Ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής για το Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Καθολικής και των Ορθοδόξων Εκκλησιών

Ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής για το Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Καθολικής και των Ορθοδόξων Εκκλησιών

Από τις 15 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 2016, πραγματοποιήθηκε στο Chieti(στην περιφέρεια του Abruzzo της Κεντρικής Ιταλίας), η 14η  Γενική Συνέλευση της ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας είχε συσταθεί από τον Άγιο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ και τον  Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο Α’, με την ευκαιρία της επισκέψεως του πρώτου στο Φανάρι στις 30 Νοεμβρίου 1979.

Το τελευταίο ντοκουμέντο που εγκρίθηκε από την Επιτροπή στο σύνολό της, ήταν αυτό της Ραβέννα το 2007 με θέμα: «Εκκλησιολογικές και Κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας: Εκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότητα και Εξουσία μέσα στην Εκκλησία».

Η φετινή ολομέλεια της Επιτροπής συνήλθε στο Chieti ύστερα από πρόσκληση του Αρχιεπισκόπου Bruno Forte, που είναι και ο ίδιος μέλος της Επιτροπής. Στη Σύνοδο συν-προέδρευσαν για τους μεν καθολικούς, ο Καρδινάλιος KurtKoch, Πρόεδρος του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας και για πρώτη φορά από την Ορθόδοξη πλευρά ο Αρχιεπίσκοπος Τελμησσού Job Getcha, έως τώρα εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ο Αρχιεπίσκοπος Τελμησσού διορίστηκε πρόσφατα στη θέση αυτή, ύστερα από την παραίτηση, για λόγους ηλικίας, του γνωστού θεολόγου Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα. Η Επιτροπή απαρτίζεται από δύο εκπροσώπους για κάθε μία από τις δεκατέσσερις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, καθώς και ισάριθμα των καθολικών μέλη. Στην Επιτροπή, από ελληνικής πλευράς, συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Ιωάννης Σπιτέρης και ο Σεβασμιότατος Δημήτριος Σαλάχας.

Το κείμενο που εξετάστηκε και εγκρίθηκε ομόφωνα είναι: «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: στην πορεία προς κοινή κατανόηση στην υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας» (“Synodality and Primacy During the First Millennium: Towards a Common Understanding in Service to the Unity of the Church”).

Πρόκειται για το πρώτο κείμενο της Επιτροπής διαλόγου που ψηφίστηκε από όλα τα μέλη της, ύστερα από το σπουδαίο ντοκουμέντο της Ραβέννας, για το οποίο να θυμηθούμε πως, το Πατριαρχείο της Μόσχας απέρριψε το περιεχόμενό του. Το φετινό κείμενο είναι καρπός πολλών συναντήσεων, συμβιβασμών και αναθεωρήσεων, καθώς οι δύο προηγούμενες εκδόσεις απερρίφθησαν, κυρίως μετά από επέμβαση της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου της Μόσχας. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς και ειλικρινείς, αυτοί οι συμβιβασμοί φτώχυναν σε περιεχόμενο το κείμενο του Chieti, σε σύγκριση με το αντίστοιχο ψήφισμα που είχε δημοσιευθεί εννέα χρόνια νωρίτερα στη Ραβέννα. Στην πραγματικότητα το κείμενο του Chieti αναπτύσσει την ίδια θεματολογία, μόνο με πιο περιορισμένα επιχειρήματα και αρκετές οπισθοχωρήσεις.

Όλο το κείμενο αναπτύσσεται σε 21 άρθρα σε έξι σελίδες στις οποίες αναλύεται η συσχέτιση Πρωτείου και Συνοδικότητας σε τρία επίπεδα. Πρώτα σε τοπικό επίπεδο (Επισκοπικό), στην συνέχεια σε περιφερειακό (Πατριαρχείων) και τέλος σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλο το κείμενο υπακούει στην ακόλουθη αρχή: σε κανένα επίπεδο δεν υπάρχει ο πρώτος χωρίς την συνύπαρξη των πολλών, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η ίδια η Σύνοδος. Όπως γράφει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «Εκκλησία σημαίνει εξίσου συνάθροιση και Σύνοδος». (Explicatioin Ps149, PG55, 493. Βλ. παρ. 3).

Χαρακτηριστικά σε ότι αφορά στην τοπική Εκκλησία είναι τα λόγια του Αγ. Ιγνατίου Αντιοχείας «όπου είναι ο Επίσκοπος, εκεί ας είναι και όλοι οι άνθρωποι, όπως συνέβη και με τον Ιησού Χριστό». (Επιστολή στους κατοίκους της Σμύρνης 8. Βλ. παρ. 8). Σε τοπικό επίπεδο, αυτή η συνύπαρξη του πρώτου (ο Επίσκοπος) και των πολλών (το Πρεσβυτέριο και ο Λαός του Θεού) εκφράζεται κυρίως στην τέλεση της Αγίας Ευχαριστίας. Είναι τέτοια η αναγκαιότητα της ταυτόχρονης ύπαρξης του Επίσκοπου και του Λαού του Θεού (συν-λείτουργο), ώστε για την Ορθόδοξη πλευρά, αν τελείται μια Θεία Λειτουργία χωρίς το λαό, αυτή είναι άκυρη και δεν υπάρχει Θεία Ευχαριστία (βλ. παρ. 8). Η καθολική πλευρά πάντως αμφισβήτησε το απόλυτο αυτής της διατύπωσης. 

Σε ότι αφορά στην περιφερειακή κοινωνία των Εκκλησιών, αναλύθηκε το γεγονός πως κατά τον 4ο και 5ο  αιώνα, κατά τους οποίους αναπτύχθηκαν τα πέντε πρεσβυγενή Πατριαρχεία (πενταρχία), οι διάφορες Οικουμενικές Σύνοδοι παραχώρησαν «προνόμια», τα οποία γίνονταν φανερά κατά τη διάρκεια των τοπικών Συνόδων. Το ντοκουμέντο παρουσιάζει εκ νέου (βλ. Ραβέννα. παρ. 24) τον 34ο  Κανόνα των Αποστόλων και τον ορίζει ως κριτήριο για τις σχέσεις μεταξύ του ενός (του πρώτου) και των πολλών (της Συνόδου): «Οι επίσκοποι κάθε έθνους (περιφερείας) πρέπει να αναγνωρίζουν τον ένα, πού είναι πρώτος ανάμεσά τους και να τον θεωρούν ως κεφαλή τους και να μη πράττουν  τίποτα χωρίς τη σύμφωνη  γνώμη του, ενώ κάθε επίσκοπος μπορεί να πράττει μόνο ό,τι αφορά τη δική του επισκοπή (παροικία) και τα υπαγόμενα σ’ αυτή  εδάφη. Όμως, ο πρώτος δεν μπορεί να πράττει τίποτα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων. Έτσι η ομόνοια  θα επικρατήσει και ο Θεός θα δοξάζεται δια του Κυρίου εν Αγίω Πνεύματι» (βλ. παρ. 13).Ωστόσο, αυτός ο Κανόνας, όπως είναι φανερό, δεν αναφέρεται στο παγκόσμιο επίπεδο, αλλά στο περιφερειακό. Στην Δύση πάντως ήταν ελάχιστα γνωστός. 

Σε ότι αφορά το παγκόσμιο επίπεδο, οι συζητήσεις των μελών της Επιτροπής υπήρξαν αναγκαστικά ζωηρές και συχνά έντονες, πάντοτε όμως με σεβασμό ο ένας προς τον άλλον. Πράγματι, επρόκειτο πλέον να αντιμετωπιστεί το θέμα του Πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι φανερό ότι προσεγγίζαμε το μεγαλύτερο πρόβλημα που από αιώνες χωρίζει τις δύο Εκκλησίες. Αυτό το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με τα κριτήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή με τους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ωστόσο ανήκουν στην αδιαίρετη Εκκλησία. Αυτοί οι Κανόνες αναγνωρίζουν στον Επίσκοπο Ρώμης «τα πρωτεία της τιμής». Η έκφραση, αναφερόμενη στο Πάπα: «Primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων) δεν έγινε δεκτή, διότι δεν είναι εκκλησιαστική ορολογία (δεν τη βρίσκουμε σε κανέναν ιερό κανόνα, σε κανέναν Πατέρα της Εκκλησίας), αλλά πολιτική. Μεταξύ λοιπόν του 4ου και του 7ου αι. η τάξη των πέντε πατριαρχικών εδρών αναγνωρίστηκε και θεσμοθετήθηκε βάσει των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, με τη Ρώμη να κατέχει την πρώτη θέση, ασκώντας το Πρωτείο τιμής ανάμεσα στα άλλα Πατριαρχεία  (βλ. παρ. 15).

Αυτή η διατύπωση για την καθολική πλευρά δεν ήταν αρκετή και επέμεινε, να αναφερθεί στην 16η παράγραφο ότι η θεολογία και η παράδοση της δυτικής Εκκλησίας δεν βασίζει το Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης σε πολιτικά αίτια, (διότι ήταν πρωτεύουσα αυτοκρατορίας και άλλωστε δεν δέχθηκε ποτέ τον 28ο Κανόνα της Χαλκηδόνας) αλλά βάσισε το Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης σε θρησκευτικούς λόγους και συγκεκριμένα στα λόγια του Χριστού προς τον Απόστολο Πέτρο. Η Ορθόδοξη βέβαια πλευρά δεν έχει δεχθεί ποτέ την Πέτρεια αυτή θεολογία που χαρακτηρίζει την διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά ούτε και την απέρριψε ποτέ άμεσα, τουλάχιστον μέχρι τον 12ο αι. Είναι τόσο σπουδαία αυτή η διαφορά, μεταξύ των δύο παραδόσεων, ώστε η παράγραφος 16τελειώνει με την ευχή «ο διάλογος πρέπει να επιστρέψει μελλοντικά πάνω σε αυτό το ζήτημα».

Ένα άλλο θέμα συζήτησης σχετικό με το Παπικό πρωτείο τιμής, σε ότι αφορά στις Οικουμενικές Συνόδους, είναι η αναγκαία επικύρωση που παραχωρούσε ο Πάπας στις αποφάσεις τους. Αυτή όμως η έγκριση ήταν απαραίτητη και από τους άλλους Πατριάρχες. Ωστόσο η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος (Β’ Νικαίας, 787), ορίζει ότι, για να υπάρχει μια Οικουμενική Σύνοδος, είναι αναγκαία η «συμφωνία» των κεφαλών των Εκκλησιών, η «συνεργεία» του Επισκόπου Ρώμης, «συμφρονούντων» των άλλων Πατριαρχών (βλ. παρ. 18).     

Το άλλο προνόμιο του Επισκόπου Ρώμης ήταν το  δικαίωμα της έκκλησης, του  εκκλήτου, της προσφυγής δηλ. προς τον Ρώμης κατά Συνοδικών δικαστικών αποφάσεων στην Ανατολή, που μαρτυρείται ιδιαίτερα από τη Σαρδική Σύνοδο στους Κανόνες 3, 4 και 5, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, στην ερμηνεία αυτών των κανόνων, Ανατολή και Δύση  διαφοροποιούνται, υπό την έννοια ότι για μεν τους Ορθοδόξους ο Πάπας δεν επενέβαινε αυτοβούλως, αλλά τη συναινέσει των λοιπών Πατριαρχών, για δε τους Καθολικούς το γεγονός του εκκλήτου ήταν αναγνώριση του δικαιώματος του Πάπα να επεμβαίνει και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών Πατριαρχών, για τη διασφάλιση της κανονικής τάξης και ενότητας. Ποτέ όμως ο Επίσκοπος Ρώμης δεν εξάσκησε μια άμεση δικαιοδοσία στην χριστιανική Ανατολή (βλ. παρ. 19).

 

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η θετική ουσία του ντοκουμέντου είναι η εξής: οι Καθολικοί αναγνωρίζουν ότι η Συνοδικότητα είναι ουσιαστικό γνώρισμα της δομής της Εκκλησίας, ενώ η ορθόδοξη πλευρά αναγνωρίζει – με όλους τους περιορισμούς που έθεσε – την αναγκαιότητα να υπάρχει ένας πρώτος και στο παγκόσμιο επίπεδο. Αυτές οι δύο αναγνωρίσεις μπορούν να θεωρηθούν ένα βήμα προόδου στο θεολογικό διάλογο μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων.

Υπήρξε τέλος χρονοβόρα συζήτηση και αρκετή ένταση για το μέλλον του διαλόγου. Τα δύο μέρη συσκέφθηκαν χωριστά και οι καθολικοί πρότειναν στην Ολομέλεια την επιθυμία τους να συζητηθεί η θεολογική και βιβλική πρόοδος που υπήρξε στο πλαίσιο της Καθολικής Εκκλησίας, κυρίως μετά τη Β’ Βατικανή Σύνοδο, σε ότι αφορά τη φύση και την εξάσκηση του παπικού πρωτείου, όχι ως πρωτείο εξουσίας, αλλά ως διακονία για την διατήρηση της ενότητας μέσα στην Εκκλησία. Η Ορθόδοξη πλευρά όμως και κύρια οι Ρώσοι επέμειναν να ασχοληθεί ξανά η Ολομέλεια με το θέμα των Ενωτικών Εκκλησιών (τη λεγόμενη «Ουνία»). 

Η Καθολική Εκκλησία αντιλήφθηκε ότι οι παράμετροι μίας τέτοιας συζήτησης έχουν αίτια μάλλον πολιτικά παρά θεολογικά, που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία και απευχήθηκαν μία τέτοια εξέλιξη. Η Καθολική πλευρά είναι πεπεισμένη ότι το θέμα της ουνίας δεν είναι απλά μία αφηρημένη θεολογική έννοια, αλλά αφορά ανθρώπους, συγκεκριμένες κοινότητες και ένα ελάχιστα μελετημένο ιστορικό πλαίσιο και παρελθόν. Ως εκ τούτου τα μέλη της καθολικής αντιπροσωπείας κατέληξαν στο ότι το συγκεκριμένο θέμα έχει λήξει θεολογικά με το ντοκουμέντο του Μπάλαμαντ του Λιβάνου, το οποίο ανέφερε πως η μέθοδος των ενωτικών εκκλησιών δεν είναι η δέουσα για την προσέγγιση καθολικής και ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ο θεολογικός διάλογος και η χριστιανική αγάπη. Σε κάθε περίπτωση, η καθολική πλευρά, είναι ανοιχτή θεολογικά σε κάθε προσέγγιση αλλά και συμβιβασμό, έστω και για αυτό το θέμα, κάτι που θα αποφασίσει εν καιρώ η συντονιστική υπό – επιτροπή της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής, στην συνάντησή της τον επόμενο χρόνο από τις 15 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 2017, σε τόπο που θα ανακοινωθεί στο μέλλον.

Στο περιθώριο της Ολομέλειας οι δύο αντιπροσωπείες έγιναν θερμότατα δεκτές από τον Δήμαρχο της Francavilla al Mareκ. Antonio Luciani. Το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου η Καθολική αντιπροσωπεία λειτούργησε στον μεγαλοπρεπή Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιουστίνου του Chiet iστην οποία προήδρευσε ο καρδινάλιος Kurt Koch. Στην συνέχεια έγιναν δεκτοί από τον Δήμαρχο της πόλης κ. Umberto di Primio, όπου στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης η χορωδία της αδελφότητας Sacro Montedei Morti έψαλλε το «Miserere» του Selecchy. Ακολούθως έγιναν δεκτοί από τον Νομάρχη και τον Περιφερειάρχη που παρέθεσε δείπνο προς τιμήν όλων των συνέδρων στο Κυβερνείο

Την Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου τα μέλη της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας λειτούργησαν στο ιερό καθολικό προσκύνημα του Manopello εκεί όπου φυλάσσεται και τιμάται το Άγιο Σουδάριο. 

Το σπουδαίο αυτό κειμήλιο που αποτυπώνει σε ένα λεπτό ύφασμα διαστάσεων 24Χ17,5 εκ. το πρόσωπο του Χριστού με έναν τρόπο ανεξήγητο βρέθηκε το 1506 στα χέρια ενός άγνωστου προσκυνητή και έκτοτε περιπλανήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες μέχρι το 1638 που βρήκε φιλόξενη στέγη μέσα στην βαρύτιμη λειψανοθήκη του ναού του Manopello. Το ιερό αυτό αχειροποίητο κειμήλιο έχει υποστεί πολλές έρευνες και αναλύσεις με τις περισσότερες να καταλήγουν στο ότι πρόκειται για την μαντήλα με την οποία είχαν καλύψει το πρόσωπο του Εσταυρωμένου πριν τον τυλίξουν με το σάβανο, την σινδόνη δηλαδή του Τορίνο. Η ταύτιση άλλωστε στα χαρακτηριστικά και στη φυσιογνωμία των δύο υφασμάτων είναι πραγματικά εκπληκτική και αποπνέει μία μυστηριακή αλλά και πονεμένη γλυκύτητα. Οι Καπουκίνοι πατέρες που είναι υπεύθυνοι του προσκυνήματος παρέθεσαν στην συνέχεια γεύμα σε όλους τους συνέδρους.

Το ντοκουμέντο που ψηφίστηκε στο Chietiολοκληρώνεται με την πεποίθηση ότι, καθώς την πρώτη χριστιανική χιλιετηρίδα οι Επίσκοποι ανατολής και δύσης, διατηρώντας την αποστολική διαδοχή, ανέπτυξαν μεθόδους που συνέθεταν την Συνοδικότητα σε σχέση με το Πρωτείο, έτσι και τώρα μπορούν να κατανοήσουν αυτήν την έννοια ως μία διακονία αγάπης ανάμεσα στους Προκαθημένους των χριστιανικών Εκκλησιών, αναγνωρίζοντας τα σφάλματα του παρελθόντος και εκφράζοντας τη διαθεσιμότητα τους να εργαστούν για τη μία του Χριστού Εκκλησία. 

 

 

 

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Mελέτη του Ευαγγελίου της ημέρας

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ 19ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 13 Αυγούστου 2022   Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν Επικαλούμαι το

13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΝΤΙΑΝΟΥ

  Εξελέγη Πάπας το 230, περίοδο που ο χριστιανισμός κατόρθωσε να οργανωθεί καθώς ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος ήταν αρκετά ανεκτικός με το θρησκευτικό ζήτημα. Εντούτοις,

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου