ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟΥ ΒΡΥΣΙΟΥ (4)

Κείμενο από τον π. Μάρκο Φώσκολο,
Εφημέριο Αγίου Νικολάου Χώρας Τήνου 

Ερευνώντας το θρύλο 

Αυτή είναι η παράδοση και ο θρύλος. Πολύ κοινή, ίσως κι ακουσμένη τόσες φορές, για τόσα άλλα μέρη…
Η Παναγία που εμφανίζεται, κάποιος που βλέπει όνειρα και κάποιος που δεν πιστεύει, ένας παπάς που αντιδρά, η εικόνα που επιστρέφει στον τόπο που βρέθηκε κλπ, κλπ. Δεν μας λέει τίποτα καινούριο αυτός ο θρύλος, μπορεί να πει κανείς. Θα μπορούσε, κιόλας να ειρωνευτεί. Αλλά αυτή θα είναι μια γρήγορη και πρόχειρη αντιμετώπιση, γιατί η έρευνα των στοιχείων του θρύλου μπορεί να μας δώσει μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία, που δεν εμφανίζονται σε μια πρώτη στιγμή και που μπορούν να μας διαφωτίσουν περισσότερο.
α) Οι λέξεις που χρησιμοποίησε η Παναγία, όταν μιλούσε στην
Καλογριά, είναι ιδιαίτερα σημαντικές, αν λάβουμε υπόψη μας πως η Παναγία δεν μίλησε για εικόνα της, αλλά για την ίδια. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μπορούμε να εντοπίσουμε τη λαϊκή ερμηνεία, που ταυτίζει την Παναγία με τις εικόνες της και για τούτο τις θεωρεί θαυματουργές. Ενώ θαυματουργές εικόνες δεν υπάρχουν. Μια εικόνα μπορεί να βοηθήσει να έρθουμε σε πνευματική επαφή, μέσω της πίστης, με το πρόσωπο που εικονίζεται. Αυτό το έχει ξεκαθαρίσει η Εκκλησία από την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.). Δεν φτάνει να φωνάζει κάποιος, ή και πολλοί μαζί…, ότι έγινε θαύμα. Κομπογιαννίτες, υστερικοί και δεισιδαίμονες υπήρχαν από πάντα. Για τη διαπίστωση ενός θαύματος χρειάζεται τεκμηρίωση και αποδείξεις… Η Παναγία δεν μπορούσε να ταυτίσει τον εαυτό της με την εικόνα της, για τον ίδιο λόγο που κι εμείς δεν ταυτίζουμε τον εαυτό μας με τη φωτογραφία μας.
β) Υπάρχουν μερικά στοιχεία που θυμίζουν βιβλικές περιπτώσεις: οπτασία σε όνειρο, αμφισβήτηση από τον υπεύθυνο, τελική επιτυχία του φτωχού οραματιστή που αδικείται. Δεν πρόκειται για αντιγραφή της μιας παράδοσης ενός τόπου από κάποιους άλλους. Έχουμε απλή αντιγραφή των διαφόρων θαυμαστών γεγονότων που μας διηγείται η Αγία Γραφή, σχεδόν απαράλλαχτα. Εκεί βέβαια δεν έχουμε εικόνες, αφού ο
Μωσαϊκός νόμος απαγόρευε την οποιαδήποτε αναπαράσταση, αλλά έχουμε παρόμοιες εκδηλώσεις, π.χ. τα όνειρα του Αβραάμ, του Ιακώβ, του Ιωσήφ, των Προφητών, του Αγίου Ιωσήφ, του Αποστόλου Πέτρου κ.ά.


