Από την απόλυτη μη βία του Ευαγγελίου, στη Θεολογία του δίκαιου πολέμου (του Σεβ. Ιωάννη)


Αγαπητοί αναγνώστες,

Επειδή μερικά από τα κείμενα μου, κυρίως στην πρώτη περίοδο, ήταν εξαιρετικά μακροσκελή και αναλυτικά, έχω την εντύπωση πως πέρασαν απαρατήρητα. Αποφάσισα, λοιπόν, να σας παρουσιάσω ξανά κάποια μέρη εξ’ αυτών είτε, αυτούσια είτε επεξεργασμένα

Αρχίζω με ένα μέρος από την τριλογία «Η Θεολογία της Ειρήνης» και αυτό επειδή, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται με…την ευλογία της Εκκλησίας. Διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο θα μπορέσετε να καταλάβατε πως φτάσαμε στο σημείο χριστιανοί να ευλογούν τον πόλεμο και τα πιο φονικά όπλα


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΜΗ ΒΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ, ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Ο Χριστός δίδαξε με τα λόγια Του και με τα έργα Του, αλλά ακόμη περισσότερο με τη ζωή Του και το σταυρικό Του θάνατο, πώς πρέπει να αντιστεκόμαστε στη βία, στην αδικία και στην αμαρτία, όχι όμως ξανά με τη βία, ούτε καν μέσα από τη νόμιμη αυτοάμυνα, αλλά με την αγάπη, την αυτοθυσία και την ενεργητική αλλά όχι βίαιη, αντίσταση. Ο πόλεμος και η νόμιμη βίαιη άμυνα, δεν έχουν θέση στα πλαίσια της λογικής του Ευαγγελίου. Η «άδεια να δολοφονήσεις» είναι εντελώς ξένη προς το Ευαγγέλιο. Αυτή είναι η λογική του κόσμου, όχι του Σταυρού. Ο Ιησούς πεθαίνει θύμα της βίας, αλλά νικά τη βία, πεθαίνοντας από αγάπη για όλους.

 

Με τον Μέγα Κωνσταντίνο, η διδασκαλία του Ιησού για την ειρήνη, παίρνει μια άλλη κατεύθυνση. Πράγματι, με το περίφημο διάταγμα του Μιλάνου, το 313, ο χριστιανισμός γίνεται σιγά σιγά θρησκεία του Κράτους, μέχρι να φτάσουμε στον Θεοδόσιο Α’ τον Μέγα (347-395) ο οποίος στις 27 Φεβρουαρίου 380 αναγνώρισε τον Χριστιανισμό ως τη μόνη και επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Στις 8 Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου όλες τις αρχαίες θρησκείες. Έτσι το Κράτος άρχισε σταδιακά να ταυτίζεται με την Εκκλησία και η Εκκλησία με το Κράτος. Το αποτέλεσμα υπήρξε ότι η υπεράσπιση του Κράτους, σήμαινε υπεράσπιση της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής ενότητας. Το να αρνηθεί κανείς να πολεμήσει το δίκαιο πόλεμο της αυτοκρατορίας, σήμαινε να αρνηθεί να υπερασπίσει την πίστη και την ελευθερία της Εκκλησίας. Από αυτήν την πολιτικοποίηση της Εκκλησίας γεννήθηκε η θεωρία του «δίκαιου πολέμου». Αυτό το γεγονός, αποτελείγια πολλούς μία οπισθοχώρηση από τις ευαγγελικές απαιτήσεις. Σταδιακά και οι Πατέρες της Εκκλησίας που θα ακολουθήσουν, θα θεωρήσουν τον πόλεμο ως Extrema Ratio δηλαδή ως έσχατο μέτρο στο οποίο πρέπει κανείς να προσφεύγει όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα άλλα μέσα. Ο ορίζοντας όμως, μέσα στον οποίο κινείται αυτή η θεωρία, δεν είναι η κατάργηση του πολέμου, αλλά η δικαιολογία του. Πράγματι κάθε εμπόλεμο μέρος θα νομίζει ότι βρίσκεται από την πλευρά του δικαίου και έτσι θα δικαιολογεί στη συνείδησή του, ως άτομο και ως κοινότητα, την εξάσκηση της βίας.

 

Στο Μεσαίωνα φτάνουμε στο σημείο να κηρύττονται ιεροί πόλεμοι, όπως συνέβη με τις σταυροφορίες. Φτάσαμε έτσι, μερικοί, να θεωρούν τον μη χριστιανό ως εχθρό που πρέπει να εξολοθρευτεί. Για μερικούς από τους επιφανείς ανθρώπους της Εκκλησίας η ανθρωποκτονία του μη χριστιανού γίνεται «κακοκτονία» (Malicidio) δηλαδή, κάθε τι που εμποδίζει τη μετάδοση του Ευαγγελίου, αποτελεί κάτι το απόλυτο κακό που πρέπει να αφαιρεθεί έστω και με τον πόλεμο. Αυτός που πολεμά για το Θεό και τις απόλυτες αξίες της πίστης, είναι υπεράνω κάθε αδικίας. Πράγματι, ο στρατιώτης που σκοτώνει τον εχθρό του, πλησιάζει περισσότερο το Θεό. Και αν ο ίδιος ο στρατιώτης του Χριστού σκοτωθεί στον πόλεμο, γίνεται ένας μάρτυρας της πίστης.

 

Εκείνη την εποχή, ωστόσο, δεν απαλείφονται εντελώς οι απαιτήσεις του Ευαγγελίου περί της μη βίας. Όμως η απόλυτη απαίτηση του Ευαγγελίου της μη βίας, που απευθύνεται σε όλους τους χριστιανούς, σιγά σιγά περιορίζεται στους κληρικούς, καθώς οι λαϊκοί εξαιρούνται και μπορούν να οπλοφορούν, ενώ οι κληρικοί όχι. Έτσι, όμως, δημιουργείται μία διαφορετική ηθική για τις διάφορες κατηγορίες πιστών, μία για τους λαϊκούς και μία για τους κληρικούς. Οι λαϊκοί ενθαρρύνονται να πολεμήσουν για την πίστη και τον Αυτοκράτορα ή τον τοπικό άρχοντα. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι δεν θεωρούσαν πια την «επί του όρους ομιλία» να απευθύνεται σε όλους τους οπαδούς του Χριστού, αλλά μόνο σε μερικούς εκλεκτούς.

 

Ο Άγιος Φραγκίσκος, με την απλή και ολοκληρωτική προσέγγιση του στο Ευαγγέλιο, κατάλαβε όλες τις απαιτήσεις της «επί του όρους ομιλίας» και όχι μόνο έζησε ένα ιδανικό εμπνευσμένο από την ειρήνη και τη μη βία, αλλά απαίτησε από όλους, τους πολυάριθμους οπαδούς του Τρίτου Τάγματος (πρόκειται για λαϊκούς), να μην οπλοφορούν και για κανένα λόγο να μην ασκούν βία. Δυστυχώς όμως, αυτό το παράδειγμα του Φραγκίσκου δεν το υιοθέτησε ολόκληρη η Εκκλησία και έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο ορισμένων αιρέσεων της τότε εποχής και δυστυχώς ακόμα και του σήμερα. Η Εκκλησία αναφέρεται ενάντια στον πόλεμο με τη γενική του σημασία του, όχι όμως ενάντια σε συγκεκριμένους πολέμους. Οι χριστιανικές κοινότητες σιγά σιγά παγιδεύτηκαν μέσα στις εθνικιστικές διεκδικήσεις τους και φθάσαμε στο σημείο κάθε εθνική εκκλησία να υποστηρίζει και να δικαιολογεί τους πολέμους του έθνους.

 

Έτσι η ευαγγελική εντολή της μη βίας απομακρύνθηκε από την καθημερινή ζωή της Εκκλησίας, διώχθηκε σ’ένα μακρινό, άπιαστο ορίζοντα και στο όνομα του πολιτικού ρεαλισμού, ακόμη και η έκφραση των αντιρρησιών συνειδήσεως, έγινε προνόμιο μερικών αιρέσεων και όχι χαρακτηριστικό των χριστιανών.

 

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει.

 

+ Ιωάννης Σπιτέρης

Αρχιεπίσκοπος πρώην Κερκύρας

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Mελέτη του Ευαγγελίου της ημέρας

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ 19ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 13 Αυγούστου 2022   Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν Επικαλούμαι το

13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΝΤΙΑΝΟΥ

  Εξελέγη Πάπας το 230, περίοδο που ο χριστιανισμός κατόρθωσε να οργανωθεί καθώς ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος ήταν αρκετά ανεκτικός με το θρησκευτικό ζήτημα. Εντούτοις,

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου