
Κατά τους διωγμούς του 19ου αιώνα έχασαν τη ζωή τους διά στραγγαλισμού ή εξαιτίας των βασανιστηρίων που υπέστησαν. Ο Πάπας αναφέρεται στις ηρωικές απαρχές της καθολικής κοινότητας της χώρας και στρέφει το βλέμμα προς την Παγκόσμια Ημέρα Νεολαίας της Σεούλ το 2027.
«Η Εκκλησία στην Κορέα αναπτύχθηκε πάνω στη μαρτυρία των μαρτύρων». Αυτό υπενθύμισε ο Λέων ΙΔ΄ κατά την υποδοχή του Κορεατών ιερέων, μοναχών και μοναζουσών που διαμένουν στη Ρώμη, στην Αίθουσα του Αγίου Κλήμεντος.
«Πρόκειται, για μια πραγματικά μοναδική ιστορία: η πίστη βλάστησε στην Κορέα στα τέλη του 18ου αιώνα χάρη σε λαϊκούς πιστούς, οι οποίοι, ερχόμενοι σε επαφή με χριστιανικά κείμενα που προέρχονταν από την Κίνα, άρχισαν να τα μελετούν και να συγκεντρώνονται μεταξύ τους, δημιουργώντας μια κοινότητα ακόμη και πριν από τη μόνιμη εγκατάσταση ιεραποστόλων στη χώρα» παρατήρησε ο Πάπας.
«Το να διαφυλάσσουμε τη μνήμη των μαρτύρων σημαίνει να επιτρέπουμε στην πίστη τους να συνεχίζει να ζει μέσα στις επιλογές μας, στην υπηρεσία, στη συγχώρηση και στην προσφορά του εαυτού μας» πρόσθεσε ο Ποντίφικας.
Τα λόγια αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία υπό το φως όσων συνέβησαν μόλις πριν από δύο ημέρες στην Κονγκτζού, πόλη περίπου 125 χιλιόμετρα νοτίως της Σεούλ και περίπου τριάντα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Νταετζόν.
Το Σάββατο 3 Οκτωβρίου, η Επισκοπή του Νταετζόν αναγνώρισε επισήμως ως Προσκύνημα των Μαρτύρων της Κονγκτζού Χιανγκόκ την περιοχή όπου βρισκόταν μία από τις φυλακές στις οποίες, κατά τους διωγμούς της δυναστείας των Τζοσόν εναντίον των Καθολικών, φυλακίσθηκαν και θανατώθηκαν πάρα πολλοί Καθολικοί.
Την είδηση της αναγνώρισης μετέδωσε, μεταξύ άλλων, η τοπική εφημερίδα Geumgang News, η οποία κάλυψε την τελετή που πραγματοποιήθηκε στον χώρο. Τη Θεία Λειτουργία τέλεσε ο βοηθός Επίσκοπος του Νταετζόν Στέφανος Χαν Τζουνγκ-χιόν, στον αρχαιολογικό χώρο πίσω από το Ινστιτούτο Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ναέπο.
Εκ μέρους του Επισκόπου Αυγουστίνου Κιμ Τζονγκ-σου, ο Χαν ανακήρυξε ως προσκύνημα την περιοχή της αρχαίας Χιανγκόκ, της επαρχιακής φυλακής.
Για να κατανοήσουμε τι αντιπροσωπεύει αυτή η μικρή έκταση γης, χρειάζεται να επιστρέψουμε στη συγκλονιστική ιστορία του Καθολικισμού στην Κορέα.
Σύμφωνα με την Σύνοδο της Καθολικής Ιεραρχίας της χώρας, οι διωγμοί προκάλεσαν τουλάχιστον 10.000 μάρτυρες. Οι σφοδρότεροι διωγμοί πραγματοποιήθηκαν το 1801, το 1839, το 1846 και, κυρίως το 1866, έτος που έγινε ο μεγάλος διωγμός, γνωστός ως Byeongin bakhae, ο οποίος, ως προς την έκταση και τη σκληρότητά του, υπήρξε ο πλέον αιματηρός.
Εκατόν τρεις από αυτούς τους μάρτυρες ανακηρύχθηκαν άγιοι από τον Άγιο Ιωάννη Παύλο Β΄ στη Σεούλ το 1984, ενώ άλλοι 124 ανακηρύχθηκαν μακάριοι από τον Πάπα Φραγκίσκο το 2014.
Στη συντριπτική τους πλειονότητα ήταν λαϊκοί πιστοί: οικογένειες, κατηχητές, αγρότες, τεχνίτες και άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξεως, οι οποίοι είχαν ασπασθεί μια πίστη την οποία το κράτος θεωρούσε ανατρεπτική.
Η Κονγκτζού υπήρξε ένα από τα επίκεντρα εκείνης της καταστολής. Ήταν έδρα του κυβερνήτη της περιοχής Τσουνγκτσεόνγκ και, ως εκ τούτου, σημαντικό διοικητικό και δικαστικό κέντρο.
Οι χριστιανοί που συλλαμβάνονταν στην περιοχή οδηγούνταν εκεί, ανακρίνονταν και βασανίζονταν, προκειμένου να απαρνηθούν την πίστη τους.
Σύμφωνα με τις έρευνες του ιστορικού Σο Τζονγκ-τε, διευθυντή του Ερευνητικού Ινστιτούτου Πίστεως και Πολιτισμού του Διεθνούς Προσκυνήματος του Χαέμι, 282 Καθολικοί μαρτύρησαν στην Κονγκτζού και 197 από αυτούς έχασαν τη ζωή τους στην ίδια τη Χιανγκόκ.
Φρικτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνταν οι εκτελέσεις: οι δήμιοι άνοιγαν ένα άνοιγμα στον τοίχο της φυλακής, περνούσαν από εκεί ένα σχοινί και το έδεναν γύρω από τον λαιμό του καταδικασμένου. Από το εσωτερικό δινόταν το σύνθημα και ο εκτελεστής, από την άλλη πλευρά του τοίχου, τραβούσε το σχοινί μέχρι να προκαλέσει τον θάνατο.
Άλλοι κρατούμενοι πέθαναν εξαιτίας των βασανιστηρίων που είχαν υποστεί κατά τις ανακρίσεις.
Σε πολλές περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε ούτε καν τα ονόματα εκείνων που μαρτύρησαν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε αβέβαιη ακόμη και η ακριβής τοποθεσία της φυλακής.
Μια σημαντική εξέλιξη σημειώθηκε το 2024. Το Ινστιτούτο Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ναέπο, της Επισκοπής του Νταετζόν, μετέφερε την έδρα του στην περιοχή όπου, σύμφωνα με τις ιστορικές έρευνες, τοποθετούνταν η Χιανγκόκ, και άρχισε τις έρευνες.
Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η Catholic Times δημοσίευσε τα αποτελέσματα των πρώτων αρχαιολογικών ανασκαφών: αποκαλύφθηκαν σειρές λίθων και στρώματα κεραμιδιών, μαζί με θραύσματα λευκής πορσελάνης και άλλα ευρήματα της εποχής της δυναστείας Τζοσόν.
Οι αρχαιολόγοι έκριναν ότι τα ευρήματα ήταν συμβατά με την αρχαία φυλακή, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι απαιτούνταν περαιτέρω ανασκαφές για την οριστική ταυτοποίηση του χώρου.
Η αναγνώριση της 3ης Οκτωβρίου ολοκληρώνει έτσι μια πορεία που δεν είναι μόνο αρχαιολογική. Αποδίδει έναν συγκεκριμένο τόπο σε άνδρες και γυναίκες των οποίων συχνά δεν διαθέτουμε ούτε πρόσωπο ούτε όνομα, αλλά από τους οποίους παρέμεινε η επιλογή που έκαναν ενώπιον του θανάτου.
Αυτήν ακριβώς τη μνήμη ανέδειξε ο Λέων ΙΔ΄, μιλώντας στους Κορεάτες της Ρώμης, και μάλιστα ενόψει της Παγκόσμιας Ημέρας Νεολαίας που θα φιλοξενήσει η Σεούλ το 2027.
«Η επόμενη Παγκόσμια Ημέρα Νεολαίας θα τα καταστήσει όλα αυτά ορατά. Νέοι από κάθε μέρος του κόσμου θα φθάσουν σε μια γη όπου το Ευαγγέλιο αναπτύχθηκε μέσα από τη μαρτυρία των μαρτύρων» είπε ο Πάπας.
Και πρόσθεσε:
«Θα ήθελα να αποτελέσει μια μεγάλη συνάντηση μεταξύ μνήμης και μέλλοντος: οι μάρτυρες παραδίδουν την πίστη στις νέες γενιές και οι νέοι την παραλαμβάνουν, για να τη μεταφέρουν στους δρόμους του κόσμου».
ΠΗΓΗ: AVVENIRE
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.


