ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Κατά τη Λιτανεία
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Κύκλος Α’
Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου.
Ανάγνωσμα από το κατά Ματθαίο Άγιο Ευαγγέλιο (21,1-11)
Όταν πλησίασαν στα Ιεροσόλυμα και έφθασαν στη Βηθφαγή, στο όρος των Eλαιών, τότε ο Ιησούς έστειλε δυο μαθητές, λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στο χωριό που είναι απέναντί μας και αμέσως θα βρείτε δεμένη μια γαϊδούρα και ένα πουλάρι μαζί της. Να τα λύσετε και να μου τα φέρετε. Και αν κάποιος σας πει κάτι, θα πείτε: “O Κύριος τα χρειάζεται κι αμέσως θα τα στείλει πίσω”».
Αυτό συνέβη για να εκπληρωθεί ό,τι αναγγέλθηκε με το στόμα του προφήτη, όταν είπε: «Πείτε στη θυγατέρα Σιών: Ιδού, έρχεται σε σένα ο βασιλιάς σου, πράος και καθισμένος επάνω σε γάιδαρο και επάνω σε πουλάρι, γέννημα υποζυγίου».
Οι μαθητές πήγαν και έκαμαν όπως τους διέταξε ο Ιησούς. Έφεραν τη γαϊδούρα και το πουλάρι και έβαλαν επάνω τα επανωφόρια τους, κι ο Ιησούς κάθισε επάνω τους. Κι ο περισσότερος κόσμος έστρωνε τα ρούχα του στο δρόμο, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δένδρα και έστρωναν στο δρόμο. Κι ο κόσμος που πήγαινε μπροστά κι αυτός που ακολουθούσε φώναζαν κι έλεγαν: «Ωσαννά στον Υιό του Δαβίδ. Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου. Ωσαννά στα ύψη του ουρανού».
Και όταν εισήλθε στα Ιεροσόλυμα, συνταράχτηκε όλη η πόλη κι έλεγαν: «Ποιος είναι αυτός;». Και τα πλήθη απαντούσαν: «Αυτός είναι ο προφήτης Ιησούς, από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας».
Λόγος του Κυρίου
Κατά τη Θεία Λειτουργία
ΠΡΩΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Δεν έκρυψα το πρόσωπό μου από βρισιές και φτυσίματα.
Ξέρω ότι δε θα ντροπιαστώ.
Ανάγνωσμα από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα (50,4-7)
Ο Κύριος, ο Θεός, μου έδωσε γλώσσα όπως των μορφωμένων, για να ξέρω να στηρίξω με το λόγο τον κουρασμένο. Διεγείρει το πρωί, το πρωί διεγείρει το αυτί μου για να ακούω σαν μαθητής.
Ο Κύριος, ο Θεός, μου άνοιξε το αυτί, κι εγώ δεν επαναστάτησα, δεν στράφηκα προς τα πίσω. Έδωσα τα νώτα μου σ’αυτούς που με μαστιγώνουν και τις σιαγόνες μου σ’αυτούς που μαδούν τα γένια, δεν έκρυψα το πρόσωπό μου από βρισιές και φτυσίματα.
Ο Κύριος, ο Θεός, είναι βοηθός μου, γι’αυτό δεν ταράχτηκα, γι’ αυτό έβαλα το πρόσωπό μου σαν μια σκληρή πέτρα, και ξέρω ότι δε θα ντροπιαστώ.
Λόγος του Κυρίου
ΑΝΤΙΦΩΝΙΚΟΣ ΨΑΛΜΟΣ
Αντίφωνο: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;
Ψαλμός 22 (8-9.17-18α.19-20.23-24)
Όλοι όσοι με βλέπουν, με περιγελούν,*
μορφάζουν με τα χείλη τους, κουνάνε το κεφάλι τους:
«Ήλπισε στον Κύριο, ας τον ελευθερώσει,*
ας τον σώσει, αφού τον αγαπά». Αντ.
Επειδή πολλά σκυλιά με κύκλωσαν,*
συμμορία πονηρών με πολιόρκησε.
Τρύπησαν τα χέρια και τα πόδια μου,*
καταμέτρησα όλα τα οστά μου. Αντ.
Μοιράστηκαν τα ρούχα μου μεταξύ τους,
και για τα ιμάτιά μου έριξαν κλήρο.
Εσύ, όμως, Κύριε, μην απομακρυνθείς.*
Δύναμή μου, σπεύσε να με βοηθήσεις. Αντ.
Θα αναγγείλω το όνομά σου στ’αδέλφια μου*
και στο μέσο της σύναξης θα σε υμνολογήσω.
Όσοι φοβάστε τον Κύριο, αινείτε τον,*
όλοι οι απόγονοι του Ιακώβ, δοξάζετέ τον.
Ας τον φοβηθούν όλοι οι απόγονοι του Ισραήλ. Αντ.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ταπείνωσε τον εαυτό του:
Γι’αυτό κι ο Θεός τον υπερύψωσε.
Ανάγνωσμα από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους Φιλιππησίους (2,6-11)
Αδελφοί, ο Ιησούς Χριστός αν και ήταν κατά τη φύση Θεός, δε θεώρησε την ισότητά του με το Θεό σαν κάτι που το είχε αρπάξει. Αντίθετα, κένωσε τον εαυτό του, και έγινε δούλος, παίρνοντας την ανθρώπινη εξομοίωση. Κι όταν στην εξωτερική εμφάνιση φανερώθηκε ως άνθρωπος, ταπείνωσε τον εαυτό του με το να υπακούσει μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού.
Γι’αυτό κι ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε ένα όνομα το οποίο είναι υπεράνω όλων των ονομάτων, ώστε, στο όνομα του Ιησού, κάθε γόνατο να προσκυνήσει, απ’τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια. Και κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος, για τη δόξα του Θεού Πατέρα.
Λόγος του Κυρίου
ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ (Φιλιπ.2,8-9)
Ο Ιησούς Χριστός υπάκουσε μέχρι το θάνατο,
και μάλιστα το θάνατο σταυρού.
Γι’αυτό κι ο Θεός τον υπερύψωσε,
και του χάρισε ένα όνομα
το οποίο είναι υπεράνω όλων των ονομάτων,
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Κύκλος Α’
Πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού κατά Ματθαίο (26,14 – 27,66)
Τον καιρό εκείνο, ένας από τους Δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς και τους είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε κι εγώ θα σας τον παραδώσω». Κι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. Και από τότε ζητούσε ευκαιρία για να τον παραδώσει.
Την πρώτη ημέρα της γιορτής των Αζύμων, πήγαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;» Κι εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, στον τάδε, και πείτε του: “Ο διδάσκαλος λέει: Πλησίασε ο καιρός μου και θα γιορτάσω το Πάσχα με τους μαθητές μου στο σπίτι σου”». Και οι μαθητές έκαμαν όπως τους διέταξε ο Ιησούς και ετοίμασαν το Πάσχα.
Αγγελία της προδοσίας του Ιούδα
Όταν βράδιασε, ο Ιησούς κάθισε στο τραπέζι μαζί με τους Δώδεκα. Κι ενώ έτρωγαν, τους είπε: «Αλήθεια σας λέω: ένας από σας θα με προδώσει». Κι εκείνοι πολύ λυπημένοι, άρχισαν ένας ένας να του λένε: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» Κι εκείνος απάντησε: «Αυτός που έβαλε μαζί μου το χέρι του μέσα στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει. Ο Υιός του ανθρώπου πηγαίνει σύμφωνα με όσα λένε οι Γραφές γι’αυτόν, αλλά αλίμονο σ’αυτό τον άνθρωπο, απ’τον οποίο θα προδοθεί ο Υιός του ανθρώπου. Θα ήταν καλύτερο γι’αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί». Κι απάντησε ο Ιούδας, αυτός που τον πρόδωσε, και είπε: «Μήπως είμαι εγώ, ραβί;» Κι ο Ιησούς του είπε: «Εσύ το είπες».
Ίδρυση της Ευχαριστίας
Κι ενώ έτρωγαν, ο Ιησούς πήρε τον άρτο και αφού ευλόγησε, τον έκοψε και, δίνοντας στους μαθητές, είπε: «Πάρτε και φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου». Και αφού πήρε ένα ποτήρι και είπε την ευχαριστήρια προσευχή, τους έδωσε λέγοντας: «Πιείτε απ’αυτό όλοι, διότι αυτό είναι το αίμα μου, της νέας διαθήκης, που χύνεται για χάρη πολλών, για την άφεση των αμαρτιών. Αλλά σας λέω: δε θα πιω απ’αυτό τον καρπό του αμπελιού μέχρι εκείνη την ημέρα που θα το πιω καινούριο μαζί σας, στη Βασιλεία του Πατέρα μου».
Ο Ιησούς προλέγει την άρνηση του Πέτρου
Και αφού έψαλαν, βγήκαν στο όρος των Ελαιών. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Αυτή τη νύχτα, όλοι εσείς θα σκανδαλιστείτε εξαιτίας μου, διότι λέει η Γραφή: “Θα χτυπήσω το βοσκό, και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του κοπαδιού”.
Αλλά μετά την ανάστασή μου θα πάω πριν από σας στη Γαλιλαία». Κι ο Πέτρος, απαντώντας, του είπε: «Κι αν όλοι σκανδαλιστούν εξαιτίας σου, εγώ ποτέ δε θα σκανδαλιστώ». Του λέει ο Ιησούς: «Αλήθεια σου λέω: αυτή τη νύχτα, πριν ο πετεινός λαλήσει, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Του λέει ο Πέτρος: «Κι αν ακόμα χρειαστεί να πεθάνω κι εγώ μαζί σου, δε θα σε απαρνηθώ». Παρόμοια έλεγαν και όλοι οι μαθητές.
Στη Γεθσημανή
Έφθασε τότε μαζί τους ο Ιησούς σ’ένα τόπο ονομαζόμενο Γεθσημανή και λέει στους μαθητές του: «Καθίστε εδώ, έως ότου πάω πιο εκεί για να προσευχηθώ». Και πήρε τον Πέτρο και τους δυο γιους του Ζεβεδαίου, και άρχισε να λυπάται και να αγωνιά. Τους λέει τότε: «Η καρδιά μου είναι γεμάτη λύπη, μέχρι το θάνατο. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου». Και πηγαίνοντας λίγο πιο πέρα, έπεσε με το πρόσωπο κατά γης και προσευχόταν λέγοντας: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατό, ας περάσει μακριά από μένα αυτό το ποτήρι. Αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ». Και γυρίζει στους μαθητές του και τους βρίσκει να κοιμούνται και λέει στον Πέτρο: «Δεν μπορέσατε να αγρυπνήσετε μαζί μου ούτε μια ώρα; Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην πέσετε σε πειρασμό. Διότι, ενώ το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα είναι αδύνατη». Και πάλι απομακρύνθηκε για δεύτερη φορά και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, εάν αυτό το ποτήρι δεν μπορεί να περάσει χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου». Και γυρίζοντας πίσω, τους βρήκε πάλι να κοιμούνται, διότι τα μάτια τους είχαν βαρύνει. Και αφήνοντάς τους, απομακρύνθηκε πάλι και προσευχήθηκε για τρίτη φορά με τα ίδια λόγια πάλι. Τότε πάει στους μαθητές του και τους λέει: «Κοιμηθείτε και αναπαυθείτε. Έφθασε η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια αμαρτωλών. Σηκωθείτε, φεύγουμε. Έφθασε αυτός που με προδίδει».
Η σύλληψη του Ιησού
Κι ενώ ακόμα αυτός μιλούσε, έφθασε ο Ιούδας, ένας από τους Δώδεκα, και μαζί του πολύς κόσμος με μαχαίρια και ξύλα, σταλμένοι από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους του λαού. Αυτός που θα τον πρόδιδε τους είχε δώσει ένα σημάδι και τους είπε: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι. Συλλάβετέ τον». Κι αμέσως, πλησιάζοντας τον Ιησού, είπε: «Χαίρε, ραβί!», και τον φίλησε. Κι ο Ιησούς του είπε: «Φίλε μου, γι’αυτό ήλθες;». Τότε οι άλλοι πλησίασαν, άπλωσαν τα χέρια εναντίον του Ιησού και τον συνέλαβαν. Και τότε, ένας απ’αυτούς που ήταν με τον Ιησού, άπλωσε το χέρι, έσυρε το σπαθί του και χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το αυτί. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Βάλε πίσω το σπαθί στη θέση του, διότι όλοι εκείνοι που τραβούν σπαθί, από σπαθί θα χαθούν. Ή μήπως νομίζεις ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να μου παρουσιάσει τώρα περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; Πώς, όμως, θα εκπληρωθούν οι Γραφές, σύμφωνα με τις οποίες έτσι πρέπει να γίνει;» Κι εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στο πλήθος: «Σαν για ένα ληστή βγήκατε, με μαχαίρια και ξύλα για να με συλλάβετε; Κάθε ημέρα καθόμουν στο ναό και δίδασκα και δε με συλλάβατε». Όλα αυτά έγιναν ώστε να εκπληρωθούν όσα έγραψαν οι προφήτες. Τότε όλοι οι μαθητές τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν.
Ο Ιησούς ενώπιον του Συνεδρίου
Αυτοί που συνέλαβαν τον Ιησού τον οδήγησαν στον αρχιερέα Καϊάφα, όπου συγκεντρώθηκαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. Κι ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά, μέχρι το παλάτι του αρχιερέα. Μπήκε μέσα και κάθισε με τους υπηρέτες για να δει το τέλος.
Οι αρχιερείς και όλο το Συνέδριο ζητούσαν ψευδομαρτυρία εναντίον του Ιησού, με σκοπό να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Και δε βρήκαν, παρ΄όλο που προσήλθαν πολλοί ψευδομάρτυρες. Ύστερα παρουσιάστηκαν δύο, που είπαν: «Αυτός είπε: “Μπορώ να καταστρέψω το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις ημέρες να τον ανοικοδομήσω”». Τότε ο αρχιερέας σηκώθηκε και του είπε: «Τίποτα δεν απαντάς; Τι είναι όλα τούτα που αυτοί μαρτυρούν εναντίον σου;» Αλλά ο Ιησούς σιωπούσε. Τότε ο αρχιερέας του είπε: «Σε εξορκίζω στο όνομα του ζωντανού Θεού να μας πεις αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού». Κι ο Ιησούς του λέει: «Εσύ το είπες. Αλλά σας λέω: από τώρα θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Θεού και να έρχεται επάνω στις νεφέλες του ουρανού». Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε το φόρεμά του, λέγοντας: «Βλασφήμησε! Γιατί να έχουμε πια ανάγκη από μάρτυρες; Τώρα μόλις ακούσατε τη βλασφημία. Τι σας φαίνεται;» Κι εκείνοι απάντησαν και είπαν: «Είναι ένοχος για θάνατο!». Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπό του και τον χτύπησαν, ενώ άλλοι τον χαστούκισαν, λέγοντας: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ, ποιος σε χτύπησε;».
Η άρνηση του Πέτρου
Ο Πέτρος όμως καθόταν έξω, στην αυλή. Και τον πλησίασε μια δούλη και του είπε: «Κι εσύ ήσουν με το Χριστό το Γαλιλαίο!». Αλλά εκείνος αρνήθηκε ενώπιον όλων, λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω τι λες». Όταν βγήκε προς την πύλη, τον είδε μια άλλη δούλη, που είπε σ’όσους βρίσκονταν εκεί: «Αυτός ήταν με τον Ιησού το Ναζωραίο!». Και πάλι αρνήθηκε, με όρκο: «Δεν τον γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο!». Ύστερα από λίγο, πλησίασαν όσοι έστεκαν εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Αλήθεια, κι εσύ απ’αυτούς είσαι, διότι και η λαλιά σου σε φανερώνει». Τότε άρχισε να βρίζει και να ορκίζεται: «Δεν τον γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο». Κι αμέσως λάλησε ο πετεινός. Κι ο Πέτρος θυμήθηκε το λόγο του Ιησού, που είπε «Πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Και βγήκε έξω κι έκλαψε πικρά.
Ο Ιησούς οδηγείται στον Πιλάτο
Όταν ξημέρωσε, έκαμαν συμβούλιο όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού εναντίον του Ιησού, με σκοπό να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Κι αφού τον έδεσαν, τον πήγαν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο, τον ηγεμόνα.
Ο θάνατος του Ιούδα
Βλέποντας τότε ο Ιούδας, αυτός που τον πρόδωσε, ότι καταδικάστηκε, μετάνιωσε κι επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους και είπε: «Αμάρτησα παραδίνοντας αθώο αίμα». Κι εκείνοι είπαν: «Τι μας νοιάζει; Δικό σου θέμα!». Και πετώντας τα αργύρια στο ναό αναχώρησε, έφυγε και κρεμάστηκε. Οι αρχιερείς πήραν τα αργύρια και είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο του ναού, επειδή είναι τιμή με την οποία αγοράστηκε αίμα». Κι αφού έκαμαν συμβούλιο, αγόρασαν μ’αυτά τα χρήματα το χωράφι του κεραμοποιού, για να χρησιμεύει ως νεκροταφείο των ξένων. Γι’αυτό και ονομάστηκε εκείνο το χωράφι «χωράφι αίματος», μέχρι σήμερα. Τότε εκπληρώθηκε ο λόγος που ειπώθηκε μέσω του προφήτη Ιερεμία: «Και πήραν τα τριάντα αργύρια, που ήταν η τιμή αυτού που πουλήθηκε, όσο τον εκτίμησαν οι γιοι του Ισραήλ, και τα έδωσαν για το χωράφι του κεραμοποιού, σύμφωνα με όσα με διέταξε ο Κύριος».
Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου
Κι ο Ιησούς στάθηκε ενώπιον του ηγεμόνα. Και ο ηγεμόνας τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Κι ο Ιησούς είπε: «Εσύ το λες». Κι ενώ τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, δεν απαντούσε τίποτα. Τότε του λέει ο Πιλάτος: «Δεν ακούς πόσες μαρτυρίες καταθέτουν εναντίον σου;» Και δεν του απάντησε ούτε μια λέξη, σε σημείο που ο ηγεμόνας να θαυμάζει πολύ.
Υπήρχε συνήθεια, κατά την εορτή, να ελευθερώνει ο ηγεμόνας ένα φυλακισμένο για χάρη του πλήθους, όποιον ήθελαν. Κρατούσαν τότε ένα γνωστό φυλακισμένο, που λεγόταν Βαραββάς. Κι ενώ όλοι αυτοί ήταν συγκεντρωμένοι, τους είπε ο Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σας ελευθερώσω; Το Βαραββά ή τον Ιησού, τον αποκαλούμενο Χριστό;» Επειδή ήξερε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει.
Κι ενώ αυτός καθόταν στο δικαστικό βήμα, η γυναίκα του έστειλε να του πουν: «Μην αναμειχθείς σε τίποτα σχετικά με αυτόν το δίκαιο, διότι πολλά υπέφερα σήμερα εξαιτίας του στο όνειρό μου». Αλλά οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν το πλήθος να ζητήσουν το Βαραββά, ενώ τον Ιησού να τον σκοτώσουν. Απαντώντας ο ηγεμόνας, τους είπε: «Ποιον από τους δυο θέλετε να σας ελευθερώσω;» Εκείνοι είπαν: «Το Βαραββά!». Τους λέει ο Πιλάτος: «Και τι να κάμω τον Ιησού, τον αποκαλούμενο Χριστό;» Απάντησαν όλοι: «Να σταυρωθεί!». Κι εκείνος είπε: «Γιατί; Τι κακό έκαμε;» Αλλά εκείνοι φώναζαν ακόμα περισσότερο λέγοντας: «Να σταυρωθεί!».
Βλέποντας ο Πιλάτος ότι δε βγαίνει τίποτα το ωφέλιμο, αλλά αντίθετα γίνεται ταραχή, πήρε νερό και έπλυνε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος, λέγοντας: «Είμαι αθώος από αυτό το αίμα. Η ευθύνη είναι δική σας!». Κι όλος ο λαός απάντησε και είπε: «Το αίμα του ας πέσει επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας». Τότε άφησε ελεύθερο για χάρη τους το Βαραββά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε να σταυρωθεί.
Το ακάνθινο στεφάνι
Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα παρέλαβαν τον Ιησού και συγκέντρωσαν στο πραιτόριο όλη τη σπείρα. Του έβγαλαν τα ρούχα και τον έντυσαν με κόκκινη χλαμύδα και, αφού έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι και, γονατίζοντας ενώπιόν του, τον κορόιδευαν, λέγοντας: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». Κι αφού τον έφτυσαν, πήραν το καλάμι και τον χτυπούσαν στο κεφάλι. Κι όταν τέλειωσαν με τον εμπαιγμό, τον έγδυσαν από τη χλαμύδα και του φόρεσαν τα ρούχα του και τον πήγαν να τον σταυρώσουν.
Η σταύρωση
Βγαίνοντας, βρήκαν κάποιο Κυρηναίο, που λεγόταν Σίμων, και τον αγγάρεψαν να σηκώσει το σταυρό του. Κι όταν έφθασαν στον τόπο που ονομαζόταν Γολγοθάς, που μεταφρασμένο σημαίνει «Τόπος Κρανίου», του έδωσαν να πιει κρασί αναμειγμένο με χολή. Κι ο Ιησούς, όταν δοκίμασε, δε θέλησε να πιει. Όταν τον σταύρωσαν, μοίρασαν τα ρούχα του ρίχνοντας κλήρο, και κάθισαν εκεί και τον φύλαγαν. Επάνω απ’το κεφάλι του τοποθέτησαν γραμμένη την αιτία της καταδίκης του: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο βασιλιάς των Ιουδαίων».
Τότε σταύρωσαν μαζί του και δυο ληστές, έναν από τα δεξιά κι έναν από τα αριστερά.
Ο σταυρωμένος Ιησούς βρίζεται
Οι περαστικοί τον βλασφημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Εσύ που κρημνίζεις το ναό και σε τρεις ημέρες τον ανοικοδομείς, σώσε τον εαυτό σου, αν είσαι Υιός του Θεού, και κατέβα απ’το σταυρό». Με παρόμοιο τρόπο και οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβύτερους, περιπαίζοντας, έλεγαν: «Άλλους έσωσε, αλλά τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει. Αυτός είναι ο βασιλιάς του Ισραήλ! Ας κατέβει τώρα απ’το σταυρό, και θα πιστέψουμε σ’αυτόν. Έδειξε εμπιστοσύνη στο Θεό! Ας τον ελευθερώσει τώρα, αν τον αγαπά, αφού είπε: “Είμαι Υιός Θεού”». Το ίδιο και οι ληστές, που είχαν σταυρωθεί μαζί του, τον έβριζαν.
Ο θάνατος του Ιησού
Από το μεσημέρι έγινε σκοτάδι επάνω σε όλη τη γη, μέχρι τις τρεις το απόγευμα. Και κατά τις τρεις, φώναξε ο Ιησούς με δυνατή φωνή και είπε: «Ηλί, Ηλί, λεμά σαβαχθανί», δηλαδή: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Κάποιοι απ’αυτούς που στέκονταν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν: «Αυτός φωνάζει τον Ηλία!». Κι αμέσως έτρεξε ένας απ’αυτούς και πήρε ένα σφουγγάρι, το γέμισε με ξύδι και, τυλίγοντάς το σ’ένα καλάμι, του έδωσε να πιει Αλλά οι άλλοι έλεγαν: «Άφησε να δούμε αν έλθει ο Ηλίας να τον σώσει!». Κι ο Ιησούς πάλι φώναξε με δυνατή φωνή και εξέπνευσε.
Και τότε το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω έως κάτω, και η γη σείστηκε και σχίστηκαν οι πέτρες, και τα μνήματα άνοιξαν και πολλά σώματα αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν και βγήκαν από τα μνήματα και μετά την Ανάστασή του μπήκαν στην αγία πόλη κι εμφανίστηκαν σε πολλούς. Ο εκατόνταρχος, όμως, και όσοι ήταν μαζί του για να φυλάγουν τον Ιησού, όταν είδαν το σεισμό και όσα συνέβησαν, πάρα πολύ φοβήθηκαν και έλεγαν: «Αληθινά, αυτός ήταν Υιός Θεού!».
Βρίσκονταν εκεί και πολλές γυναίκες που έβλεπαν από μακριά, αυτές που ακολουθούσαν τον Ιησού από τη Γαλιλαία και τον υπηρετούσαν. Ανάμεσά τους ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσήφ και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου.
Η ταφή
Όταν βράδιασε, έφθασε ένας πλούσιος άνθρωπος απ’την Αριμαθαία, που ονομαζόταν Ιωσήφ, ο οποίος ήταν επίσης μαθητής του Ιησού. Αυτός, αφού πήγε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί. Κι ο Ιωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό σεντόνι και το τοποθέτησε στον καινούριο του τάφο, που είχε λατομήσει σε βράχο. Κι αφού κύλησε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του τάφου, αναχώρησε. Ήταν εκεί η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, καθισμένες απέναντι στον τάφο.
Η φρουρά στον τάφο
Την επόμενη ημέρα, που ήταν η ημέρα μετά την Παρασκευή, συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και πήγαν στον Πιλάτο και του είπαν: «Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο λαοπλάνος είχε πει όσο ζούσε: “Σε τρεις ημέρες θα αναστηθώ”. Διάταξε, λοιπόν, να φρουρηθεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μη τυχόν και πάνε οι μαθητές του και τον κλέψουν και πουν στο λαό: “Αναστήθηκε απ’τους νεκρούς”. Και θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη από την πρώτη». Τους είπε ο Πιλάτος: «Έχετε τη δική σας φρουρά. Πηγαίνετε και φρουρήστε όπως νομίζετε». Κι εκείνοι πήγαν κι ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα και τοποθετώντας φρουρά.
Λόγος του Κυρίου


