
Τα αιτήματα για αποκήρυξη του Βαπτίσματος είναι λίγα, όμως το ζήτημα που εξετάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερβαίνει κατά πολύ την απλή καταχώριση της βουλήσεως του ενδιαφερομένου στο Βαπτιστικό μητρώο. Ζητείται να αφαιρεθεί υλικό από το μητρώο, έντυπο ή ψηφιακό, ολόκληρη η παράγραφος στην οποία καταγράφεται η τέλεση του Μυστηρίου, τόπος, χρόνος, ονόματα των γονέων και των αναδόχων κ.λπ., με σημαντικές συνέπειες από νομικής, κανονικής και Θεολογικής απόψεως.
Το ζήτημα αφορά την υπόθεση C-12/25, στην Επισκοπή της Γάνδης (Βέλγιο), η οποία συζητήθηκε σε δημόσια ακρόαση στις 30 Ιουνίου και, πιθανότατα, θα οδηγήσει σε απόφαση την προσεχή 1η Οκτωβρίου.
Η Επιτροπή των Συνόδων των Καθολικών Ιεραρχιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COMECE) δημοσίευσε στις 2 Σεπτεμβρίου εκτενή και εμπεριστατωμένη μελέτη επί του ζητήματος, περίπου δεκαπέντε σελίδων, με τίτλο Erasure from baptismal registers («Διαγραφή από τα βαπτιστικά μητρώα»).
Η συζήτηση, η οποία δεν έχει λάβει ιδιαίτερη δημοσιότητα στην Ιταλία, διεξάγεται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και είχε ως αποτέλεσμα την παρέμβαση του Ποντιφικού Συμβουλίου για το Κανονικό Δίκαιο στις 17 Απριλίου 2015.
Καμία παραβίαση της ιδιωτικότητας
Στο επίκεντρο του ζητήματος βρίσκεται, αφενός, η συνάρθρωση του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων και, συνεπώς, του αιτήματος διαγραφής τους και, αφετέρου, η αυτονομία της Εκκλησίας και η Θρησκευτική ελευθερία στη θεσμική της διάσταση.
Με άλλα λόγια, το αίτημα, το οποίο θεμελιώνεται στην προσωπική ελευθερία εξόδου από την Εκκλησία και στην πλήρη αφαίρεση της σχετικής καταχώρισης από το μητρώο, έρχεται σε σύγκρουση με την Εκκλησιαστική υποχρέωση σεβασμού της ελευθερίας επιλογής, η οποία εκφράζεται με τη ρητή σχετική σημείωση, αλλά και με την καταγραφή ενός ιστορικού γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα, καθώς και με την κατανόηση του Μυστηρίου από Θεολογική και Κανονική άποψη.
«Το Βαπτιστικό μητρώο αποτελεί τη θεμελιώδη βάση για τον καθορισμό της κανονικής καταστάσεως του προσώπου στην εσωτερική έννομη τάξη της Εκκλησίας. Η επιβολή στην Καθολική Εκκλησία της υποχρεώσεως να διαγράψει τα δεδομένα που περιέχονται σε αυτό, επεμβαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο άμεσα στην οργάνωσή της, θα συνιστούσε σοβαρή παραβίαση της αυτονομίας της Εκκλησίας και της θεσμικής Θρησκευτικής ελευθερίας» (αρ. 5).
Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αποκήρυξη του Βαπτίσματος και, ακόμη πιο ριζικά, η αφαίρεση της καταχώρισης από το μητρώο είναι η ιδιωτικότητα, η ελευθερία απορρίψεως της πίστεως και της Εκκλησιαστικής εντάξεως, η επιθυμία της λήθης και η απόρριψη του θεσμού και του δημόσιου ρόλου της Εκκλησίας.
Καταρχάς, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, για εκείνους που υποβάλλουν το σχετικό αίτημα, η καταχώριση στο μητρώο της αποκηρύξεως του Βαπτίσματος και η υλική αφαίρεση ολόκληρης της καταχωρίσεως αποτελούν μια απλή διαγραφή από την ένταξη σε μια ένωση. Για την Εκκλησία όμως, «το Βαπτιστικό μητρώο δεν είναι κατάλογος μελών, αλλά ένα “ιστορικό γεγονός” της Εκκλησίας· δεν αποσκοπεί στην πιστοποίηση της Θρησκευτικής πίστεως των επιμέρους προσώπων ούτε στο γεγονός ότι κάποιος είναι μέλος της Εκκλησίας. Πράγματι, τα Μυστήρια που έχουν τελεσθεί και οι σχετικές καταχωρίσεις δεν περιορίζουν καθόλου την ελεύθερη βούληση εκείνων των πιστών οι οποίοι, ασκώντας αυτή την ελευθερία, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την Εκκλησία» (έγγραφο του Ποντιφικού Συμβουλίου).
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αντίληψη μιας απλής σωματειακής εντάξεως, στην οποία κανείς εισέρχεται και από την οποία εξέρχεται· από την άλλη βρίσκεται η καταγραφή ενός πραγματικού Μυστηριακού γεγονότος, η οποία δεν αφαιρεί από τον πιστό την πλήρη ελευθερία του, αλλά, από Θεολογική άποψη, νοείται ως δώρο του Θεού και, από Εκκλησιολογική άποψη, αποτελεί το θεμέλιο όλων των μεταγενέστερων επιλογών ή μη επιλογών.
Η σχετικά πρόσφατη πρακτική καταγραφής της βουλήσεως για αποκήρυξη του Βαπτίσματος δεν θα έπρεπε, επομένως, να εκφράζεται με διατυπώσεις όπως «εγκατέλειψε την Εκκλησία», αλλά μάλλον με άλλες, όπως «αποκήρυξε το Βάπτισμά του», υπογραμμίζοντας την προσωπική βούληση του ενδιαφερομένου.
Διότι, όπως σημείωσε το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας: «Το Βάπτισμα αποτελεί γεγονός, του οποίου η ιστορική πραγματικότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί» (αρ. 2). Πρόκειται για νομική προσέγγιση που απαντά ευρέως στην Ισπανία, την Πολωνία, τη Σλοβενία, την Ιταλία κ.ά.
Χωρίς την ασφάλεια και την αξιοπιστία του Βαπτιστικού μητρώου, θα μπορούσε να τελεσθεί εκ νέου και αντικανονικά το Βάπτισμα ή να δημιουργηθεί αμφιβολία ως προς την ύπαρξη ή την εγκυρότητα ενός Γάμου. Η αφαίρεση της σχετικής καταχωρίσεως από τα μητρώα θα μπορούσε να οδηγήσει πιστούς και μη πιστούς στην αντίληψη ότι το Βάπτισμα είναι προαιρετικό και επαναλήψιμο, παραβιάζοντας μια σημαντική Εκκλησιαστική και Θεολογική αρχή.
Ένα πλήγμα για την αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας
Τα Βαπτιστικά μητρώα εξακολουθούν να διαδραματίζουν ρόλο και σε αστικές διαδικασίες, ως αποδεικτικά στοιχεία οικογενειακών δεσμών, για την εκ των υστέρων καταχώριση γεννήσεων, όπως συμβαίνει στην Ιρλανδία, για την αναγνώριση της ιθαγένειας σε απογόνους μεταναστών, καθώς και για γενεαλογικές έρευνες.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η πρώην Τσεχοσλοβακία, όπου τα εκκλησιαστικά μητρώα ενσωματώθηκαν στα Ληξιαρχικά μητρώα και εξακολουθούν σήμερα να αποτελούν μέρος αυτών. Στην Πολωνία, τα Εκκλησιαστικά μητρώα έχουν αποδεικτική ισχύ όταν τα Ληξιαρχικά δεδομένα έχουν χαθεί εξαιτίας του πολέμου. Στο Βέλγιο έχει συμβεί ομάδα Εβραίων παιδιών να διαφύγει από την εξόντωση χάρη στην απόδειξη του βαπτίσματός τους που υπήρχε στο ενοριακό μητρώο.
Πέρα από τις περιπτώσεις του παρελθόντος ή του παρόντος, είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι η καταχώριση στο μητρώο εμποδίζει εκείνον που έχει αποκηρύξει το βάπτισμά του να ασκεί την ελευθερία της συνειδήσεως ή να δηλώνει ότι δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό του Καθολικό.
«Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα στοιχεία, ενώ η αρνητική διάσταση της Θρησκευτικής ελευθερίας του ενδιαφερομένου δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την καταχώριση του βαπτίσματος, μια υποχρέωση διαγραφής από τα βαπτιστικά μητρώα θα παρεμπόδιζε σοβαρά την ορθή λειτουργία της Εκκλησίας, με τεράστιες επιπτώσεις στη θεσμική θρησκευτική ελευθερία και στην αυτονομία της Εκκλησίας» (αρ. 5).
Θα μπορούσε, συνεπώς, να προκύψει ενδεχόμενη παραβίαση των σχέσεων μεταξύ Κρατών και Εκκλησιών, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή της ουδετερότητας της Ένωσης έναντι του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν τις σχέσεις τους με τις Εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνιών μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας.
Η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας εμποδίζει το Κράτος να παρεμβαίνει στις υποθέσεις της Εκκλησίας, και αντιστρόφως. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει στις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Εκκλησιών.
Τα μέτρα προστασίας των μητρώων, τα οποία είναι προσβάσιμα σε έναν πολύ περιορισμένο αριθμό προσώπων και δεν χρησιμοποιούνται για κερδοσκοπικούς σκοπούς ούτε, πολύ περισσότερο, ως μέσο κοινωνικής πιέσεως, δεν θίγουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Αντιθέτως, η αλλοίωσή τους θα επηρέαζε την εκκλησιαστική κατανόηση της ίδιας της μυστηριακής πίστεως.
«Η υποχρέωση, επομένως, διαγραφής των δεδομένων από τα βαπτιστικά μητρώα θα είχε συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ ένα απλό σύστημα αρχειοθετήσεως. Θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία εκφράζει και διαφυλάσσει ένα κεντρικό στοιχείο της μυστηριακής της πίστεως. Δεν πρόκειται απλώς για διοικητικό συμφέρον προστασίας της επεξεργασίας των δεδομένων. Αφορά τη θεσμική διάσταση της Θρησκευτικής ελευθερίας και την ελευθερία της Εκκλησίας να ζει, να οργανώνει και να εκφράζει την πίστη της» (αρ. 9).
ΠΗΓΗ: Settimana news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.


