Ο  ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

(στις Εξομολογήσεις του)

Με την ευκαιρία της εορτής της Αγίας Μόνικας (27 Αυγούστου), μητέρας του Αγίου Αυγουστίνου, θεωρώ πολύ ωφέλιμο να σας παρουσιάσω μερικές σκέψεις του Αγίου για τη Μητέρα του:

         «Πλησίαζε πλέον η ημέρα κατά την οποία εκείνη θα αναχωρούσε από αυτή τη ζωή, ημέρα που εσύ, Κύριε, γνώριζες, ενώ εμείς την αγνοούσαμε. Με τον μυστηριώδη και προνοητικό σχεδιασμό σου, συνέβη κάποτε να βρισκόμαστε μόνοι οι δυο μας, εγώ και εκείνη, ακουμπισμένοι στο περβάζι ενός παραθύρου που έβλεπε στον εσωτερικό κήπο του σπιτιού όπου φιλοξενούμασταν, εκεί κοντά στην Όστια. Μακριά από τον θόρυβο του πλήθους, ύστερα από την κούραση του μακρινού ταξιδιού, ετοιμαζόμασταν να επιβιβαστούμε στο πλοίο.

                    Μιλούσαμε μόνοι μας με μεγάλη γλυκύτητα και, ξεχνώντας το παρελθόν, στρεφόμασταν προς το μέλλον, προσπαθώντας, υπό το φως της παρούσας Αλήθειας, που είσαι εσύ, να γνωρίσουμε ποια είναι η αιώνια κατάσταση των αγίων, εκείνη δηλαδή τη ζωή «που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκε» (βλ. Α΄ Κορ. 2,9). Με το στόμα μας διψούσαμε για το νερό που αναβλύζει από την πηγή σου, από εκείνη την πηγή της ζωής που βρίσκεται κοντά σου.

         Έλεγα πράγματα σαν κι αυτά, αν και όχι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο και με αυτά τα συγκεκριμένα λόγια. Εσύ όμως, Κύριε, γνωρίζεις ότι εκείνη την ημέρα, ενώ συζητούσαμε έτσι και, ανάμεσα στις κουβέντες μας, ο κόσμος αυτός με όλες τις απολαύσεις του έχανε στα μάτια μας κάθε ελκυστικότητα, η μητέρα μου μού είπε:

         «Γιε μου, όσο για μένα, δεν βρίσκω πλέον καμία γοητεία σ’ αυτή τη ζωή. Δεν ξέρω τι κάνω ακόμη εδώ κάτω και γιατί βρίσκομαι εδώ. Αυτός ο κόσμος δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο επιθυμίας για μένα. Υπήρχε ένας μόνο λόγος για τον οποίο επιθυμούσα να παραμείνω ακόμη λίγο σ’ αυτή τη ζωή: να σε δω, πριν πεθάνω, χριστιανό καθολικό. Ο Θεός με εισάκουσε πέρα από κάθε προσδοκία μου· μου χάρισε να σε δω στην υπηρεσία του και απελευθερωμένο από τις επιδιώξεις της επίγειας ευτυχίας. Τι κάνω λοιπόν ακόμη εδώ;».

         Δεν θυμάμαι καλά τι της απάντησα σχετικά. Εν τω μεταξύ, μέσα σε πέντε ημέρες περίπου, έπεσε στο κρεβάτι με πυρετό. Κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της, μια μέρα λιποθύμησε και για λίγο έχασε τις αισθήσεις της. Τρέξαμε κοντά της, αλλά εκείνη συνήλθε γρήγορα, κοίταξε εμένα και τον αδελφό μου που στεκόμασταν δίπλα της και είπε, σαν να αναζητούσε κάτι:

«Πού ήμουν;».

         Έπειτα, βλέποντάς μας συντετριμμένους από τη θλίψη, είπε:

«Εδώ θα θάψετε τη μητέρα σας».

Εγώ σιωπούσα, με έναν κόμπο στον λαιμό, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Ο αδελφός μου, όμως, είπε μερικά λόγια, εκφράζοντας την επιθυμία του να την δει να κλείνει τα μάτια της στην πατρίδα και όχι σε ξένη γη. Εκείνη, ακούγοντάς τον, έκανε ένα νεύμα αποδοκιμασίας για όσα είχε πει. Κατόπιν, στρεφόμενη προς εμένα, είπε:

«Άκουσες τι λέει;».

Και λίγο αργότερα είπε και στους δυο μας:

«Να θάψετε αυτό το σώμα, είπε, όπου καλύτερα σας αρέσει· δεν θέλω να στενοχωριέστε γι’ αυτό. Μόνο αυτό σας παρακαλώ: όπου κι αν βρίσκεστε, να με θυμάστε στο θυσιαστήριο του Κυρίου».

Αφού εξέφρασε, όσο μπορούσε, αυτή την επιθυμία, σώπασε. Εν τω μεταξύ, η ασθένεια επιδεινωνόταν και εκείνη εξακολουθούσε να υποφέρει.

Την ένατη ημέρα της ασθένειάς της, στο πεντηκοστό έκτο έτος της ζωής της και στο τριακοστό τρίτο της δικής μου, εκείνη η ευλογημένη και αγία ψυχή αναχώρησε από αυτή τη γη».

                     +Νικόλαος,

Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.