η σκιά της προδοσίας υπεισέρχεται στις πιο αγαπημένες σχέσεις.

Ωστόσο, ο τρόπος που ο Ιησούς μιλάει για όσα πρόκειται να συμβούν είναι εκπληκτικός. Δεν υψώνει τη φωνή του, δεν δείχνει με το δάχτυλο, δεν αναφέρει το όνομα του Ιούδα. Μιλάει με τέτοιο τρόπο που ο καθένας μπορεί να ερωτηθεί. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει. Ο Άγιος Μάρκος μας λέει: «Άρχισαν να λυπούνται και να του λένε ένας προς έναν: “Μήπως είμαι εγώ;”» (Μκ 14,19).

Αγαπητοί φίλοι, αυτή η ερώτηση —“ Μήπως είμαι εγώ ε;»— είναι ίσως μια από τις πιο ειλικρινείς που μπορούμε να θέσουμε στον εαυτό μας. Δεν είναι η ερώτηση του αθώου, αλλά του μαθητή που ανακαλύπτει την ευθραυστότητά του. Δεν είναι η κραυγή του ένοχου, αλλά ο ψίθυρος κάποιου που, ενώ θέλει να αγαπήσει, ξέρει ότι μπορεί να πληγώσει. Σε αυτή την επίγνωση ξεκινά η διαδρομή της σωτηρίας.

Ο Ιησούς δεν καταδικάζει για να ταπεινώσει. Λέει την αλήθεια επειδή θέλει να σώσει. Και για να σωθεί κανείς, πρέπει να νιώσει: να νιώσει ότι εμπλέκεται, να νιώσει ότι αγαπάται παρά πολύ, να νιώσει ότι το κακό είναι πραγματικό αλλά δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Μόνο όσοι έχουν γνωρίσει την αλήθεια μιας βαθιάς αγάπης μπορούν επίσης να δεχτούν την πληγή της προδοσίας.

Η αντίδραση των μαθητών δεν είναι θυμός, αλλά θλίψη. Δεν είναι εξοργισμένοι, είναι λυπημένοι. Είναι ένας πόνος που γεννιέται από την πραγματική πιθανότητα εμπλοκής. Και αυτή η ίδια η θλίψη, αν γίνει δεκτή ειλικρινά, γίνεται πηγή μεταστροφής. Το Ευαγγέλιο δεν μας διδάσκει να αρνούμαστε το κακό, αλλά να το αναγνωρίζουμε ως μια οδυνηρή ευκαιρία για αναγέννηση.

Ο Ιησούς προσθέτει στη συνέχεια μια φράση που μας αναστατώνει και μας κάνει να σκεφτούμε: «Αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον, μέσω του οποίου παραδίδεται ο Υιός του Ανθρώπου! Καλύτερα θα ήταν για τον άνθρωπο εκείνο να μην είχε γεννηθεί!» (Μκ 14,21). Αυτά είναι σκληρά λόγια, σίγουρα, αλλά πρέπει να κατανοηθούν προσεκτικά: δεν είναι κατάρα, αλλά μάλλον κραυγή πόνου. Στα ελληνικά, αυτό το «αλίμονο» ακούγεται σαν θρήνος, ένα επιφώνημα ειλικρινούς και βαθιάς συμπόνιας.

Εμείς έχουμε συνηθίσει να κρίνουμε. Ο Θεός, ωστόσο, δέχεται τα βάσανα. Όταν βλέπει το κακό, δεν παίρνει εκδίκηση, αλλά θλίβεται. Και εκείνο το ότι “θα ήταν καλύτερα να μην είχε γεννηθεί ποτέ” δεν είναι μια καταδίκη που επιβάλλεται εκ των προτέρων, αλλά μια αλήθεια που ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει: αν αρνηθούμε την αγάπη που μας έφερε στη ζωή, αν προδίδοντάς την γίνουμε άπιστοι στον εαυτό μας, τότε πραγματικά χάνουμε το νόημα της γέννησής μας στον κόσμο και αποκλείουμε τον εαυτό μας από τη σωτηρία.

Ωστόσο, ακριβώς εκεί, στο πιο σκοτεινό μέρος, το φως δεν σβήνει. Αντίθετα, αρχίζει να λάμπει. Διότι αν αναγνωρίσουμε τους περιορισμούς μας, αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μας αγγίξει ο πόνος του Χριστού, τότε μπορούμε επιτέλους να αναγεννηθούμε. Η πίστη δεν μας γλιτώνει από την πιθανότητα της αμαρτίας, αλλά μας προσφέρει πάντα μια διέξοδο: αυτήν του ελέους.

Ο Ιησούς δεν σκανδαλίζεται από την ευθραυστότητά μας. Γνωρίζει καλά ότι καμία φιλία δεν είναι απρόσβλητη από τον κίνδυνο της προδοσίας. Αλλά ο Ιησούς συνεχίζει να εμπιστεύεται. Συνεχίζει να κάθεται στο τραπέζι με τους δικούς του. Δεν παραιτείται από το να κόβει το ψωμί, ακόμη και για εκείνους που θα τον προδώσουν. Αυτή είναι η σιωπηλή δύναμη του Θεού: δεν εγκαταλείπει ποτέ το τραπέζι της αγάπης, ακόμη και όταν ξέρει ότι θα μείνει μόνος.

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, μπορούμε κι εμείς να αναρωτηθούμε σήμερα, ειλικρινά: “Μήπως είμαι εγώ;”. Όχι για να νιώσουμε κατηγορούμενοι, αλλά για να ανοίξουμε έναν χώρο για την αλήθεια στην καρδιά μας. Η σωτηρία ξεκινά από εδώ: από την επίγνωση ότι θα μπορούσαμε να είμαστε αυτοί που θα διασπάσουν την εμπιστοσύνη μας στον Θεό, αλλά ότι μπορούμε επίσης να είμαστε αυτοί που θα την αποδεχτούμε, θα την προστατεύσουμε και θα την ανανεώσουμε.

Εν τέλει, αυτή είναι η ελπίδα: γνωρίζοντας ότι, ακόμη κι αν αποτύχουμε, ο Θεός δεν αποτυγχάνει ποτέ. Ακόμηκι αν προδώσουμε, Αυτός δεν σταματά ποτέ να μας αγαπά. Και αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μας αγγίξει αυτή η αγάπη –η ταπεινή, η πληγωμένη, αλλά η πάντοτε πιστή– τότε μπορούμε αληθινά να ξαναγεννηθούμε. Και να αρχίσουμε να ζούμε όχι πια ως προδότες, αλλά ως παιδιά που αγαπήθηκαν για πάντα.

______________

Μετάφραση: π.Λ

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ μνήμη της Αγίας Ανθούσας

Κόρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’ του Κοπρώνυμου γεννήθηκε γύρω στο 750 στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κοπρώνυμος με την πολιτική του ενδυνάμωσε κατά πολύ την αυτοκρατορία, ήρθε