ΡΩΜΑΪΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

3

ΡΩΜΑΪΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

Ας επιστρέψουμε με χαρά στη Θεία Ευχαριστία!

Επιστολή προς τους Προέδρους των Ιερών Συνόδων της Ιεραρχίας
της Καθολικής Εκκλησίας
για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας κατά και μετά την πανδημία COVID-19

Η πανδημία που οφείλεται στον ιό Covid-19 έχει προκαλέσει αναταραχές όχι μόνο στην κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική ζωή, καθώς και στην εκπαίδευση και την εργασία, αλλά εξίσου και στη ζωή της χριστιανικής κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης της λατρευτικής διάστασής της. Για να αναχαιτιστεί η εξάπλωση του ιού, ήταν απαραίτητο το μέτρο μιας αυστηρής κοινωνικής αποστασιοποίησης, που είχε επιπτώσεις σε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής: «Όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους» (Μτ 18,20). «Όλοι ήταν αφοσιωμένοι στη διδασκαλία των αποστόλων και στη μεταξύ τους κοινωνία, στην τέλεση της θείας Ευχαριστίας και στις προσευχές. Όλοι οι πιστοί ζούσαν σε έναν τόπο και είχαν τα πάντα κοινά» (Πραξ 2,42.44).
Η κοινοτική διάσταση έχει ένα θεολογικό νόημα: Ο Θεός είναι σχέση Προσώπων εντός της Αγίας Τριάδος. Δημιουργεί τον άνθρωπο στη σχεσιακή συμπληρωματικότητα μεταξύ ανδρός και γυναικός, επειδή «δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος» (Γεν 2,18). Στη συνέχεια ο Θεός θέτει τον εαυτό του σε επαφή με τον άνδρα και τη γυναίκα και τους καλεί με τη σειρά τους σε σχέση μαζί του: όπως πολύ καλά κατανόησε ο Άγιος Αυγουστίνος, η καρδιά μας είναι ανήσυχη μέχρι να βρει τον Θεό και να αναπαυθεί σε αυτόν (βλ. Εξομολογήσεις, l, 1). Ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε τη δημόσια διακονία του καλώντας κοντά του μια ομάδα μαθητών για να μοιραστούν μαζί του τη ζωή και την διακήρυξη της Βασιλείας. Από αυτό το μικρό ποίμνιο γεννιέται η Εκκλησία. Για να περιγράψει την αιώνια ζωή, η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί την εικόνα μιας πόλης: την ουράνια Ιερουσαλήμ (βλ. Αποκ 21). Μια πόλη είναι μια κοινότητα προσώπων που μοιράζονται βασικές ανθρώπινες και πνευματικές αξίες, τόπους, χρόνους και οργανωμένες δραστηριότητες και που συμβάλλουν στην οικοδόμηση του κοινού αγαθού. Ενώ οι ειδωλολάτρες έχτιζαν ναούς αφιερωμένους μόνο στη θεότητα, στους οποίους οι άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση, οι Χριστιανοί, μόλις άρχισαν να απολαμβάνουν την ελευθερία της λατρείας, αμέσως έχτισαν οικοδομήματα που ήταν ταυτόχρονα domus Dei et domus ecclesiae, όπου οι πιστοί μπορούσαν να αναγνωριστούν ως κοινότητα του Θεού, λαός που κλήθηκε για λατρεία και συγκροτήθηκε ως ιερή σύναξη. Ο Θεός μπορεί, λοιπόν, να διακηρύξει: «Εγώ είμαι ο Θεός σου, εσύ θα είσαι ο λαός μου» (βλ. Εξ 6,7· Δτ 14,12). Ο Κύριος παραμένει πιστός στη Διαθήκη του (βλ. Δτ 7,9) και ο ίδιος ο Ισραήλ γίνεται έτσι η κατοικία του Θεού, ο ιερός τόπος της παρουσίας Του στον κόσμο (βλ. Εξ 29.45· Λευ 26,11-12). Για τον λόγο αυτό, ο οίκος του Κυρίου προϋποθέτει την παρουσία της οικογένειας των παιδιών του Θεού. Ακόμη και σήμερα, στην Ευχή των Εγκαινίων ενός νέου ναού, ο Επίσκοπος ζητά αυτό που από τη φύση του πρέπει να είναι ο ναός:

