Γενική Ακρόαση του Πάπα Λέοντα, 11 Μαρτίου 2026

ΛΕΩΝ ΙΔ’

ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ 

Πλατεία Αγίου Πέτρου

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2026 

 

Κατήχηση. Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού.  II. Η Δογματική Διάταξη Lumen gentium. 3. Η Εκκλησία, λαός του Θεού

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα και καλώς ήρθατε!

Συνεχίζοντας τον στοχασμό μας πάνω στην Δογματική Διάταξη Lumen Gentium (LG), σήμερα εστιάζουμε στο δεύτερο κεφάλαιο, αφιερωμένο στον Λαό του Θεού.

Ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο και την ανθρωπότητα και ο οποίος επιθυμεί να σώσει κάθε άνθρωπο, επιτελεί το έργο της σωτηρίας του στην ιστορία επιλέγοντας έναν συγκεκριμένο λαό και κατοικώντας ανάμεσά του. Γι’ αυτό. καλεί τον Αβραάμ και του υπόσχεται απογόνους τόσους πολυάριθμους όσο τα αστέρια του ουρανου και όσο η άμμος της θάλασσας (βλ. Γεν 22:17-18). Με τα παιδιά του Αβραάμ, αφού τα έχει απελευθερώσει από τη δουλεία, ο Θεός συνάπτει διαθήκη, τα συνοδεύει, τα φροντίζει και τα συγκεντρώνει όποτε ξεστρατίζουν. Επομένως, η ταυτότητα αυτού του λαού δίνεται από τη δράση του Θεού και από την πίστη σε Αυτόν. Ο λαός αυτός καλείται να γίνουν φως για άλλα έθνη, σαν φάρος που θα προσελκύσει όλους τους λαούς, όλη την ανθρωπότητα (βλ. Ησ 2:1-5).

Η Σύνοδος επιβεβαιώνει ότι «όλα αυτά έλαβαν χώρα σε προετοιμασία και σε προεικόνιση της νέας και τέλειας διαθήκης που επρόκειτο να γίνει με τον Χριστό, και της πληρέστερης αποκάλυψης που επρόκειτο να κοινοποιηθεί από τον ίδιο τον Λόγο του Θεού που έγινε άνθρωπος» (LG, 9). Πράγματι, ο Χριστός είναι αυτός ο οποίος, με τη δωρεά του Σώματος και του Αίματός του, συγκεντρώνει αυτόν τον λαό μέσα του με έναν οριστικό τρόπο. Αυτός τώρα αποτελείται από ανθρώπους που προέρχονται από κάθε έθνος· ενώνεται με την πίστη σε Αυτόν, με την προσκόλλησή του σε Αυτόν, ζει τη δική του ζωή εμπνευσμένη από το Πνεύμα του Αναστημένου. Αυτή είναι η Εκκλησία: ο λαός του Θεού που αντλεί την ύπαρξή του από το σώμα του Χριστού [1] και που αυτός ο ίδιος είναι σώμα Χριστού· [2] όχι ένας λαός όπως οι άλλοι, αλλά ο λαός του Θεού, ο οποίος καλείται από Αυτόν και αποτελείται από γυναίκες και άνδρες που προέρχονται από όλους τους λαούς της γης. Η ενοποιητική του αρχή δεν είναι μια γλώσσα, ένας πολιτισμός, μια εθνικότητα, αλλά η πίστη στον Χριστό: η Εκκλησία είναι επομένως –σύμφωνα με μια λαμπρή έκφραση της Συνόδου– «η σύναξη εκείνων που προσβλέπουν με πίστη στον Ιησού» (LG, 9).

Πρόκειται για έναν μεσσιανικό λαό, ακριβώς επειδή η κεφαλή του είναι ο Χριστός, ο Μεσσίας. Τα μέλη του δεν καυχιούνται για καμία αξία ή τίτλο, αλλά μόνο για το δώρο να είναι, εν Χριστώ και μέσω Αυτού, κόρες και γιοι του Θεού. Πριν από κάθε έργο ή λειτουργία, επομένως, αυτό που πραγματικά έχει σημασία στην Εκκλησία είναι να μπολιαστούμε με τον Χριστό, να είμαστε παιδιά του Θεού κατά χάρη. Αυτός είναι επίσης ο μόνος τιμητικός τίτλος που πρέπει να επιδιώκουμε ως Χριστιανοί. Βρισκόμαστε στην Εκκλησία για να λαμβάνουμε αδιάκοπα ζωή από τον Πατέρα και να ζούμε ως παιδιά και αδελφοί Του μεταξύ μας. Κατά συνέπεια, ο νόμος που ζωντανεύει τις σχέσεις στην Εκκλησία είναι η αγάπη, όπως την λαμβάνουμε και την βιώνουμε εν Ιησού· και ο στόχος της είναι η Βασιλεία του Θεού, προς την οποία πορεύεται μαζί με όλη την ανθρωπότητα.

Ενωμένη εν Χριστώ, Κύριο και Σωτήρα κάθε άνδρα και γυναίκας, η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να αποσυρθεί στον εαυτό της, αλλά είναι ανοιχτή σε όλους και για όλους. Αν οι πιστοί στον Χριστό ανήκουν σε αυτήν, η Σύνοδος μας υπενθυμίζει ότι «όλοι οι άνθρωποι καλούνται να σχηματίσουν τον νέο Λαό του Θεού. Επομένως, αυτός ο λαός, παραμένοντας ένας και μοναδικός, πρέπει να επεκταθεί σε όλο τον κόσμο και σε όλους τους αιώνες, ώστε να εκπληρωθεί ο σκοπός του θελήματος του Θεού, ο οποίος στην αρχή δημιούργησε την ανθρώπινη φύση μία και επιθυμεί να συνάξει σε ένα τα παιδιά Του που ήταν διασκορπισμένα» (Lumen Gentium, 13). Ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν ακόμη δεχτεί το Ευαγγέλιο, επομένως, κατά κάποιο τρόπο προσανατολίζονται στον Λαό του Θεού, και η Εκκλησία, συνεργαζόμενη στην αποστολή του Χριστού, καλείται να διαδώσει το Ευαγγέλιο παντού και σε όλους (βλ. LG, 17), ώστε όλοι να μπορούν να έρθουν σε επαφή με τον Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία υπάρχει και πρέπει να υπάρχει χώρος για όλους, και ότι κάθε Χριστιανός καλείται να κηρύξει το Ευαγγέλιο και να δώσει μαρτυρία σε κάθε περιβάλλον στο οποίο ζει και εργάζεται. Έτσι αυτός ο λαός  δείχνει την καθολικότητά του, αποδεχόμενος τον πλούτο και τους πόρους διαφορετικών πολιτισμών και, ταυτόχρονα, προσφέροντάς τους την καινοτομία του Ευαγγελίου για να τους καθαρίσει και να τους ανυψώσει (βλ. LG, 13).

Υπό αυτή την έννοια, η Εκκλησία είναι μία αλλά περιλαμβάνει τους πάντες. Ένας μεγάλος θεολόγος την περιέγραψε ως εξής: «Ως μοναδική κιβωτός της Σωτηρίας, πρέπει να αποδέχεται στο ευρύ κυρίως κλίτος της όλη την ανθρώπινη ποικιλομορφία. Ως μοναδική αίθουσα του Συμποσίου, οι τροφές που διανέμει προέρχονται από όλη την κτίση. Ως άρραφος χιτώνας του Χριστού, αυτή είναι επίσης –και είναι το ίδιο ακριβώς– ο πολύχρωμος χιτώνας του Ιωσήφ». [3]

Είναι ένα μεγάλο σημείο ελπίδας —ειδικά στην εποχή μας, που σημαδεύεται από τόσες πολλές συγκρούσεις και πολέμους— να γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία είναι ένας λαός στον οποίο συνυπάρχουν γυναίκες και άνδρες διαφορετικών εθνικοτήτων, γλωσσών και πολιτισμών, δυνάμει της πίστεως: είναι ένα σημείο τοποθετημένο στην ίδια την καρδιά της ανθρωπότητας, μια υπενθύμιση και προφητεία εκείνης της ενότητας και της ειρήνης στην οποία ο Θεός Πατέρας καλεί όλα τα παιδιά Του.

________________________________________

[1] Βλ. J. Ratzinger, Il nuovo popolo di Dio, Brescia 1992, 97.

[2] Βλ. Y. M.-J. Congar, Un popolo messianico, Brescia 1976, 75.

[3] Cfr H. de Lubac, Cattolicismo. Aspetti sociali del dogma, Milano 1992, 222.

———————

Μετάφραση: π.Λ

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ μνήμη της Αγίας Ανθούσας

Κόρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’ του Κοπρώνυμου γεννήθηκε γύρω στο 750 στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κοπρώνυμος με την πολιτική του ενδυνάμωσε κατά πολύ την αυτοκρατορία, ήρθε