ΛΕΩΝ ΙΔ’
ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
Αίθουσα Παύλος Στ’
Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2026
Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού μέσα από τα Έγγραφά της. II. Η Δογματική Διάταξη Dei Verbum. 1. Ο Θεός μιλά στους ανθρώπους όπως σε φίλους
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!
Ξεκινήσαμε τη σειρά κατηχήσεων για τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού. Σήμερα θα αρχίζσουμε να εμβαθύνουμε στη Δογματική Διάταξη Dei Verbum για τη Θεία Αποκάλυψη. Είναι ένα από τα πιο όμορφα και σημαντικά έγγραφα της Συνόδου και, για να το εισαγάγουμε, μπορούμε να βρούμε χρήσιμο να θυμηθούμε τα λόγια του Ιησού: «Δεν σας ονομάζω πλέον δούλους, επειδή ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του· αλλά ονομάζω φίλους, επειδή όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα έκανα γνωστά» (Ιω 15,15). Αυτό είναι ένα θεμελιώδες σημείο της χριστιανικής πίστης, το οποίο μας υπενθυμίζει η Dei Verbum: Ο Ιησούς Χριστός μεταμορφώνει ριζικά τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό· από τώρα και στο εξής θα είναι μια σχέση φιλίας. Επομένως, η μόνη προϋπόθεση της νέας διαθήκης είναι η αγάπη.
Ο Ιερός Αυγουστίνος, σχολιάζοντας αυτό το απόσπασμα του Τετάρτου Ευαγγελίου, επιμένει στην προοπτική της χάρης, η οποία μόνη μπορεί να μας κάνει φίλους του Θεού εν τω Υιώ Του (Σχόλιο στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Ομιλία 86). Πράγματι, ένα αρχαίο ρητό έλεγε: «Amicitia aut pares invenit, aut facit», «η φιλία είτε γεννάται μεταξύ ίσων, είτε τους κάνει ίσους». Δεν είμαστε ίσοι με τον Θεό, αλλά ο ίδιος ο Θεός μας κάνει όμοιους με Αυτόν εν τω Υιώ Του.
Για αυτό, όπως μπορούμε να δούμε σε όλη την Αγία Γραφή, υπάρχει μια αρχική στιγμή απόστασης στη Διαθήκη, καθώς η συμφωνία μεταξύ Θεού και ανθρωπότητας παραμένει πάντα ασύμμετρη: ο Θεός είναι Θεός και εμείς είμαστε δημιουργήματα· αλλά, με την έλευση του Υιού με ανθρώπινη σάρκα, η Διαθήκη ανοίγεται στον τελικό της στόχο: στον Ιησού, ο Θεός μας κάνει παιδιά και μας καλεί να γίνουμε σαν Αυτόν στην εύθραυστη ανθρωπότητά μας. Η ομοιότητά μας με τον Θεό, λοιπόν, δεν επιτυγχάνεται μέσω της παράβασης και της αμαρτίας, όπως πρότεινε ο όφις στην Εύα (βλ. Γεν 3,5), αλλά στη σχέση με τον Υιό που έγινε άνθρωπος.
Τα λόγια του Κυρίου Ιησού που θυμηθήκαμε—«σας ονομάζω φίλους»—επαναλαμβάνονται με ακρίβεια στη Διάταξη Dei Verbum, το οποίο αναφέρει: «Με αυτή τη θεϊκή Αποκάλυψη, ο αόρατος Θεός (βλ. Κολ 1,15· Α’Τιμ 1,17), μέσα στη μεγάλη του αγάπη μιλά στους ανθρώπους όπως σε φίλους (βλ. Εξ 33,11· Ιω 15,14-15) και συζητά μαζί τους (βλ. Βαρ 3,38), για να τους προσκαλέσει και να τους δεχτεί στην κοινωνία μαζί του» (αρ. 2). Ο Θεός της Γένεσης σχετιζόταν με τους Πρωτόπλαστους, συμμετέχοντας σε διάλογο μαζί τους (βλ. Dei Verbum, 3)· και όταν αυτός ο διάλογος διακόπτεται από την αμαρτία, ο Δημιουργός δεν παύει να αναζητά μια συνάντηση με τα πλάσματά Του και να συνάπτει μια διαθήκη μαζί τους από καιρό σε καιρό. Στη Χριστιανική Αποκάλυψη, όταν δηλαδή ο Θεός για να έλθει να μας αναζητήσει γίνεται σάρκα εν τω Υιώ Του, ο διακοπτόμενος διάλογος αποκαθίσταται οριστικά: η Διαθήκη είναι νέα και αιώνια· τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη Του. Η Αποκάλυψη του Θεού, επομένως, έχει τον διαλογικό χαρακτήρα της φιλίας και, όπως και στην εμπειρία της ανθρώπινης φιλίας, δεν μπορεί να ανεχθεί τη σιωπή, αλλά τρέφεται από την ανταλλαγή αληθινών λόγων.
Η Διάταξη Dei Verbum μας υπενθυμίζει επίσης το εξής: Ο Θεός μάς μιλάει. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ των λόγων και της φλυαρίας: η δεύτερη παραμένει επιφανειακή και δεν δημιουργεί κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, ενώ στις αυθεντικές σχέσεις, οι λέξεις δεν χρησιμεύουν μόνο για την ανταλλαγή πληροφοριών και ειδήσεων, αλλά και για να αποκαλύψουν ποιοι είμαστε. Οι λέξεις έχουν μια αποκαλυπτική διάσταση που δημιουργεί μια σχέση με τους άλλους. Έτσι, μιλώντας μας, ο Θεός αποκαλύπτεται ως Σύμμαχος που μας προσκαλεί σε φιλία μαζί Του.
Από αυτή την οπτική γωνία, η πρώτη δεξιότητα που πρέπει να καλλιεργήσουμε είναι η ακρόαση, ώστε ο θεϊκός λόγος να μπορεί να διεισδύσει στον νου και την καρδιά μας· ταυτόχρονα, καλούμαστε να μιλήσουμε με τον Θεό, όχι για να Του επικοινωνήσουμε αυτό που Εκείνος ήδη γνωρίζει, αλλά για να αποκαλύψουμε εμάς στον εαυτό μας.
Εξ ου και η ανάγκη για προσευχή, στην οποία καλούμαστε να ζήσουμε και να καλλιεργήσουμε τη φιλία με τον Κύριο. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με τη λατρευτική και κοινοτική προσευχή, όπου δεν αποφασίζουμε τι θα ακούσουμε από τον Λόγο του Θεού, αλλά μάλλον ο Ίδιος μας μιλάει μέσω της Εκκλησίας. Επιπλέον, επιτυγχάνεται με την προσωπική προσευχή, η οποία λαμβάνει χώρα μέσα στην καρδιά και τον νου. Η ημέρα και η εβδομάδα ενός Χριστιανού δεν μπορεί να στερείται χρόνου αφιερωμένου στην προσευχή, τον στοχασμό και την περισυλλογή. Μόνο όταν μιλάμε με τον Θεό, μπορούμε και να μιλάμε για Αυτόν.
Η εμπειρία μας μάς λέει ότι οι φιλίες μπορούν να τελειώσουν εξαιτίας κάποιας δραματικής πράξης ρήξης ή εξαιτίας μιας σειράς καθημερινών παραλείψεων που διαβρώνουν τη σχέση μέχρι να χαθεί. Αν ο Ιησούς μάς καλεί να είμαστε φίλοι, ας μην αγνοήσουμε αυτό το κάλεσμα. Ας το αποδεχτούμε, ας καλλιεργήσουμε αυτή τη σχέση και θα ανακαλύψουμε ότι η φιλία με τον Θεό είναι η σωτηρία μας.
—————
Μετάφραση: π.Λ


