To Παπικό Πρωτείο

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ

 

Με την ευκαιρία της επίσκεψης του Πάπα στην Ελλάδα, δημοσιεύουμε το ακόλουθο κείμενο. Πρόκειται για ένα άρθρο δημοσιευμένο στο μακρινό 1977 σε ένα καθολικό περιοδικό: «La settimana del clero». Σε αυτό το κείμενο γίνεται μια καλή προσπάθεια να παρουσιαστεί το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης από τους θεολόγους της εποχής με τρόπο πιο βιβλικό και χωρίς τα βαρίδια της ιστορίας. Σήμερα είναι οι ίδιοι οι Πάπες  που καλούν τους θεολόγους να εκβαθύνουν αυτήν την διακονιά του με περισσότερα βιβλικά, πατερικά και οικουμενικά κριτήρια. Είμαστε πεπεισμένοι ότι πολλά από αυτά που λέγονται στο τόπο μας για τον Πάπα, είναι καρπός άγνοιας για να μην πούμε προκατάληψης. (+ Ιωάννης Σπιτέρης)

 

ΤΟ ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΩΜΗΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ 

 

Σήμερα υπάρχουν δύο τάσεις στην Καθολική Εκκλησία σχετικά με το παπικό πρωτείο. Από τη μία πλευρά οι συντηρητικοί, σαν τον Λεφέβρ, έχουν θεοποιήσει την παπική εξουσία και από την άλλη οι υπερπροοδευτικοί, όπως ο Hans ng (1928 – 2021), προσπαθούν να περιορίσουν σημαντικά το περιεχόμενο της Καθολικής διδασκαλίας γύρω από το Πρωτείο του Πάπα.

Καμία από τις παρατάξεις αυτές δεν εξυπηρετεί την οικουμενική ιδέα. Επειδή οι μη Καθολικοί χριστιανοί έχουν το δικαίωμα να ξέρουν τι πράγματι διδάσκει η Καθολική Εκκλησία γύρω από την παπική εξουσία, θα την παρουσιάσουμε με αντικειμενικότητα, έχοντας υπόψη τα πρακτικά και το πνεύμα της Α’ και Β’ Συνόδου του Βατικανού. Και τούτο γιατί τα επίσημα διατάγματα των Συνόδων μπορεί να δώσουν εσφαλμένες εντυπώσεις όταν δεν πλαισιώνονται από τα πρακτικά των θεολογικών συζητήσεων που είχαν προηγηθεί.

 

Νομική προοπτική (1870)

Αρχίζουμε από την Α’ Σύνοδο του Βατικανού. Η περίφημη «πέτρα σκανδάλου» του «δογματικού διατάγματος DeEcclesia» διακηρύσσει: «Οι Παπικές αποφάσεις ex cathedra είναι αμετάβλητες αυτές καθ’ εαυτές και όχι με την συναίνεση της Εκκλησίας» (Ex sese, non autem ex consensu Ecclesiae).

Γνωρίζουμε ότι ο σκοπός της Συνόδου ήταν όχι μόνο να διακηρύξει επίσημα το Παπικό αλάθητο, αλλά ταυτόχρονα να καθορίσει τα όρια, το περιεχόμενο και την σημασία του (De – finire). Επειδή όμως η Σύνοδος εκπροσωπούσε ολόκληρη την Εκκλησία, βγαίνει σαν συμπέρασμα ότι το Παπικό αλάθητο δεν είναι ανεξάρτητο από την Εκκλησία. Ο Πάπας αντιπροσωπεύει όλη την Εκκλησία, γιατί καθορίζει τη διδασκαλία της θεϊκής αποκαλύψεως, η οποία ανήκει σε ολόκληρη την Εκκλησία. Από το γεγονός αυτό προκύπτει ότι δεν μπορεί να λείψει η συναίνεση των Επισκόπων και των πιστών. Εξάλλου, ο Πάπας ποτέ δεν παραλείπει να ενημερώνεται, μέσω των Επισκόπων, εάν η διδασκαλία που πρόκειται να καθορίσει ανήκει πραγματικά στις παρακαταθήκες της χριστιανικής αποκαλύψεως σαν παραδόσεως. Τούτο υπογραμμίστηκε επανειλημμένα από τον εισηγητή του διατάγματος της Α’ Συνόδου: «Εμείς δεν ξεχωρίζουμε τον Πάπα από το στενό του σύνδεσμο με την Εκκλησία» (βλ. Mansi, 52, 1213β).

Αυτό το αλάθητο, όχι μόνο δεν είναι ανεξάρτητο από την Εκκλησία, αλλά και ούτε αποκλειστικό. Δεν είναι ο Πάπας ο μόνος κάτοχος της αλήθειας, που τη «χαρίζει» και την «προσφέρει» στην Εκκλησία, αλλά ολόκληρη η Εκκλησία κατέχει αυτή την αλήθεια. Θα ήταν πράγματι τερατώδες εάν μία ολόκληρη οικουμενική σύνοδος διακήρυσσε μια διδασκαλία και ο Πάπας ήταν αντίθετος σ’ αυτήν.

Το αλάθητο δεν είναι κάτι το μαγικό. Ο Επίσκοπος Gasser, επίσημος εισηγητής του συνοδικού διατάγματος, επισήμανε: «Ο Πάπας είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει όλα τ’ απαραίτητα μέσα για να αναζητήσει την αλήθεια» (βλ. Mansi 52, 1213β). Και όπως σωστά είπε ο Καρδινάλιος Φιλίπ: «Το Άγιο Πνεύμα δεν υποσχέθηκε κανένα πρωτείο ούτε στην αλαζονεία, ούτε στην οκνηρία και δεν προμηθεύει μαγικές συνταγές για να βγει από την απορία».

Επίσης το αλάθητο δεν είναι αυθαίρετο. Ο Πάπας είναι εξ’ ολοκλήρου υποταγμένος στην αποκάλυψη, για την οποία είναι ο πιστός μάρτυρας και ερμηνευτής και όχι ο ιδιοκτήτης. Γι’ αυτό ο Πάπας δεν είναι δυνατό να προτείνει μία νέα αποκάλυψη. Υπέρτατος κανόνας παραμένει πάντοτε ο λόγος του Θεού.

 

Μυστηριακή προοπτική (1964)

 Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού, χρησιμοποιώντας πολλά στοιχεία από τα Πρακτικά της Α’ Συνόδου του Βατικανού, περιέβαλε το χάρισμα του αλάθητου στον πλατύτερο ορίζοντα της λεγόμενης «εκκλησιολογίας της κοινότητας – κοινωνίας». Η Α’ Σύνοδος του Βατικανού είχε υπογραμμίσει τη νομική άποψη του πρωτείου. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο λαός του Θεού εξαρτάται από την Παπική εξουσία. Η τελευταία Σύνοδος δεν απέρριψε τη νομική προοπτική αλλά τόνισε τη μυστηριακή: Όσον αφορά στην εσωτερική πραγματικότητα, στη βαθιά ζωή της Εκκλησίας, ο Πάπας δεν είναι πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι ο λαός για τον Πάπα, αλλά ο Πάπας για το λαό. Η διακονία του νουθετείται μέσα στα πλαίσια ενός ζωντανού σώματος: «Εάν ο Πάπας δεν ήταν «in Ecclesia» (στην Εκκλησία), δε θα μπορούσε να ήταν κεφαλή της Εκκλησίας «caput Ecclesiae», δηλαδή θα έπαυε να είναι Πάπας» όπως έγραφε ο μεγάλος θεολόγος Yves Congar (1904 – 1995).

Όσον αφορά στην οργανική διάρθρωση της Εκκλησίας, είναι ο Πάπας όπου εξαρτάται από την Εκκλησία και από τη σύνοδο των Επισκόπων. Πράγματι η συλλογικότητα των Επισκόπων ανήκει στην ίδια φύση της Εκκλησίας: Ο Πάπας δεν μπορεί να καταργήσει τους Επισκόπους και ούτε να τους αντικαταστήσει σαν θεσμό.

Και τώρα ας επιστρέψουμε στο περίφημο «Εx sese». Από νομική άποψη αυτή η φόρμουλα έχει τη σημασία της. Πράγματι όταν ο Πάπας διακηρύσσει μια διδασκαλία, αυτή δεν έχει ανάγκη από μια ανώτερη επικύρωση, ούτε μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει προσφεύγοντας σ’ ανώτερη εξουσία. Αυτό σημαίνει το «non autem ex consensus Ecclesiae». Όμως από αιτιολογική άποψη, το «πρωτείο» το κατέχει η πίστη της Εκκλησίας. Απ’ αυτή την πίστη, με τη ζωντανή υπόστασή της, ο Πάπας και οι Επίσκοποι αντλούν την ύλη που προτείνουν με την επίσημη διδασκαλία τους. Ο Πάπας δεν μπορεί να καθορίσει παρά την αλήθεια που πιστεύει ήδη η Εκκλησία και διδάσκουν οι Ποιμένες της. Αυτό έχει διατυπωθεί και στην Α’ Σύνοδο του Βατικανού. (Βλ. Mansi 52, 1216). Επομένως από αιτιολογικής απόψεως δεν είναι αλήθεια ότι ο Πάπας μπορεί να καθορίσει τη χριστιανική διδασκαλία χωρίς την συναίνεση της Εκκλησίας.

Συγκεφαλαιώνοντας, και οι δύο Σύνοδοι απορρίπτουν την άποψη των Γαλλικανών, κατά την οποία οι επίσημες διδασκαλικές αποφάσεις του Πάπα έχουν νομική υπόσταση μόνο μετά την επικύρωση της Οικουμενικής Συνόδου. Αυτή όμως δεν αποκλείεται. Μάλλον απαιτείται σαν οργανικός δεσμός, σαν μια αντικειμενική συμφωνία μεταξύ Πάπα και Εκκλησίας. Πράγματι ο Πάπας δεν είναι Προφήτης αλλά ερμηνευτής της αλήθειας που ήδη υπάρχει. «Fidem quam tenetuniversalis Ecclesia», «Την πίστη που κατέχει ολόκληρη η Εκκλησία», έλεγε ήδη η Α’ Σύνοδος του Βατικανού.