«[…] να είναι πάντοτε για όλους ένας ιερός τόπος […].
Εδώ η πηγή της χάριτος να εξαλείφει τα σφάλματα μας,
ώστε τα τέκνα σου να πεθαίνουν ως προς την αμαρτία
και να αναγεννώνται στη ζωή που χαρίζει το Άγιό σου Πνεύμα.
Εδώ η ιερή σύναξη, συναθροισμένη γύρω από την αγία Τράπεζα,
να τελεί την ανάμνηση του Πάσχα
και να τρέφεται στο ιερό συμπόσιο του Λόγου και του Σώματος του Χριστού.
Εδώ με αγαλλίαση να αντηχεί η δοξαστική λατρεία
και η φωνή των ανθρώπων να ενώνεται με τους χορούς των αγγέλων.
Εδώ να ανεβαίνει προς εσένα η αδιάλειπτη προσευχή για τη σωτηρία του κόσμου.
Εδώ ο φτωχός να βρίσκει έλεος,
ο καταπιεσμένος να αποκτά αληθινή ελευθερία
και κάθε άνθρωπος να απολαμβάνει την αξιοπρέπεια των τέκνων σου,
έως ότου όλοι φθάσουν στην πλήρη χαρά,
στην αγία πόλη, την ουράνια Ιερουσαλήμ».

Η χριστιανική κοινότητα δεν επιδίωξε ποτέ την απομόνωση και δεν έκανε ποτέ τον ναό μια πόλη με κλειστές τις πόρτες. Διαμορφωμένοι στην αξία της κοινοτικής ζωής και στην αναζήτηση του κοινού αγαθού, οι Χριστιανοί ανέκαθεν αναζητούσαν την ένταξη στην κοινωνία, αν και συνειδητοποιώντας μια διαφορετικότητα: να είναι μέσα στον κόσμο χωρίς να ανήκουν σε αυτόν και χωρίς να αφομοιώνονται από αυτόν (βλ. Επιστολή προς Διόγνητο, 5-6). Και στην επείγουσα περίπτωση της πανδημίας προέκυψε ένα μεγάλο αίσθημα ευθύνης: ακούγοντας και συνεργαζόμενοι με τις πολιτικές αρχές και με τους ειδικούς, οι Επίσκοποι μαζί με τις κατά τόπους Ιερές Συνόδους τους βρέθηκαν έτοιμοι να λάβουν δύσκολες και οδυνηρές αποφάσεις, ως και την παρατεταμένη αναστολή συμμετοχής των πιστών στη τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Αυτή η Ρωμαϊκή Σύνοδος είναι βαθιά ευγνώμων στους Επισκόπους για τον ζήλο και την προσπάθειά τους να ανταποκριθούν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σε μια απροσδόκητη και περίπλοκη κατάσταση.
Ωστόσο, μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις, είναι απαραίτητο και επείγον να επιστρέψουμε στην ομαλότητα της χριστιανικής ζωής, η οποία έχει τον ναό-εκκλησία ως κατοικία και την τέλεση της Θείας Λατρείας, ιδιαιτέρως της Ευχαριστίας, ως «την κορύφωση προς την οποία τείνει η δράση της Εκκλησίας και ταυτόχρονα την πηγή από την οποία απορρέει όλη η δύναμή της» (Sacrosanctum Concilium, 10).
Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει ποτέ την ανθρωπότητα, την οποία αυτός έπλασε, και ότι ακόμη και οι πιο δύσκολες δοκιμασίες μπορούν να φέρουν καρπούς χάριτος, αποδεχθήκαμε την απομάκρυνη από το ιερό θυσιαστήριο του Κυρίου ως μια περίοδο νηστείας από τη Θεία Ευχαριστία, χρήσιμη για να ανακαλύψουμε εκ νέου τη ζωτική σπουδαιότητά της, την ωραιότητα και την αμέτρητη πολυτιμότητά της. Το συντομότερο δυνατόν, όμως, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στην Ευχαριστία με την καρδιά αποκαθαρμένη, με έναν θαυμασμό αναζωπυρωμένο, με μια αυξημένη επιθυμία να συναντήσουμε τον Κύριο, να είμαστε μαζί του, να τον λάβουμε στην Αγία Μετάληψη, για να τον φέρουμε στους αδελφούς μας με τη μαρτυρία μιας ζωής πλήρους πίστεως, αγάπης και ελπίδας.
Αυτή η περίοδος της στέρησης μπορεί να μας δώσει τη χάρη να κατανοήσουμε την καρδιά των μαρτύρων αδελφών μας της Αβιτίνης στη Βόρεια Αφρική (αρχές 4ου αιώνα), οι οποίοι απάντησαν στους δικαστές τους με γαλήνια αποφασιστικότητα, παρότι ενόψει μιας βέβαιης θανατικής ποινής: «Sine Dominico non possumus». Το απόλυτο non possumus (δεν μπορούμε) και η σημασία του ουδέτερου ουσιαστικού Dominicum (το Κυριακόν, αυτό που είναι του Κυρίου) δεν μπορούν να μεταφραστούν με μία λέξη. Μια πολύ σύντομη έκφραση συνοψίζει έναν μεγάλο πλούτο αποχρώσεων και νοημάτων που προσφέρονται στην περίσκεψή μας σήμερα:
• Δεν μπορούμε να ζήσουμε, να είμαστε Χριστιανοί, να πραγματώσουμε πλήρως την ανθρώπινη φύση μας και τις επιθυμίες μας για καλό και για ευτυχία, που ενοικούν στην καρδιά μας, χωρίς τον Λόγο του Κυρίου, ο οποίος στην ιερουργία της Θείας Ευχαριστίας μορφοποιείται και γίνεται ζωντανός λόγος, τον οποίο προφέρει ο Θεός για όποιον σήμερα ανοίγει την καρδιά του για να ακούσει με προσοχή.
• Δεν μπορούμε να ζήσουμε ως Χριστιανοί χωρίς να συμμετέχουμε στη Θυσία του Σταυρού, με την οποία ο Κύριος Ιησούς προσφέρει τον εαυτό του χωρίς επιφύλαξη για να σώσει, δια του θανάτου του, τον άνθρωπο που ήταν νεκρός εξαιτίας της αμαρτίας. Ο Λυτρωτής συνδέει μαζί του την ανθρωπότητα και την επαναφέρει στον Πατέρα. Στην αγκάλη του Εσταυρωμένου βρίσκει φως και παρηγοριά κάθε ανθρώπινος πόνος.
• Δεν μπορούμε χωρίς το ιερό συμπόσιο της Ευχαριστίας, χωρίς την αγία τράπεζα του Κυρίου, στην οποία είμαστε καλεσμένοι ως τέκνα και αδέλφια για να λάβουμε τον ίδιο τον Αναστάντα Χριστό, παρόντα με το σώμα, το αίμα, την ψυχή και τη θεότητά του σε αυτόν τον Άρτο εξ ουρανού, που μας στηρίζει στις χαρές και στους κόπους του επίγειου προσκυνήματός μας.
• Δεν μπορούμε χωρίς τη χριστιανική κοινότητα, χωρίς την οικογένεια του Κυρίου: έχουμε ανάγκη να συναντήσουμε τους αδελφούς που μοιράζονται μαζί μας την Θεία υιοθεσία, την αδελφοσύνη του Χριστού, το κάλεσμα στην αγιότητα και την εκζήτηση της σωτηρίας των ψυχών τους μέσα στην πλούσια ποικιλία των ηλικιών, των προσωπικων ιστοριών, των χαρισμάτων και των κλήσεων.
• Δεν μπορούμε χωρίς τον οίκο του Κυρίου, ο οποίος είναι το σπίτι μας, χωρίς τους ιερούς τόπους όπου γεννηθήκαμε στην πίστη, όπου ανακαλύψαμε την προνοητική παρουσία του Κυρίου και βιώσαμε την ευγενική αγκάλη του, η οποία ανορθώνει εκείνους που έχουν πέσει, εκεί όπου αφιερώσαμε τη δική μας μας κλήση στην ιεροσύνη, την αφιερωμένη ζωή ή τον γάμο, εκεί όπου ικετεύσαμε και ευχαριστήσαμε, χαρήκαμε και κλάψαμε, εκεί όπου εμπιστευτήκαμε στον Πατέρα τα αγαπημένα μας πρόσωπα που ολοκλήρωσαν την επίγεια προσκυνηματική τους πορεία.
• Δεν μπορούμε χωρίς την ημέρα του Κυρίου, χωρίς την Κυριακή, που δίνει φως και νόημα στη διαδοχή των ημερών της εργασίας και των οικογενειακών και κοινωνικών ευθυνών.
Παρότι τα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης παρέχουν μια αξιέπαινη υπηρεσία στους ασθενείς και σε όσουν αδυνατούν να μεταβούν στον ναό, και προσέφεραν μεγάλη υπηρεσία στη μετάδοση της Θείας Λειτουργίας την περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχε η δυνατότητα της κοινοτικής ιεροτελεστίας, εντούτοις, καμία ηλετρονική μετάδοση δεν είναι ισοδύναμη με την προσωπική συμμετοχή ούτε μπορεί να την αντικαταστήσει. Ή μάλλον, αυτές οι ηλεκτρονικές μεταδόσεις, από μόνες τους, κινδυνεύουν να μας απομακρύνουν από μια προσωπική και οικεία συνάντηση με τον ενσαρκωθέντα Θεό, ο οποίος προσφέρθηκε σε εμάς όχι με εικονικό τρόπο, αλλά πραγματικά, λέγοντας: «Εκείνος που τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου είναι ενωμένος μαζί μου, κι εγώ με αυτόν» (Ιω 6,56). Αυτή η φυσική επαφή με τον Κύριο είναι ζωτικής σημασίας, είναι απαραίτητη και αναντικατάστατη. Εφόσον, λοιπόν, προσδιορίστηκαν και υιοθετήθηκαν τα συγκεκριμένα πρακτικά μέτρα για την ελαχιστοποίηση της μετάδοσης του ιού, είναι απαραίτητο όλοι να ξαναπάρουν τη θέση τους στη σύναξη των αδελφών, να ανακαλύψουν εκ νέου την αναντικατάστατη πολυτιμότητα και ωραιότητα της ιεροτελεστίας, να προσκαλέσουν και να προσελκύσουν με τη μετάδοση του ενθουσιασμού τους εκείνους τους αδελφούς και τις αδελφές μας που αποθαρρύνθηκαν, φοβήθηκαν, μετά από τόσο καιρό απουσίας και αποπροσανατολισμού.
Αυτή η Ρωμαϊκή Σύνοδος προτίθεται να επιβεβαιώσει ορισμένες αρχές και να προτείνει ορισμένες γραμμές δράσης για να προωθήσει μια γρήγορη και ασφαλή επιστροφή στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας.
Η δέουσα προσοχή στους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας δεν μπορεί να οδηγήσει στην αποστείρωση των λειτουργικών πράξεων και των ιερών ακολουθιών, στην – έστω και ασυνείδητη – πρόκληση φόβου και ανασφάλειας στους πιστούς.
Έχουμε εμπιστοσύνη στη συνετή και σταθερή δράση των Επισκόπων, ώστε η συμμετοχή των πιστών στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας να μην καταταχθεί από τις δημόσιες αρχές σαν ένας «συγχρωτισμός», και να μην θεωρηθεί ως συγκρίσιμη ή ακόμη και υποδεέστερη από μορφές ψυχαγωγίας.
Οι λειτουργικοί κανόνες δεν είναι θέμα για το οποίο μπορούν να νομοθετούν οι πολιτικές αρχές, αλλά μόνο οι αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές (βλ. Sacrosanctum Concilium, 22).
Ας διευκολυνθεί η συμμετοχή των πιστών στις ιεροτελεστίες, αλλά χωρίς αυτοσχέδια τελετουργικά πειράματα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες που περιέχονται στα λειτουργικά βιβλία, οι οποίοι ρυθμίζουν την τέλεση των ιερών ακολουθιών. Στη Θεία Λατρεία, η οποία είναι εμπειρία ιερότητας, αγιότητας και μεταμορφωτικής ωραιότητας, προγευόμαστε την αρμονία της αιώνιας μακαριότητας: συνεπώς, πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την αξιοπρέπεια των τόπων, των ιερών σκευών, των τρόπων τέλεσης των ιεροτελεστιών, σύμφωνα με την έγκυρη υπόδειξη της Β’ Συνόδου του Βατικανού: «Οι ιερές ακολουθίες ας λάμπουν από ευγενική απλότητα» (Sacrosanctum Concilium, 34).
Ας αναγνωριστεί στους πιστούς το δικαίωμα να λαμβάνουν το Σώμα του Χριστού και να προσκυνούν τον Κύριο, παρόντα στο Πανάχραντο Μυστήριο της Αγίας Ευχαριστίας, με τους προβλεπόμενους τρόπους, χωρίς περιορισμούς που να υπερβαίνουν ακόμη και αυτό που προβλέπεται από τους κανόνες υγιεινής, οι οποίοι εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές ή από τους Επισκόπους.
Στην Ευχαριστιακή ιεροτελεστία οι πιστοί προσκυνούν τον Ιησού, Αναστάντα και παρόντα, αλλά βλέπουμε ότι αρκετά εύκολα χάνεται η αίσθηση της προσκυνήσεως, η προσευχή προσκυνήσεως. Ζητούμε από τους Ποιμένες, στις κατηχήσεις τους, να επιμείνουν στην ανάγκη της προσκυνήσεως.
Μια ασφαλής αρχή για να μην γίνουν λάθη είναι η υπακοή. Υπακοή στους κανόνες της Εκκλησίας, υπακοή στους Επισκόπους. Σε περιόδους δυσκολίας (π.χ. στους πολέμους, στις πανδημίες) οι Επίσκοποι και οι Ιερές Σύνοδοι της Ιεραρχίας μπορούν να δώσουν προσωρινούς κανονισμούς, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται με υπακοή. Η υπακοή προστατεύει τον θησαυρό που έχει ανατεθεί στην Εκκλησία. Αυτά τα μέτρα που υπαγορεύονται από τους Επισκόπους και από τις Ιερές Συνόδους της Ιεραρχίας, λήγουν όταν η κατάσταση επιστρέψει στην ομαλότητα.
Η Εκκλησία θα συνεχίσει να προστατεύει το ανθρώπινο πρόσωπο στο σύνολό του. Αυτό μαρτυρεί την ελπίδα, μας καλεί να έχουμε την εμπιστοσύνη μας στον Θεό, μας υπενθυμίζει ότι η επίγεια ύπαρξη είναι σημαντική, αλλά πολύ πιο σημαντική είναι η αιώνια ζωή: το να μοιραζόμαστε την ίδια ζωή με τον Θεό για την αιωνιότητα είναι ο στόχος μας, είναι η κλήση μας. Αυτή είναι η πίστη της Εκκλησίας, που μαρτυρείται εδώ και αιώνες από στρατιές μαρτύρων και αγίων, μια θετική διακήρυξη που ελευθερώνει από τους μονοδιάστατους αναγωγισμούς, από τις ιδεολογίες: στο απαραίτητο μέλημά της για τη δημόσια υγεία, η Εκκλησία ενώνει τη διακήρυξη και τη συνοδεία προς την αιώνια σωτηρία των ψυχών. Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας στην ευσπλαχνία του Θεού, να επικαλούμαστε τη μεσιτεία της Μακαρίας Αειπαρθένου Μαρίας, που είναι η σωτηρία των ασθενών και η βοήθεια των Χριστιανών, για όλους όσους δοκιμάζονται σοβαρά από την πανδημία και από κάθε άλλη ταλαιπωρία, ας μνημονεύουμε στην προσευχή όσους έφυγαν από αυτή τη ζωή, και ταυτόχρονα ας ανανεώσουμε την αποφασιστικότητά μας να είμαστε μάρτυρες του Αναστάντος Κυρίου και αγγελιοφόροι μιας βέβαιης ελπίδας, η οποία υπερβαίνει τα όρια αυτού του κόσμου.

Εκ του Βατικανού, 15 Αυγούστου 2020
Πανήγυρη της Μεταστάσεως της Μακαρίας Αειπαρθένου Μαρίας
Ο Άκρος Αρχιερεύς Φραγκίσκος, κατά την Ακρόαση την οποία παραχώρησε στις 3 Σεπτεμβρίου 2020 στον υπογεγραμμένο Καρδινάλιο Πρόεδρο της Ρωμαϊκής Συνόδου για τη Θεία Λατρεία και την Τάξη των Μυστηρίων, ενέκρινε την παρούσα Επιστολή και διέταξε τη δημοσίευσή της.

Ροβέρτος Καρδ. Σαρά
Πρόεδρος

————————
Μετάφραση: π. Λέων Κισκίνης
Συνοδική Επιτροπή μεταφράσεων εκκλησιαστικών κειμένων

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Το κήρυγμα της Κυριακής (του Σεβ. Νικολάου)

  ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΔΩΡΕΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ακούσαμε είναι ένα από τα πιο γνωστά επεισόδια του Ευαγγελίου, ο «πολλαπλασιασμός των άρτων».

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου