Η Καθολική Ενορία Μυτιλήνης: Μια πορεία πίστης, φιλοξενίας και αποδοχής

Το 2014, με πρωτοβουλία του τότε Αποστολικού Τοποτηρητή Χίου (Λέσβου και Σάμου), Σεβασμιωτάτου Νικολάου Πρίντεζη, ανέλαβα την ποιμαντική ευθύνη της Καθολικής Ενορίας Μυτιλήνης ως εφημέριος ad experimentum, καθώς προερχόμουν από το μοναχικό Τάγμα των Βενεδικτίνων. Σήμερα, το 2026, συμπληρώνονται δώδεκα χρόνια από τότε. Δώδεκα χρόνια γεμάτα εμπειρίες, προκλήσεις, συγκινήσεις, αλλά κυρίως πολύτιμα μαθήματα πίστης, ανθρωπιάς και χριστιανικής αγάπης.
Ήδη από τον πρώτο χρόνο της εφημερίας μου, η Καθολική Ενορία Μυτιλήνης άρχισε σταδιακά να αλλάζει πρόσωπο, εξαιτίας της άφιξης μεγάλου αριθμού προσφύγων και μεταναστών από διάφορες χώρες του κόσμου. Ανάμεσά τους βρίσκονταν πολλοί καθολικοί χριστιανοί, αλλά και πιστοί άλλων χριστιανικών ομολογιών, οι οποίοι αναζητούσαν έναν χώρο προσευχής, πνευματικής στήριξης και ανθρώπινης ζεστασιάς.
Η ενορία μας προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να ανταποκριθεί στις ποιμαντικές ανάγκες αυτών των ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις και προκαταλήψεις. Και αυτό διότι η Καθολική Εκκλησία στη Μυτιλήνη θέλησε να είναι, πάνω απ’ όλα, ένα σπίτι ανοιχτό σε όλους· ένα σπίτι όπου κάθε άνθρωπος γίνεται δεκτός πρώτα ως ανθρώπινο πρόσωπο, με την αξιοπρέπεια που του χάρισε ο Θεός, και έπειτα ως χριστιανός που φέρει τη δική του εκκλησιαστική παράδοση.
Με την πάροδο των χρόνων, το πρόσωπο της ενορίας μας μεταμορφώθηκε ουσιαστικά. Σήμερα αποτελεί μια ζωντανή, πολυπολιτισμική εκκλησιαστική κοινότητα, στην οποία συναντώνται άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων, γλωσσών και πολιτισμικών παραδόσεων. Άλλοι είναι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού, άλλοι έχουν επιλέξει να εγκατασταθούν στη Μυτιλήνη για προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, ενώ κατά τους θερινούς μήνες προστίθενται και επισκέπτες από διάφορες χώρες, οι οποίοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη γι’ αυτή την ενορία, διότι δεν υπήρξα μόνο ποιμένας της, αλλά και μαθητής της. Μέσα από τη συνάντηση με ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών, γλωσσών και χριστιανικών παραδόσεων, έμαθα πολλά για την ουσία της ποιμαντικής διακονίας. Έμαθα να ακούω, να κατανοώ, να σέβομαι τη διαφορετικότητα και να αναγνωρίζω ότι η ενότητα της πίστης δεν προϋποθέτει την ομοιομορφία των πολιτισμών.
Η εμπειρία αυτή με βοήθησε να κατανοήσω ακόμη βαθύτερα την καθολικότητα της Εκκλησίας: μιας Εκκλησίας που δεν περιορίζεται από εθνικά σύνορα, γλώσσες ή πολιτισμικές διαφορές, αλλά καλείται να αγκαλιάζει κάθε άνθρωπο και να γίνεται τόπος κοινωνίας, αδελφοσύνης και ελπίδας.
Στο σημείο αυτό έρχονται στον νου μου τα λόγια του Αποστόλου Παύλου προς τους Γαλάτες:
«Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα· γιατί όλοι εσείς είστε ένας εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3,28).
Αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη πνευματική πραγματικότητα που προσπαθήσαμε να ζήσουμε στην ενορία μας: ότι, παρά τις διαφορές μας, η πίστη στον Ιησού Χριστό μάς ενώνει σε μία οικογένεια, μέσα στην οποία κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται ξένος, ανεπιθύμητος ή αποκλεισμένος.
Θα ήθελα επίσης να εκφράσω την ειλικρινή μου ευγνωμοσύνη προς τους πολύτιμους συνεργάτες μου, χωρίς τους οποίους αυτή η ποιμαντική
προσπάθεια δεν θα μπορούσε να συνεχίζεται με την ίδια συνέπεια και αφοσίωση. Ιδιαίτερα ευχαριστώ τον υποδιάκονο Λεονάρδο, την κυρία Λουκία Μαρκάνο, την κυρία Τζένι Γουίλιαμς, την κυρία Μαριάννα Μουζάλα και την κυρία Μαριάννα Στεφάνου, καθώς και όλους εκείνους και όλες εκείνες που, με διακριτικότητα, προθυμία και ανιδιοτελή προσφορά, συνέβαλαν και εξακολουθούν να συμβάλλουν στη ζωή και την αποστολή της ενορίας μας. Ακόμη κι αν δεν αναφέρω ονομαστικά όλους τους συνεργάτες και τις συνεργάτιδες, τους εθελοντές και τις εθελόντριες, η προσφορά τους παραμένει πολύτιμη και αξίζει τη βαθιά ευγνωμοσύνη μας.
Παρότι η κύρια έδρα της ποιμαντικής μου διακονίας βρίσκεται στη Χίο, χαίρομαι ιδιαίτερα διαπιστώνοντας ότι η ζωή της Καθολικής Ενορίας Μυτιλήνης συνεχίζεται και αναπτύσσεται χάρη στην παρουσία και την αφοσίωση αυτών των άξιων συνεργατών και συνεργατιδών. Με σταθερότητα και συνέπεια διατηρούν ζωντανό το πνεύμα φιλοξενίας, αδελφοσύνης και χριστιανικής αγάπης που επιδιώξαμε να καλλιεργήσουμε όλα αυτά τα χρόνια.
Και αυτό είναι για μένα μια ιδιαίτερη χαρά: να γνωρίζω ότι κάθε χριστιανός, από οποιαδήποτε χώρα κι αν προέρχεται, όποια γλώσσα κι αν μιλά και όποια πολιτισμική παράδοση κι αν φέρει μαζί του, μπορεί να βρει στον ναό μας έναν χώρο προσευχής, μια ανοιχτή αγκαλιά και μια κοινότητα που τον υποδέχεται με σεβασμό και αγάπη.
Μια μικρή όαση πίστης, μια όαση πνευματικής ανάπαυσης, μια όαση αποδοχής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Αυτό είναι, πιστεύω, το αληθινό πρόσωπο της Εκκλησίας:
όχι μια κοινότητα που κλείνεται στον εαυτό της, αλλά μια οικογένεια που ανοίγει τις πόρτες και την καρδιά της σε όλους, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου την εικόνα του ίδιου του Θεού.
Κοιτάζοντας πίσω σε αυτά τα δώδεκα χρόνια, αισθάνομαι ευγνωμοσύνη προς τον Θεό για όσα μου επέτρεψε να ζήσω και να μάθω μέσα από αυτή την ποιμαντική εμπειρία. Και κοιτάζοντας προς το μέλλον, εύχομαι η Καθολική Ενορία Μυτιλήνης να συνεχίσει να αποτελεί έναν ζωντανό τόπο συνάντησης των ανθρώπων με τον Θεό και μεταξύ τους, δίνοντας καθημερινά μαρτυρία ότι η χριστιανική αγάπη δεν γνωρίζει σύνορα, η αδελφοσύνη δεν έχει εθνικότητα και η Εκκλησία καλείται να είναι σπίτι για όλους.
π. Λέων Κισκίνης
Εφημέριος Μυτιλήνης