Αυτή όμως η πίστη δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρη και σαφής στην εκκλησιαστική κοινότητα σ’ όλες τις περιόδους της ιστορίας της. Ακριβώς απ’ αυτό το γεγονός πηγάζει το χάρισμα της Παπικής διδασκαλικής εξουσίας. Σ’ αυτό το σημείο όμως μπορούμε ν’ ανατρέξουμε τη φόρμουλα της Α’ Συνόδου του Βατικανού και να πούμε: «cum consensuEcclesiae», «με τη συναίνεση της Εκκλησίας».

 

ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Το αξίωμα του Πέτρου είναι ένα χάρισμα και μία διακονία για την Εκκλησία. Ένα χάρισμα στην υπηρεσία της ενότητας. «Ut Ecclesia tota una conservetur»: «Για να διατηρηθεί ενωμένη ολόκληρη η Εκκλησία». Η έκφραση αυτή ανήκει στην Α’ Σύνοδο του Βατικανού. Η ενότητα αυτή δεν συμπίπτει «με τη συγκεντρωτική κρατική εικόνα που είχε διατηρηθεί στην Καθολική Εκκλησία μέχρι της εποχής της Συνόδου του Βατικανού… Το ενιαίο εκκλησιαστικό δίκαιο, η ενιαία λειτουργική, η ενιαία κατανομή των επισκοπικών εδρών από το κέντρο της Ρώμης, όλα αυτά δεν πηγάζουν από το Παπικό Πρωτείο αυτό καθ’ εαυτό» αλλά από την ιστορία. (Λόγια του τότε Καρδιναλίου  Ι. Ράτζιγκερ, Αρχιεπίσκοπος του Μονάχου). Ενότητα στη πίστη και στην Κοινωνία, με την καθοδήγηση της Συνόδου των Επισκόπων και του αρχηγού αυτού, του Πάπα, δεν σημαίνει αναγκαστικά ενιαία διαχείριση.

Ένα χάρισμα στην υπηρεσία της αλήθειας «Ad custodiendum et evolvendum integrum depositum fidei», «Για να διαφυλάξει και αναπτύξει στη γνησιότητά της την παρακαταθήκη της πίστεως» (Gasser, εισηγητής της Α’ Συνόδου του Βατικανού,  Mansi 52, 1225d). Μια αλήθεια λοιπόν η οποία πρέπει να διατηρηθεί και συγχρόνως να αναπτυχθεί. Πρόκειται για τη διαλεκτική της αλήθειας, που είναι αμετάβλητη αλλά και μπορεί να τελειοποιηθεί. Πού οφείλεται αυτό το γεγονός; Πρώτα, στο ότι οι ανθρώπινες φόρμουλες δεν μπορεί να περιλάβουν ολόκληρο το άπειρο περιεχόμενο της αλήθειας, που μας αποκάλυψε ο Θεός, και δεύτερον, στο ότι η αλήθεια έχει μια εσχατολογική διάσταση: Μόνο στην αιώνια ζωή η Εκκλησία θα μπορούσε να συλλάβει την πληρότητα της αλήθειας. «Η Εκκλησία κατά το πέρασμα των αιώνων τείνει ακατάπαυστα προς την πληρότητα της θεϊκής αλήθειας» (Β’ Σύνοδος του Βατικανού, Dei Verbum, 8). Ήδη ο Άγιος Θωμάς είχε διακηρύξει ότι η αλήθεια δεν μπορούσε να ταυτιστεί απόλυτα με μία φόρμουλα, έστω και αν αυτή η φόρμουλα είναι αληθινή. «Η πράξη πίστεως δεν εξαντλείται στην έκφραση, αλλά στην πραγματικότητα αυτής της πίστεως».

Αυτό είναι λοιπόν το χάρισμα του Πέτρου, ένα χάρισμα για την αλήθεια και την ενότητα. Μόνο με πίστη και αγάπη μπορεί κάποιος να το δεχθεί.

 

(Επεξεργασία και ερμηνεία άρθρου δημοσιευμένου στο περιοδικό «Settimana del Clero», Nr. 25, 26/6/1977, σελ. 4)

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Η ιστορική επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου στην Ελλάδα στην ΕΡΤ

Η Δημόσια Τηλεόραση θα καλύψει και θα μεταδώσει ολόκληρο το επίσημο πρόγραμμα του Προκαθήμενου της Καθολικής Εκκλησίας στη χώρα μας. Από την άφιξη του το Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021, το πρωί στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών έως και την αναχώρηση του τη Δευτέρα