Όλοι οι αρχαίοι λαοί της Ανατολής, και όχι μόνο οι Εβραίοι, έδιναν στα όνειρα μια θεϊκή ερμηνεία. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή ο Θεός επικοινωνούσε πολλές φορές μέσω των ονείρων με τους ανθρώπους. Υπήρχαν και εκείνα τα άτομα, φωτισμένα από τον Θεό, που ερμήνευαν τα όνειρα, δηλ. έδιναν τη σωστή ερμηνεία στο όνειρο προκειμένου να εκφραστεί το πραγματικό μήνυμα που ήθελε ο Θεός να στείλει.
Στην Π. Διαθήκη ο Θεός είχε δώσει αυτό χάρισμα στον Ιωσήφ που ερμήνευσε τα όνειρα του Φαραώ στην Αίγυπτο, στον προφήτη Δανιήλ που ερμήνευσε τα όνειρα του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα στη Βαβυλώνα).
Στη δική μας την περίπτωση του Βρυσιού, ήταν ο
Επίσκοπος που έπρεπε να δώσει τη σωστή ερμηνεία στα όνειρα της Καλόγριας (αυτό λέγεται στη θεολογική γλώσσα: διάκριση) και να πει αν προέρχονταν από την Παναγία ή όχι. Επειδή, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, πολλές φορές ο διάβολος εμφανίζεται ως άγγελος φωτός (2 Κορ 11,14)!
γ) Άλλο αξιοσημείωτο σημείο αποτελεί η τριπλή εμφάνιση της Παναγίας, με την οποία ολοκληρώνονται οι εμφανίσεις της.
Και πάλι στην Αγία Γραφή βρίσκουμε την απάντηση. Ο αριθμός τρία (3) αποτελεί τον αριθμό που συμβολίζει την τελειότητα, την ολοκλήρωση.
Αν η αποκάλυψη του Θεού είναι τέλεια, ο Θεός πρέπει να μιλήσει τρεις συνεχείς φορές. Είναι το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο δοκιμάζεται η αποκάλυψη, αν είναι από τον Θεό ή όχι. Σαν παράδειγμα παραπέμπουμε στην περίπτωση της αποκάλυψης του Θεού στον προφήτη Σαμουήλ (1 Βασ 3).
Για περισσότερα στοιχεία, σχετικά με τη θέση των ονείρων και του αριθμού 3 μέσα στην Αγ
ία Γραφή και που μπορούν να βοηθήσουν κατά πολύ στην κατανόηση παρόμοιων παραδόσεων, βλ στο Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, επιμ. Xav. Leon-Dufour, ελλ. έκδ. Άρτος της Ζωής, Αθήνα 1980, κολ.141-144 (βλ. Λήμμα: Αριθμοί) και κολ. 729-730 (λήμμα: Όνειρο).
Με αυτή την έννοια, η λαϊκή παράδοση θέλει να πει, με συμβολική γλώσσα, πως η αποκάλυψη που δέχτηκε η
Καλόγρια είχε θεϊκή προέλευση, αφού επαναλήφθηκε τρεις συνεχείς φορές. Οι συνεχείς αρνήσεις του Εφημερίου να την πιστέψει (σαν άλλος Ζαχαρίας που δεν δέχτηκε την αποκάλυψη του Αγγέλου για τη γέννηση του Προδρόμου), εξυπηρετούσαν αυτό το σχέδιο.
Απ’ την άλλη πλευρά κι ο Πρε Ζάννες επιτιμάται από τον
Επίσκοπο (αντιπρόσωπο του Θεού και τον μόνο εξουσιοδοτημένο να ερμηνεύσει την αποκάλυψη του Ουρανού), όπως ο Άγγελος επιτίμησε και στη συνέχεια τιμώρησε το Ζαχαρία για την απιστία του. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως σε ανάλογα φαινόμενα, η τακτική της Εκκλησίας δικαιολογεί την τακτική του Πρε Ζάννε. Εδώ, όμως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ιστορικό κείμενο, αλλά μια λαϊκή παράδοση, που αγνοεί τις λεπτομέρειες των Κανονικών Διατάξεων…
δ) Αφού σώθηκε το όνομα του
Εφημερίου, πως δεν σώθηκε το όνομα του Επισκόπου που έδωσε την τελική λύση στο πρόβλημα; Θα μπορούσε κανείς, εύλογα, να διερωτηθεί. Πρέπει να ξέρουμε πως οι λαϊκές παραδόσεις, έστω και να βασίζονται σε αυθεντικά γεγονότα, δεν διατηρούν τέτοιες λεπτομέρειες. Ο λαός δεν νοιάστηκε να κρατήσει τέτοια στοιχεία γιατί δεν είναι ορθολογιστής. Το όνομα του Επισκόπου ήταν λεπτομέρεια, ενώ το σημαντικό, που έπρεπε να διαφυλαχτεί, είναι πως η πνευματική επισκοπική εξουσία, η ίδια η Εκκλησία μ’ άλλα λόγια, έδωσε τη λύση στο πρόβλημα και την έγκριση για τις περαιτέρω ενέργειες. Η εξουσία αυτή πάει πέρα από τα πρόσωπα.

Μια όμως πληροφορία, μας κάνει γνωστό πως το επίθετο του Επισκόπου εκείνου ήταν Περπινιάνης (βλ. εφημ. «Αναγέννησις» 1-4-37, αφ. φ. 160). Τώρα, γνωρίζουμε την ύπαρξη δυο Επισκόπων απ’ αυτή την οικογένεια, που ποίμαναν την Τήνο. Ο πρώτος είναι ο Ιωάννης Περπινιάνης (1509) κι ο δεύτερος είναι ο Γεώργιος Περπινιάνης (1594-1619). Αν δεχτούμε πως η εύρεση έγινε μέσα στον 17ο αιώνα, τότε πρέπει, χρονολογικά να την τοποθετήσουμε μέσα στην περίοδο 1600-1619.
Δυστυχώς στο Αρχείο του Επισκόπου Γεωργίου Περπινιάνη, δεν σώθηκε καμιά αναφορά στο Βρυσί και στο περιστατικό στο οποίο αναφερόμαστε. Είναι, όμως, σημαντικό που μπορέσαμε να κάνουμε τόσα βήματα στην ανίχνευση του θρύλου. Στην εποχή, μάλιστα, εκείνη του Επισκόπου Γεωργίου Περπινιάνη υπήρχαν αρκετές Μοναχές που ζούσαν «κατ’ οίκον», επειδή δεν υπήρχαν ακόμα γυναικείες Καθολικές Μονές στην Τήνο. Την εποχή εκείνη, μάλιστα, έχουμε και μια εγκατάσταση Φραγκισκανών ερημιτών (ανδρών) στην Τήνο (Κιουρά Καρδιανή, Αγία Υπακοή στα Κελιά, Φανερωμένη στη Στενή, Κιουρά των Καφκαριών στο Αγάπι κ.ά.).
ε) Υπάρχει και ένα ακόμα στοιχείο που χρειάζεται να αναφέρουμε: το χωριό Ταραμπάδος.
Ο Ταραμπάδος, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, είναι ένα χωριό που οικοδομήθηκε προς το τέλος του 17ου αιώνα. Οι κάτοικοί του προήλθαν από ένα γειτονικό χωριό, τον Ποταμό (ανάμεσα στον Ταραμπάδο και το Σμαρδάκιτο), που ερήμωσε την ίδια εκείνη εποχή, για άγνωστους σε μας λόγους. Ο νέος οικισμός πήρε ως «προίκα» τις Εκκλησίες του προηγούμενου οικισμού. Μια απ’ αυτές ήταν το εξωκλήσι της «Παναγίας των Κεριών» προς τον όρμο του Αγίου Ρωμανού.
στ) Τώρα ερχόμαστε στην ίδια την εικόνα της Παναγίας.
Η τεχνική του ζωγράφου δεν μπορεί να μας φανερώσει, έστω και κατά προσέγγιση, την περίοδο πού κατασκευάστηκε; Ή ακόμα, δεν υπάρχει κάποια λογική εξήγηση, πέρα από τα μυθολογικά στοιχεία του θρύλου και της παράδοσης, για το πώς βρέθηκε η εικόνα σ’ εκείνο το μέρος;
Στα 1936, όταν η Εικόνα βρισκόταν στην Αθήνα, ο Αρχιεπίσκοπος της Αθήνας Ιωάννης Φιλιππούσης, που καταγόταν από τον Κάμπο Τήνου και είχε κληρονομήσει από την οικογένειά του ιδιαίτερη ευλάβεια προς την Παναγία τη Βρυσιώτισσα, κάλεσε δύο επιστήμονες να εξετάσουν την εικόνα και ζήτησε απ’ αυτούς τη γραπτή επιστημονική τους άποψη. Οι δύο επιστήμονες ήταν ο βυζαντινολόγος Ευγένιος Δαλέζιος (Dalleggio) από την Κωνσταντινούπολη, που έχει δημοσιεύσει ιστορικές μελέτες για τη μεταβυζαντινή ιστορία, και ο J. Binon, καθηγητής της αγιογραφίας στην Αρχαιολογική Γαλλική Σχολή της Αθήνας. Η έκθεση, χωρίς ημερομηνία και υπογραμμένη μονάχα από τον καθηγητή J. Binon, παρέχει τα εξής στοιχεία:
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως τα πρόσωπα είναι εκείνα που αρχικά ζωγράφισε ο καλλιτέχνης, αλλά τα ενδύματα είναι επιζωγραφισμένα. Διάφορα στοιχεία φανερώνουν, πως δε μπορεί να είναι ο ίδιος ζωγράφος που έδωσε στα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού τόση εκλεπτυσμένη έκφραση γαλήνης στα πρόσωπα, ενώ από την άλλη πλευρά τα ενδύματά τους να δείχνουν χοντρές σκιές, έντονα χρώματα κλπ. Απ’ αυτό συμπεραίνει ο καθηγητής, πρέπει να δεχτούμε πως σε μια εποχή πιο κοντινή προς μας, κάποιος αδέξιος τεχνίτης προσπάθησε να επιδιορθώσει ορισμένες ζημιές που είχαν επέλθει απ’ τη φθορά του χρόνου. Το ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας δέχτηκε μερικά αγγίγματα: η γωνιά του πηγουνιού της διορθώθηκε, ενώ διακρίνονται ακόμα οι αρχικές γραμμές του αρχικού αγιογράφου. Οι διορθώσεις έγιναν σε μια κοντινή εποχή προς την αρχική εργασία, γιατί χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια χρώματα κι ακολουθήθηκαν οι ίδιες γραμμές των σκιών. Εκεί όπου ο κριτικός της τέχνης πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή του για να εκφέρει γνώμη, είναι το λεπτό πρόσωπο του Χριστού, απεικονισμένο από άριστο καλλιτέχνη της περιόδου της τελευταίας βυζαντινής αναγέννησης, δηλ. προς το τέλος του 14ου αιώνα με αρχές του 15ου (τελευταία περίοδο της παλαιολόγειας εποχής). Αν η εικόνα συγκριθεί με τις εικόνες του Πρωτάτου, θα παρατηρηθούν παρόμοιες τεχνοτροπίες.

Σχετικά με την εύρεση, σημειώνει ο ίδιος επιστήμονας, «πρέπει να δεχτούμε πως το τηνιακό χώμα είναι από κείνα που δεν καταστρέφουν τα χρώματα και το ξύλο, αλλά, μέχρι σ’ ένα ορισμένο λογικό σημείο, τα προστατεύουν.
Πώς έγινε πραγματικά η εύρεσή της, μαρτυρείται κι από το σημάδι της αξίνας που έμεινε πάνω στο ξύλο, σαν κατηγορηματική ένδειξη για τις μέλλουσες γενιές. Κι εδώ παρατηρείται ότι έχει γραφτεί στο παρελθόν για μια παρόμοια εύρεση στο Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου. Βέβαια, σημειώνει ο καθηγητής, ο θρύλος όλων των ευρέσεων είναι κατά πολύ ωραιότερος από την ιστορική αλήθεια και για τούτο γενικεύεται και επαναλαμβάνεται πανομοιότυπος σε κάθε εποχή»!
Και ως γενικά συμπεράσματα ο καθηγητής J. Binon γράφει, στα γαλλικά: «Συμπεραίνω ότι αυτή η εικόνα μπορεί να έμεινε θαμμένη για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Μετά την εύρεσή της κάποιος αδέξιος ζωγράφος «επανασυντήρησε» τα ενδύματα και τα προσάρμοσε στα γούστα της δικής του εποχής. Ευτυχώς δεν άγγιξε τα πρόσωπα της Παναγίας και του Βρέφους, στα οποία διακρίνουμε ένα έργο φιλοτεχνημένο στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα. Εξαιτίας της σπανιότητας έργων ζωγραφικής αυτής της εποχής, η Εικόνα του Βρυσιού, από άποψη καθαρά καλλιτεχνική, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον».
Απ’ όλα τα πιο πάνω, μπορούμε να καταλήξουμε σε μια αρκετά βάσιμη υπόθεση: η εικόνα της Παναγίας της Βρυσιώτισσας κατασκευάστηκε μάλλον στην Κωνσταντινούπολη και την μετέφεραν στην Τήνο γύρω στη σημαδιακή χρονολογία 1453, τότε που οι Χριστιανοί των ανατολικών και βόρειων ελληνικών χωρών και νησιών μετανάστεψαν σε μέρη που βρίσκονταν κάτω από Χριστιανική κυριαρχία. Έκτισαν ένα εξωκλήσι και την εναπόθεσαν εκεί. Άγνωστο για ποιο λόγο το εξωκλήσι κατέρρευσε ή καταστράφηκε από τους συχνούς εισβολείς (Τούρκους και πειρατές) που λυμαίνονταν το Αιγαίο και η εικόνα καταπλακώθηκε στα ερείπια. Κάποιο συμπτωματικό γεγονός έφερε την Καλογριά του Ταραμπάδου σε κείνο το σημείο (ίσως το χωράφι να της ανήκε). Οι εργάτες που πήγαν να το καλλιεργήσουν και να μαζέψουν τις πέτρες, ανακάλυψαν την εικόνα. Η ανακάλυψη αυτή ίσως να συνδυάστηκε με κάποια όνειρα που είχε δει, όπως συνηθίζει να κάνει ο λαός, προσπαθώντας να τους δώσει μια ερμηνεία και εξήγηση. Διαδόθηκε γρήγορα η ιστορία, από στόμα σε στόμα, σ’ όλα τα χωριά και τα απλά γεγονότα ερμηνεύτηκαν ως θεϊκή παρέμβαση και προσαρμόστηκαν στις βιβλικές διηγήσεις που προαναφέραμε. Έτσι έκανε συνήθως ο ευσεβής λαός που έβλεπε πάντοτε και παντού παρεμβάσεις του Θεού, ακόμα και εκεί όπου τα πράγματα ήταν απολύτως διακριτά. Πολύ περισσότερο, όταν δε μπορούσε να δώσει κάποια λογική εξήγηση σε ό,τι συνέβαινε. Προσέτρεχε στην «ιερά ιστορία» για να μπορεί να ερμηνεύσει και να κατανοήσει την καθημερινή του ιστορία…
Και αυτό δεν ήταν καθόλου κακό, αν το συγκρίνουμε με ότι συμβαίνει σήμερα, όπου ο καθένας έχει τη δική του ερμηνεία και την προβάλει ως «θέσφατο», μέσα σε ένα κυκεώνα απόψεων όπου οι πάντες «χάνουν τον μπούσουλα».
Ο θρύλος, λοιπόν, και η παράδοση που προαναφέραμε δεν είναι καρπός γόνιμης φαντασίας, αλλά πηγάζει από την απλή πίστη του λαού.
Η πραγματική πίστη συνδυάζεται με την παιδική απλότητα και ειλικρίνεια (βλ. Μτ 11,25). Τέτοιες παραδόσεις οφείλουμε να τις διαβάζουμε ως καρπό απλής, αλλά ταυτόχρονα και βαθιάς πίστης, χωρίς, όμως, να παραλείπουμε να βρούμε πού τελειώνουν τα όρια του θρύλου και πού αρχίζει η πραγματική ιστορία, η οποία να μπορεί να τεκμηριωθεί με αδιάσειστα στοιχεία.

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Το κήρυγμα της Κυριακής

26η Κυριακή του Έτους, Κύκλος Γ   Ο χρόνος και η αιωνιότητα είναι δύο στοιχεία που σήμερα παρουσιάζονται και στα τρία βιβλικά αναγνώσματα. Το ευαγγέλιο

25 Σεπτεμβρίου μνήμη της Αγίας Ευφροσύνης

  Πρόκειται για μια αγία όχι ιδιαιτέρα διαδεδομένη στη Δύση. Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 410 και 413 στην Αλεξάνδρεια και ήταν κόρη ενός εύπορου αξιωματικού

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου