
Το παράδοξο της χριστιανικής Εκκλησίας
Το παράδοξο της χριστιανικής Εκκλησίας έγκειται στο γεγονός ότι αναμφίβολα αποτελεί την πιο απόλυτη μορφή μοναρχίας. Στην Εκκλησία, ένας και μόνο είναι ο φορέας κάθε εξουσίας: ο Κύριος, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε και κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Στην Καθολική Εκκλησία, κατά τρόπο ιδιαιτέρως παράδοξο, ο Επίσκοπος Ρώμης, ως Πάπας, ο οποίος εύκολα μπορεί να συγχέεται με έναν μονάρχη, τα διακριτικά γνωρίσματα του οποίου φαίνεται ακόμη να φέρει, δεν είναι παρά servus servorum Dei, δηλαδή «δούλος των δούλων του Θεού», ένα μικρό και ταπεινό όργανο, γονατισμένο στα πόδια του Κυρίου.
Αυτή η εικόνα, την οποία ο Παύλος ΣΤ΄ εμπνεύστηκε από το ψηφιδωτό της Βασιλικής του Αγίου Παύλου εκτός των Τειχών, μπορεί να αποτελέσει μια χρήσιμη αφετηρία για τον προβληματισμό που φαίνεται καταλληλότερος, με αφορμή δύο κείμενα τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας εδώ και λίγες ημέρες και τα οποία, κατά τη γνώμη μου, σηματοδοτούν μια ορισμένη εξέλιξη στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εξουσία στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας.
Δύο κείμενα και δύο πρωτοβουλίες
Τα δύο κείμενα στα οποία αναφέρομαι είναι, αφενός, το πόρισμα των εργασιών της συνοδικής ομάδας των «κανονολόγων», μαζί με το σχετικό έγγραφο, και, αφετέρου, η εναρκτήρια ομιλία του προβληματισμού που εγκαινίασε ο Πάπας Λέων, δέκα χρόνια μετά τη δημοσίευση της Amoris laetitia.
Θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε, αντίστοιχα, ως μια συνολική θεώρηση του ισχύοντος κανονικού δικαίου και των δυνατοτήτων εξέλιξής του, μέσα από ένα κείμενο που αποτελεί καρπό της Συνόδου του 2021-2024, και ως την επέτειο της δεκαετίας από την έκδοση ενός εγγράφου της Ποντιφικής διδασκαλίας, το οποίο προέκυψε από τις δύο Συνόδους για την οικογένεια, το 2014 και το 2015.
Όταν ένα έγγραφο εντάσσει στον προγραμματισμό του, σε βάθος χρόνου, μια συνολική αναθεώρηση του Κώδικα Κανονικού Δικαίου, και όταν ένας Πάπας εγκαινιάζει μια συνάντηση καλώντας να αναγνωριστεί η αυθεντία των οικογενειών, τότε αρχίζει να συμβαίνει κάτι σημαντικό.
Ασφαλώς, η συνοδική περίοδος, την οποία ο Πάπας Φραγκίσκος αναδιαμόρφωσε ριζικά και αναζωογόνησε, αρχίζει να παράγει όχι μόνο σχέδια μεταρρύθμισης, αλλά και μεταστοχασμούς σχετικά με τη θεσμική μάθηση που έχει ήδη συντελεστεί.
Μέσα σε όλα αυτά, θεωρώ ότι η καρδιά του ζητήματος βρίσκεται στη σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου τρόπου άσκησης της εξουσίας. Ο νέος αυτός τρόπος απορρέει, ουσιαστικά, από μια νέα ικανότητα αναγνώρισης της αυθεντίας, η οποία βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, αλλά αποτελεί ήδη μια αντικειμενική πραγματικότητα.
Και στις δύο περιπτώσεις —τόσο στο κείμενο των κανονολόγων όσο και στην εισαγωγική ομιλία των εργασιών, δέκα χρόνια μετά την Amoris laetitia— αναδεικνύονται δύο βασικές απαιτήσεις:
- Το θάρρος να μεταβληθούν οι θεσμικές μορφές άσκησης και διαχείρισης της εξουσίας.
- Η συνειδητοποίηση ότι πρέπει να αναγνωριστούν νέες μορφές αυθεντίας και αξιοπιστίας.
Τα δύο αυτά σημεία συνδέονται σαφώς μεταξύ τους, αλλά πρέπει συγχρόνως να διακρίνονται με σαφήνεια.
Από τη μία πλευρά, χρειάζεται να θεσπιστούν «θεσμικοί κανόνες» που θα επιτρέπουν την αναγνώριση νέων μορφών αυθεντίας, οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν στις κλασικές μορφές με τις οποίες η Καθολική Εκκλησία άσκησε την εξουσία της.
Από την άλλη πλευρά, οι νέοι αυτοί κανόνες δεν δικαιολογούνται από μόνοι τους. Αποσκοπούν αποκλειστικά στην αναγνώριση νέων μορφών αυθεντίας, οι οποίες αναδύονται μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, αλλά μέχρι σήμερα δεν αναγνωρίζονται θεσμικά παρά μόνο περιστασιακά, αποσπασματικά, υπό συνθήκες που μεταβάλλονται και, ενίοτε, αυθαίρετα.
Η αντίσταση στη Σύνοδο και στην Amoris laetitia ως άρνηση αναγνώρισης της ιστορικά διαμορφωμένης αυθεντίας
Είναι προφανές ότι αυτή η διπλή διάσταση του ζητήματος μπορεί εύκολα να υποτιμηθεί πλήρως.
Όσοι αντιπαραθέτουν στη Σύνοδο την προσευχή, τον άγιο βίο ή μια αμετάβλητη παράδοση, δεν αντιλαμβάνονται καθόλου την ανάγκη της συνοδικής εργασίας. Θεωρούν ότι η μοναδική αυθεντία που έχει σημασία, εκείνη του Κυρίου Ιησού, διασφαλίζεται και διαφυλάσσεται επαρκώς, απέναντι σε έναν κυνικό και διεφθαρμένο κόσμο, από τη θεσμική διάρθρωση που προσέλαβε η Καθολική Εκκλησία τον 16ο αιώνα, κατά την περίοδο της Συνόδου του Τριδέντου.
Ο Πάπας, οι Καρδινάλιοι, οι Ποντιφικές Σύνοδοι και οι Επίσκοποι που διαθέτουν εξουσία δικαιοδοσίας —υποστηρίζουν όσοι υιοθετούν αυτή την άποψη— θα μπορούσαν να διαχειριστούν τα πάντα άριστα, εάν δεν αναλώνονταν σε ατέρμονες συζητήσεις.
Για να αντιμετωπίσουμε αυτή την περιοριστική θεώρηση, η οποία ουσιαστικά παραπέμπει στη νοοτροπία του Λεφέβρ, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε λόγο για σχίσμα, πρέπει να ξεκινήσουμε και πάλι από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού και τον ποιμαντικό χαρακτήρα της.
Κατά τη γνώμη μου, τόσο η Σύνοδος των Επισκόπων όσο και τα λόγια του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ εξακολουθούν να εμπνέονται ακριβώς από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, επιδεικνύοντας διορατικότητα.
Όλοι όσοι αντιμετωπίζουν με υπεροψία τον συνοδικό θεσμό αντιλαμβάνονται στην πράξη την Εκκλησία ως μια πυραμίδα, στην οποία δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε καν εσωτερικής συσχέτισης των διαφόρων μορφών αυθεντίας, πόσο μάλλον ανατροπής της ιεραρχικής διάρθρωσης.
Αντιθέτως, τα δύο κείμενα που εξετάσαμε κινούνται, έστω και με διαφορετικό ρυθμό, προς την κατεύθυνση μιας μεταστροφής στον τρόπο άσκησης της εξουσίας, με στόχο την αναγνώριση νέων μορφών αυθεντίας.
Πρόκειται για μια μορφή εκκλησιαστικής μάθησης, για την οποία ορισμένοι δεν θέλουν ούτε καν να ακούσουν να γίνεται λόγος.
Ο σαφής ορίζοντας που χαράσσει η Amoris laetitia
Αυτή η διαδικασία μάθησης, η οποία συνδέει την αναγνώριση νέων μορφών αυθεντίας με την κανονική μεταρρύθμιση, απέκτησε επίσημο χαρακτήρα ήδη από τις πρώτες παραγράφους της Amoris laetitia. Εκεί διατυπώνεται, με σχεδόν αφοπλιστική απλότητα, ότι το διδακτικό έργο της Εκκλησίας δεν οφείλει να επιλύει κάθε πρόβλημα, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και «άλλες αρμόδιες αυθεντίες».
Όταν αυτό διακηρύσσεται σχετικά με ένα από τα ζητήματα —τον γάμο και την οικογένεια— στα οποία η εκκλησιαστική διδασκαλία, κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια, υιοθέτησε μια σχεδόν καθολική, αν όχι ολοκληρωτική, στάση «αντίστασης μέσω της εξουσίας», σημαίνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια αλλαγή παραδείγματος.
Η ανάγκη της ακρόασης, η οποία χαρακτηρίζει το συνοδικό ύφος, αναδεικνύει σαφώς το αποφασιστικό σημείο: οι άλλες μορφές αυθεντίας δεν πρέπει απλώς να αποκτούν τον λόγο, αλλά πρέπει να τους αναγνωρίζεται και πραγματική εξουσία.
Στις πρώτες αυτές παραγράφους της Amoris laetitia, όπου η αναγνώριση του νέου συνοδευόταν, όπως είναι αναπόφευκτο, από την κριτική του παλαιού υπό τη μορφή της αυτοκριτικής —διότι, όπως πάντοτε συμβαίνει, παράλληλα με την ανακάλυψη μιας υγιούς Παράδοσης που πρέπει να αναδειχθεί εκ νέου, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί και μια νοσηρή παράδοση που πρέπει να ξεπεραστεί— τέθηκαν οι προϋποθέσεις για μια εξέλιξη την οποία το κείμενο απλώς εγκαινίαζε, χωρίς να την αναπτύσσει περαιτέρω.
Άλλωστε, αυτή ακριβώς ήταν η λογική της Amoris laetitia: όταν η εκκλησιαστική διδασκαλία αναγνωρίζει ότι δεν οφείλει «να επιλύει τα πάντα», τότε αναγκαστικά καλεί στο προσκήνιο και κάτι άλλο, πέρα από την ίδια, κάτι για το οποίο η Παράδοση διαθέτει περιορισμένη εμπειρία και μικρή εξοικείωση.
Εισερχόμαστε έτσι στο πεδίο της lex condenda, δηλαδή του δικαίου που πρόκειται να θεσπιστεί, το οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί με την lex condita, δηλαδή το ήδη θεσπισμένο και ισχύον δίκαιο.
Η θεσμική εξέλιξη ως εδραιωμένη μορφή αναγνώρισης της αυθεντίας
Εάν μέσα στην οικογένεια ανακαλύπτουμε την αυθεντία των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτήν, με τις χαρές και τις οδύνες τους· εάν στην Εκκλησία αναγνωρίζουμε ότι οι γυναίκες, όπως και οι άνδρες, μετέχουν σε όλα τα munera (προσφορές) του Χριστού —στο προφητικό, στο βασιλικό, αλλά και στο ιερατικό αξίωμα— τότε η διαδικασία αναγνώρισης της αυθεντίας αυτών των προσώπων δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια μικρή υποσημείωση ούτε να διεκπεραιώνεται θεσμικά αποκλειστικά μέσω μιας ευρύτερης ερμηνείας κάποιου δευτερεύοντος κανόνα.
Με άλλα λόγια, η αναγνώριση της αυθεντίας, η οποία ασφαλώς βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και μεταβάλλει ουσιαστικά την Εκκλησία, απαιτεί επίσημη θεσμική κατοχύρωση.
Εάν η συμφιλίωση των πληγωμένων οικογενειών δεν αποτελεί πλέον ζήτημα «αφορισμού», τότε αυτό δεν πρέπει να παραμένει αποκλειστικά κρυφό στο εξομολογητήριο, αλλά πρέπει να μπορεί να διακηρυχθεί από τις στέγες των σπιτιών. Χωρίς μια έννομη τάξη που να την αναγνωρίζει, κάθε νέα ένωση εξακολουθεί, formaliter, δηλαδή τυπικά και από νομική άποψη, να αποτελεί μια μορφή ζωής που παραμένει στην αφάνεια.
Από την άλλη πλευρά, εάν αναγνωρίζεται στις γυναίκες αυθεντία, τότε το να θεωρεί κανείς ότι ολόκληρη η αυθεντία τους μπορεί να περιοριστεί στην παλαιά κατηγορία της potestas iurisdictionis (της εξουσίας δικαιοδοσίας) και ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αφορά και την potestas ordinis, την εξουσία που συνδέεται με την τη ιερατική τάξη, σημαίνει ότι παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα πατερναλιστικό και έντονα πατριαρχικό σύστημα.
Σε ένα τέτοιο σύστημα, η εξουσία αποδίδεται στους άνδρες ως αναγκαιότητα και βάσει νόμου, ενώ στις γυναίκες αναγνωρίζεται μόνο κατ’ εξαίρεση ή ως προνόμιο.
Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό να διακρίνουμε στα δύο έγγραφα που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα την πρόθεση αναγνώρισης νέων μορφών αυθεντίας και προσαρμογής του νόμου σε αυτή τη σημαντική αναγνώριση.
Τα δύο αυτά βήματα είναι καθοριστικά.
Το πρώτο είναι μια πράξη εκκλησιαστικής, θεολογικής και ποιμαντικής αναγνώρισης: η αποδοχή μιας εκκλησιαστικής διαδικασίας μάθησης, αναγκαίας και πολύτιμης, η οποία δεσμεύει όλους μας.
Το δεύτερο είναι η θεσμική μετάφραση αυτής της αναγνώρισης, η επίσημη αποτύπωσή της σε έναν αντικειμενικό κανόνα δικαίου, ώστε να καταστεί όχι απλώς μια μεμονωμένη προφητική φωνή, αλλά μια εδραιωμένη πρακτική και μια κοινά αποδεκτή Παράδοση.
Το κεντρικό ερώτημα παραμένει το εξής: με ποιον τρόπο η αυθεντία του Χριστού, ο οποίος πραγματοποιεί τη Βασιλεία του Θεού, δεν επιτρέπει να εγκλωβιστεί σε άκαμπτες μορφές εξουσίας, αλλά απαιτεί διαρκώς την αναγνώριση νέων μορφών αυθεντίας, μέσα στις οποίες ο ίδιος ο Κύριος καθίσταται μυστηριωδώς παρών «υπό άλλη μορφή», με τη δύναμη της αδυναμίας, με την ανάδειξη του περιθωρίου σε κέντρο και με τον πλούτο της πτωχείας;
Η Εκκλησία καλείται να εξέλθει από τον εαυτό της
Ο Κύριος χτυπά την πόρτα της εκκλησιαστικής οικίας, επειδή θέλει να εξέλθει από αυτήν.
Αυτό είπε ο Πάπας Φραγκίσκος την παραμονή της εκλογής του, όταν ήταν ακόμη ο Καρδινάλιος του Μπουένος Άιρες.
Άραγε, προσφέρουμε σε αυτή την έξοδο της Εκκλησίας από την αυτοαναφορική επανάληψη του εαυτού της τους λόγους και τα μέσα, τη διδασκαλία και το δίκαιο που απαιτούνται;
Η συνέχεια με την προφητική έμπνευση που εμφανίστηκε σαν αστραπή τον Μάρτιο του 2013 δεν είναι ούτε μικρής σημασίας ούτε ανώδυνη.
ΠΗΓΗ: Settimana news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.


