
Από τη Συνοδική Πορεία έως τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται στις επιμέρους Εκκλησίες, ενισχύεται η πεποίθηση ότι η σημερινή αναγγελία του Ευαγγελίου απαιτεί νέες μορφές παρουσίας και ευθύνης όλων των βαπτισμένων. Υπάρχουν τα παραδείγματα των Αρχιεπισκοπών του Τορίνο και της Βερόνας.
Το ερώτημα διατυπώνεται συχνά με απόλυτο τρόπο: θα πάρουν οι λαϊκοί τη θέση των ιερέων; Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα λανθασμένο ερώτημα. Στον διάλογο που διεξάγεται σήμερα στην Καθολική Εκκλησία της Ιταλίας, το ζήτημα δεν είναι η αντικατάσταση των χειροτονημένων λειτουργών, αλλά η ανάπτυξη μιας συνυπευθυνότητας που να αγκαλιάζει ολόκληρο τον λαό του Θεού.
Αυτό είναι το κοινό νήμα που συνδέει τη Συνοδική Πορεία, τις πρόσφατες κατευθυντήριες γραμμές της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ιταλίας και τις Θεολογικές και Ποιμαντικές σκέψεις Επισκόπων και Θεολόγων που αναζητούν νέους τρόπους εκκλησιαστικής παρουσίας στις τοπικές κοινότητες.
Ιδιαίτερη συμβολή στη συζήτηση αυτή προσέφεραν οι παρεμβάσεις που συγκεντρώνονται στον τόμο Mondi da custodire («Κόσμοι που πρέπει να διαφυλαχθούν»), υπό την επιμέλεια του Αρχιεπισκόπου Φελίτσε Ακρόκκα, με κείμενα του Αρχιεπισκόπου Μαριάνο Κροτσιάτα, του Καρδιναλίου Ρομπέρτο Ρεπόλε και του Επισκόπου Φράνκο Τζούλιο Μπραμπίλλα.
Παρότι η αφετηρία της σκέψης τους είναι οι απομακρυσμένες και αραιοκατοικημένες περιοχές της Ιταλίας, οι προβληματισμοί τους αφορούν ολόκληρη την Εκκλησία.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κροτσιάτα υποστηρίζει ότι απαιτείται «μια νέα κατανομή των καθηκόντων, των ευθυνών και των συνεργασιών», καθώς και «μια σταδιακή αλλά ουσιαστική αναθεώρηση των σχέσεων μεταξύ πρεσβυτέρων, μονίμων διακόνων και λαϊκών». Δεν πρόκειται απλώς για καλύτερη οργάνωση των ενοριών, αλλά για την αναγνώριση της ωριμότερης εκκλησιαστικής υποκειμενικότητας των λαϊκών πιστών και της ουσιαστικότερης συμμετοχής τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και στον ποιμαντικό σχεδιασμό.
Ακόμη πιο σαφής είναι η προσέγγιση του Καρδιναλίου Ρεπόλε. Κατά την άποψή του, χρειάζεται να αναπτυχθούν νέες λαϊκές διακονίες, ώστε να καταστεί εμφανές ότι «η Ιερατική διακονία δεν είναι η μοναδική διακονία που υπάρχει στην Εκκλησία». Προτείνει, επομένως, σταθερές διακονίες, δημόσια αναγνωρισμένες και συνοδευόμενες από πορεία σχηματισμού και διάκρισης, καθώς και τη συγκρότηση ομάδων διακονίας που θα στηρίζουν τη ζωή των κοινοτήτων όπου δεν υπάρχει μόνιμος εφημέριος.
Οι τομείς δράσης περιλαμβάνουν την κατήχηση, τη φροντίδα ηλικιωμένων και ασθενών, τον συντονισμό των ποιμαντικών δραστηριοτήτων, ακόμη και ορισμένες διοικητικές υπηρεσίες που μπορούν να ανατεθούν σε κατάλληλα καταρτισμένους λαϊκούς.
Από την πλευρά του, ο Επίσκοπος Μπραμπίλλα προτρέπει να εγκαταλειφθεί η ρητορική μιας «Εκκλησίας όπου όλα είναι διακονία», προκειμένου να ανακαλυφθεί εκ νέου μια Εκκλησία «εξ ολοκλήρου βαπτισματική» και «εξ ολοκλήρου μαρτυρική». Οραματίζεται κοινότητες που θα εμψυχώνονται από ποιμαντικές ομάδες στις οποίες πρεσβύτεροι, διάκονοι, εγκατεστημένοι λειτουργοί και άλλοι πιστοί θα συνεργάζονται σταθερά για την κοινή αποστολή της Εκκλησίας.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνονται επίσης νέες μορφές διακονίας, όπως η «διακονία της φροντίδας» προς ηλικιωμένους και ευάλωτους ανθρώπους, καθώς και η δημιουργία εκπαιδευτικών κέντρων που θα συντονίζουν τη χριστιανική αγωγή των νέων σε περιοχές που πλήττονται από την ερήμωση και τη δημογραφική συρρίκνωση.
Δεν πρόκειται για υποκατάσταση των ιερέων
Επομένως, δεν πρόκειται για ανάθεση στους λαϊκούς λειτουργημάτων που ανήκουν στην Ιεροσύνη ούτε για δημιουργία προσώπων που θα υποκαταστήσουν τον εφημέριο.
Αντίθετα, σκοπός είναι να αναδειχθούν τα διαφορετικά χαρίσματα που υπάρχουν μέσα στον λαό του Θεού, να ενισχυθούν οι διακονίες του ευαγγελισμού, της κατήχησης και της φιλανθρωπίας, να λειτουργήσουν ουσιαστικά τα όργανα συμμετοχής και να δημιουργηθούν ποιμαντικές ομάδες που θα μοιράζονται την ευθύνη της εκκλησιαστικής αποστολής.
Η ίδια προοπτική αποτυπώνεται και στις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ιταλίας μετά την ολοκλήρωση της Συνοδικής Πορείας, όπου γίνεται λόγος για «διαφοροποιημένη συνυπευθυνότητα» όλων των βαπτισμένων, για ανάπτυξη των βαπτισματικών διακονιών και για ενίσχυση των οργάνων εκκλησιαστικής συμμετοχής.
Σε πολλές ιταλικές επισκοπές οι διαδικασίες αυτές έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η καθιέρωση νέων διακονιών στις Εκκλησίες του Τορίνο και της Σούζας, καθώς και η συνοδική πορεία της Βερόνας, η οποία επιδιώκει ευρύτερη συμμετοχή των πιστών στη ζωή των ενοριών.
Πρόκειται για διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας εκκλησιολογικής κατεύθυνσης: μιας Εκκλησίας που δεν ζητά από τους λαϊκούς να αντικαταστήσουν τους ιερείς, αλλά να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη που απορρέει από το Βάπτισμά τους.
Τορίνο: ογδόντα νέοι εγκατεστημένοι λειτουργοί στην υπηρεσία των κοινοτήτων
Κατά την Αγρυπνία της Πεντηκοστής, στην οποία προέστη ο Καρδινάλιος Ρομπέρτο Ρεπόλε, τελέστηκε για πρώτη φορά η επίσημη εγκατάσταση λειτουργών του ακολούθου (υποδιακόνου), του αναγνώστη, του κατηχητή και του υπεύθυνου για τη φιλανθρωπία και την κοινωνική δράση.
Ογδόντα πιστοί από τις Αρχιεπισκοπές του Τορίνο και της Σούζας ολοκλήρωσαν διετή κύκλο σπουδώνστο διεπισκοπικό Ινστιτούτο «Percorsi» και έλαβαν την επίσημη εκκλησιαστική αποστολή τους. Ήδη έχει αρχίσει νέος κύκλος σχηματισμού και έχουν ανοίξει οι εγγραφές για την περίοδο 2026–2028.
Ο Καρδινάλιος Ρεπόλε υπογράμμισε ότι η ουσιαστική καινοτομία δεν είναι η δημιουργία νέων ρόλων, αλλά η δημόσια εκκλησιαστική αναγνώρισή τους μέσα από λειτουργική τελετή.
«Το γεγονός ότι εγκαταστήσαμε αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες ως λειτουργούς κατά την Αγρυπνία της Πεντηκοστής», είπε, «καθιστά ορατό πως η διακονία του Ιερέα, αποφασιστική και αναντικατάστατη, δεν εξαντλεί όλες τις διακονίες που χρειάζεται η Εκκλησία».
Πρόσθεσε ακόμη ότι οι νέες αυτές διακονίες υπάρχουν ώστε να αφυπνίσουν σε όλους τους χριστιανούς τη συνείδηση των χαρισμάτων που απορρέουν από το Βάπτισμα. «Εάν δεν συμβεί αυτό, θα οδηγηθούμε σε μια νέα μορφή κληρικαλισμού» προειδοποίησε.
Ένας από τους νέους λειτουργούς συνοψίζει το πνεύμα της πρωτοβουλίας:
«Δεν είμαστε λαϊκοί που επιδιώκουμε εξουσία ή θέλουμε να αντικαταστήσουμε τους ιερείς· είμαστε άνθρωποι που επιθυμούμε να υπηρετήσουμε μέσα από τον διάλογο και τη συνεργασία».
Για τον λόγο αυτό ο Καρδινάλιος όρισε και ειδικό Ιερέα ως εκπρόσωπό του για τους εγκατεστημένους λειτουργούς, ώστε να καλλιεργείται σταθερός διάλογος μεταξύ λαϊκών, πρεσβυτέρων και διακόνων.
Οι ίδιοι οι νέοι λειτουργοί περιγράφουν την εμπειρία τους ως πρωτοποριακή. Η Chiara Costa μιλά για «πρωτοπόρους» που ανοίγουν έναν νέο δρόμο για τις τοπικές Εκκλησίες, ενώ ο Bruno Bossina επισημαίνει ότι η ποιμαντική ανανέωση δεν εξαρτάται πρωτίστως από τις δομές αλλά από ανθρώπους που μαθαίνουν να ακούν, να συνοδεύουν και να συνεργάζονται.
Η Alessia Votta συνοψίζει το πνεύμα της νέας διακονίας:
«Η εγκατεστημένη διακονία σημαίνει για μένα να γίνομαι γέφυρα που κινητοποιεί τα χαρίσματα των άλλων. Όταν οι λαϊκοί λειτουργοί συνεργάζονται πραγματικά με τους ιερείς, τότε ολόκληρη η κοινότητα ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Η πορεία αυτή δεν μας έδωσε μόνο γνώσεις· μας δίδαξε έναν τρόπο ζωής: τη συνυπευθυνότητα».
Βερόνα: τρεις χιλιάδες αντιπρόσωποι για μια Εκκλησία όπου όλοι συμμετέχουν
Η Εκκλησία της Βερόνας διαθέτει μακρά παράδοση ενεργού συμμετοχής των λαϊκών.
Ο Επίσκοπος Ντομένικο Πομπίλι, μετά τη συνοδική ποιμαντική επίσκεψή του στα δεκατέσσερα βικαριάτα της Επισκοπής, ανέδειξε την ανάγκη ακόμη ουσιαστικότερης αξιοποίησης των λαϊκών.
Από την Πεντηκοστή του 2025 έως τη Διοικητική Συνέλευση της 16ης Μαΐου 2026, περισσότεροι από 3.000 αντιπρόσωποι, στην πλειονότητά τους λαϊκοί άνδρες και γυναίκες, συμμετείχαν σε ομάδες πνευματικής συνομιλίας, κατέθεσαν εκατοντάδες προτάσεις και καθόρισαν τις ποιμαντικές προτεραιότητες της τοπικής Εκκλησίας.
Οι κυριότερες προτάσεις ήταν:
- κοινή θεολογική και ποιμαντική κατάρτιση κληρικών και λαϊκών·
- ενίσχυση και θεσμοθέτηση των διακονιών του αναγνώστη και του ακολούθου·
- δημιουργία ομάδων κατάλληλα εκπαιδευμένων λαϊκών για τη φροντίδα των ευάλωτων προσώπων·
- ουσιαστική συνυπευθυνότητα στη διοίκηση των ενοριών, με ενεργό ρόλο των ποιμαντικών και οικονομικών συμβουλίων, επαρκή συμμετοχή των γυναικών και συγκρότηση ομάδων λαϊκών που θα συνεργάζονται με τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους στη ζωή της κοινότητας.
Ζητήθηκε επίσης να εξεταστεί πληρέστερα η δυνατότητα που ήδη προβλέπει ο Κώδικας Κανονικού Δικαίου, σύμφωνα με την οποία σε ενορίες όπου δεν υπάρχει πρεσβύτερος μπορεί να ανατεθεί σε λαϊκούς η άσκηση ορισμένων μορφών ποιμαντικής ευθύνης, πάντοτε υπό την εξουσία του επισκόπου και σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονικού Δικαίου.
Ο Επίσκοπος Πομπίλι ανέθεσε την επεξεργασία όλων των προτάσεων στα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα, επισημαίνοντας ότι δεν πρέπει να επιδιώκονται εύκολες και πρόχειρες λύσεις, αλλά πιο απαιτητικές και διαρκείς επιλογές που θα γεννώνται από τη συνέχιση της ακρόασης και από αποφάσεις που λαμβάνονται από κοινού.
ΠΗΓΗ: AVVENIRE
+Νικόλαος,


