
Στο Ευαγγέλιο ο Ιησούς επιτρέπει σε όλους να Τον πλησιάσουν, χωρίς διακρίσεις και προκαταλήψεις, και μεταμορφώνει κάθε σχέση σε μια εμπειρία αγάπης, ικανή να αλλάξει τη ζωή.
Το Ευαγγέλιο είναι συνάντηση. Ο Ιησούς δεν παραμένει ακίνητος, περιμένοντας να Τον αναζητήσουν, όπως κάνουν οι σημαντικοί άνθρωποι, οι οποίοι σπάνια εμφανίζονται μπροστά στο πλήθος, το πράττουν μόνο όταν τους συμφέρει, δημιουργούν επιμελώς αποστάσεις και φροντίζουν την εικόνα τους. Ο Ιησούς αποδέχεται το απρόοπτο της οδοιπορίας. Συναντά τους ανθρώπους και επιτρέπει να Τον συναντήσουν, όχι όμως ανθρώπους επιλεγμένους και προετοιμασμένους, αλλά τους αληθινούς ανθρώπους, όπως ακριβώς είναι. Πλησιάζει τους πάντες και επιτρέπει σε όλους να Τον πλησιάσουν.
Στο σπίτι του Σίμωνα αφήνει να Τον αγγίξει μια γυναίκα την οποία όλοι γνώριζαν ως «αμαρτωλή». Αυτό προκαλεί αμέσως την κακοπροαίρετη αντίδραση του οικοδεσπότη, ο οποίος καταδικάζει αυτήν την αδιακρίτως στενή συναναστροφή και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δεν είναι αξιόπιστος Διδάσκαλος, επειδή δεν αντιλαμβάνεται τι είδους γυναίκα είναι εκείνη. Ο Ιησούς το γνωρίζει πολύ καλά και, σε αντίθεση με τον Φαρισαίο που κρύβεται μέσα στον καθένα μας, αγαπά. Γνωρίζει ότι η αγάπη δεν είναι μια αφηρημένη, εικονική, τυχαία ή απερίγραπτη λέξη, αλλά γίνεται ιστορία, βίωμα, ανθρώπινη περιπέτεια. Αγαπά εκείνη τη γυναίκα γι’ αυτό που είναι, και γνωρίζει πώς να τη συναντήσει, ενώ για τους άλλους εκείνη είναι μονάχα μία ένοχη γυναίκα και, επομένως, πρέπει να αποφεύγεται.
Κάθε συνάντηση είναι ένας δεσμός, μια επιλογή, ένας σπόρος αιώνιας ζωής που σπέρνεται για να μεταμορφώσει την παρούσα ζωή και να ανοίξει τον δρόμο προς τη μέλλουσα. Ο Ιησούς αναζητεί έναν δεσμό με το πρόσωπο που βιώνει την αγάπη και έτσι μαθαίνει και το ίδιο να αγαπά. Συναντά κάποιον που δεν έχει κατανοήσει τα πάντα, αλλά που τελικά τα κατανοεί όλα ακριβώς επειδή συνδέεται μαζί Του. Θέλει όλοι να αισθανθούν το ενδιαφέρον Του. Συνομιλεί μέχρι αργά, χωρίς βιασύνη, και θέλει να συνοδεύσει εκείνη τη συνάντηση με τον άρτο που χορταίνει την πείνα.
Γύρω μας και μέσα μας μεγαλώνει μια πνευματική έρημος, άνυδρη και γεμάτη δυσπιστία. Όλα γίνονται ίδια, επειδή η αγάπη περιορίζεται στην εξωτερική εμφάνιση, στην επιφανειακή επαφή, στην αίσθηση, όπως συμβαίνει σε μια ιστοσελίδα γνωριμιών, όπου αποφασίζει ο αλγόριθμος, απαλλάσσοντάς μας από το πρόβλημα να κατανοήσουμε και να επιλέξουμε, ενώ υπόσχεται την ευημερία.
Ο Ιησούς μεταμορφώνει κάθε συνάντηση σε κάτι που γεννά ζωή και φανερώνει την αγάπη. Οι μόνες συναντήσεις στις οποίες φαίνεται να μην συμβαίνει αυτό, στις οποίες δεν μεταδίδεται ζωή, είναι εκείνες με τους σοφούς, τους λογίους και τους Φαρισαίους, επειδή αυτοί αμύνονται, γογγύζουν, σκέπτονται κακόβουλα, δεν συναντούν τους άλλους με την καρδιά, κρίνουν και δεν ακούνε. Είναι σαν να φοβούνται έναν Διδάσκαλο που τους φέρνει επιτέλους αντιμέτωπους με τον ίδιο τους τον εαυτό, που τους ελευθερώνει από την επιφανειακή εικόνα και από τη δουλεία της εξωτερικότητας και της ανθρώπινης εκτίμησης.
Ο καλύτερος ανάμεσά τους είναι ο Νικόδημος. Ο Ιησούς τον υποδέχεται τη νύχτα, σαν να επιβεβαιώνει ότι ακούει όποιον Τον αναζητεί. Θα μπορούσε να του πει να επιστρέψει όταν θα τον έβλεπαν όλοι, αντί γι’ αυτό όμως συνομιλεί μαζί του και τον βοηθάει να κατανοήσει επιτέλους τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που μεταμορφώνει τη ζωή, σε αντίθεση με τον Νόμο, ο οποίος μπορεί μόνο να πιστοποιεί, αλλά όχι να μεταβάλλει τον άνθρωπο. Οι σοφοί δεν αφήνονται να αγαπηθούν από τον Ιησού, ο οποίος προσπαθεί να πληγώσει την υπερηφάνειά τους, όχι για να τους ταπεινώσει, αλλά για να τους βοηθήσει να επιλέξουν την ταπείνωση και να γίνουν επιτέλους ο εαυτός τους.
Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνον τον πλούσιο άνθρωπο που πηγαίνει να αναζητήσει τον Ιησού, ο οποίος πάντοτε επιτρέπει να Τον βρίσκουν. Του θέτει ένα ερώτημα που τον βασανίζει, σαν μια συνειδησιακή εκκρεμότητα που δεν έχει επιλυθεί, σαν μια βαθιά αβεβαιότητα: «Τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;».
Πηγαίνει να Τον συναντήσει για να λάβει μια κατεύθυνση και βρίσκει μπροστά του την πρόσκληση να αγαπήσει τον Θεό, αντί να τηρεί έναν νόμο, έχοντας όμως την καρδιά του στραμμένη αλλού, στα πλούτη. Μόνον η αγάπη του Ιησού αποκαλύπτει αυτήν την αλήθεια. Ο άνθρωπος, όμως, φοβάται να αφεθεί να αγαπηθεί, φοβάται μήπως χάσει όσα έχει. Για εκείνον, η ακολουθία του Ιησού δεν είναι το πολύτιμο μαργαριτάρι που αναζητούσε, ούτε ο θησαυρός που ανακάλυψε στον αγρό της ζωής. Έτσι, παραμένει θλιβερά προσκολλημένος στα πλούτη του, εκείνα που, ας το θυμηθούμε, τα κατατρώει ο σκόρος και τα διαρρηγνύουν οι κλέφτες. Αγαπά τα πλούτη περισσότερο από την αγάπη με την οποία ο Ιησούς απευθύνεται προς αυτόν. Έτσι, παραμένει μόνος.
Η συνάντηση είναι διάλογος και απαιτεί χρόνο και υπομονή, όπως συμβαίνει με τη Σαμαρείτισσα γυναίκα, με την οποία ο Ιησούς συνομιλεί κατά τρόπο απροσδόκητο και αντίθετο προς τους καθιερωμένους κανόνες, σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμη και οι μαθητές Του εκπλήσσονται. Υπερβαίνει επίσης την προκατάληψη σύμφωνα με την οποία αυτή η συνάντηση δεν θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί, αφού Εκείνος ήταν Ιουδαίος και εκείνη Σαμαρείτισσα.
Και λίγο λίγο, με μεγάλη προσοχή, φθάνει στην αλήθεια, στο να της αποκαλύψει «όλα όσα έχει κάνει», χωρίς να την ταπεινώσει, αλλά βοηθώντας την να αποκτήσει επίγνωση και ανοίγοντάς της τον δρόμο προς μια νέα ζωή.
Στην Εμμαούς, η συνάντηση σημαίνει μια κοινή πορεία, ένα τμήμα δρόμου του οποίου δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια, αλλά ασφαλώς φθάνει μέχρι το βράδυ. Η συνάντηση γίνεται τράπεζα, δηλαδή μοίρασμα και κοινωνία. Γύρω από την πασχάλια τράπεζα ο Ιησούς συγκεντρώνει τους δικούς Του, ώστε η παρουσία Του να συνεχισθεί για πάντα, ως νέα και αιώνια Διαθήκη. Ο Ιησούς συγκροτεί μια κοινότητα, εκείνους που είναι αδελφοί και αδελφές Του, πατέρες και μητέρες Του.
Ο κόσμος ασφαλώς δεν πορεύεται προς την οικοδόμηση μιας πιο αδελφικής και ειρηνικής κοινότητας. Έχουμε ανάγκη από ένα «Εσύ», που είναι ο Θεός, ο οποίος χαρίζει ελπίδα και εμπιστοσύνη και οικοδομεί την αδελφοσύνη, διότι Αυτός και μόνον Αυτός είναι Πατέρας και Διδάσκαλος.
Όποιος συναντά τον Ιησού συναντά τους αδελφούς του και τους φτωχούς. Η συνάντηση είναι ασφαλώς προσωπική, πραγματοποιείται στα μύχια της καρδιάς μας, αλλά μας ενώνει με μια κοινότητα, διότι, όπως έλεγε ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄:
«Η πίστη μας είναι πραγματικά προσωπική μόνον εφόσον είναι και κοινοτική· μπορεί να είναι δική μου πίστη μόνον εάν ζει και κινείται μέσα στο “εμείς” της Εκκλησίας, μόνον εάν είναι η πίστη μας, η κοινή πίστη της μίας και μοναδικής Εκκλησίας».
Εμείς βιώνουμε τον πειρασμό να περιορίζουμε τα πάντα σε κάτι ατομικό ή να αρκούμαστε σε επιφανειακούς δεσμούς, τους οποίους μπορούμε να διακόπτουμε όποτε το αποφασίσουμε και οι οποίοι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, στερούνται βάθους.
Ο κίνδυνος είναι να συγχέουμε την προσωπική επιλογή με τον ατομικισμό ή την προσωπική ευθύνη με την ανεξαρτησία, καταλήγοντας έτσι σε μια θρησκεία «κατά παραγγελίαν», η οποία δεν γνωρίζει την εγκατάλειψη και την εμπιστοσύνη, μολονότι αυτές αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις της αγάπης.
Ο χριστιανός δεν μπορεί ποτέ να θεωρεί ότι η πίστη είναι μια ιδιωτική υπόθεση.
ΠΗΓΗ:AVVENIRE
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.


