«Με τη Γένεση και την Έξοδο ο λαός καθίσταται κυρίαρχος»

Ο θαυμαστός διάλογος μεταξύ της Αγίας Γραφής και των μεγάλων πολιτισμών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής –των Χετταίων, των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων και ιδιαιτέρως της Αιγύπτου των Φαραώ– εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο εξαιρετικού ενδιαφέροντος για τη βιβλική επιστήμη, διότι φανερώνει ότι τα ιερά κείμενα δεν δημιουργήθηκαν σε ένα απομονωμένο πολιτισμικό περιβάλλον, αλλά διαμορφώθηκαν μέσα σε έναν κόσμο ήδη πλούσιο σε μύθους, βασιλικές επιγραφές, πολιτικές συνθήκες και θρησκευτικές αφηγήσεις.

Τα βιβλικά κείμενα, μολονότι αποτελούν καρπό Θείας εμπνεύσεως, φέρουν τα ίχνη του ιστορικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εκφράστηκαν. Οι ιεροί συγγραφείς γνωρίζουν τη γλώσσα, τις εικόνες και τα σύμβολα των γύρω πολιτισμών, τα χρησιμοποιούν δημιουργικά, τα μεταπλάθουν και πολλές φορές τα ανατρέπουν, προκειμένου να φανερώσουν την ιδιαιτερότητα της αποκαλύψεως του Θεού του Ισραήλ.

Δεν πρόκειται, επομένως, για απλές λογοτεχνικές ομοιότητες ή αόριστες πολιτισμικές επιδράσεις, αλλά για βαθύτερες συμβολικές και αφηγηματικές σχέσεις, οι οποίες αποκαλύπτονται όταν το βιβλικό κείμενο συγκρίνεται με τα μνημεία, τις επιγραφές και τις παραστάσεις των αρχαίων αυτοκρατοριών.

Στο πεδίο αυτό κινείται η πρόσφατη μελέτη του βιβλικού ερμηνευτή Joshua Berman, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Bar-Ilan του Τελ Αβίβ, με τίτλο Echoes of Egypt: A Haggada. Ο συγγραφέας προτείνει μία ανάγνωση του βιβλίου της Εξόδου ως ενός κειμένου που γνωρίζει σε βάθος τη θρησκευτική και πολιτική ιδεολογία της αρχαίας Αιγύπτου και, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της, την μεταμορφώνει και την ανατρέπει.

Κατά τον Berman, οι ομοιότητες μεταξύ της Βιβλικής παραδόσεως και του Αιγυπτιακού κόσμου δεν αποτελούν απλώς κατάλοιπα πολιτισμικών επιρροών, αλλά φανερώνουν μία συνειδητή Θεολογική και αφηγηματική επιλογή: η Αγία Γραφή εισέρχεται στον κόσμο των συμβόλων της αυτοκρατορικής εξουσίας για να αποκαλύψει ότι η αληθινή κυριαρχία ανήκει στον Θεό και όχι στους ανθρώπινους ηγεμόνες.

Αναφερόμενος στο ζήτημα της χρονολογήσεως της Πεντατεύχου, ο Berman υποστηρίζει ότι τα βιβλία της Γενέσεως, της Εξόδου και του Δευτερονομίου δεν πρέπει να θεωρούνται προϊόντα αποκλειστικά της περιόδου της Βαβυλωνιακής εξορίας ή της μεταεξορικής εποχής. Κατά την άποψή του, η γλωσσική μορφή των κειμένων αυτών μαρτυρεί μία πολύ αρχαιότερη παράδοση.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει επίσης στις λεπτομέρειες της αφηγήσεως της Εξόδου, οι οποίες, κατά τον ίδιο, αντανακλούν με μεγάλη ακρίβεια τον κόσμο της Αιγύπτου του Νέου Βασιλείου. Τέτοια ακρίβεια, υποστηρίζει, δύσκολα θα μπορούσε να εξηγηθεί ως απλή ανακατασκευή πολλούς αιώνες αργότερα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανύψωση του Ιωσήφ σε δεύτερο άρχοντα της Αιγύπτου. Το βιβλίο της Γενέσεως αναφέρει ότι ο Φαραώ τοποθέτησε στο χέρι του Ιωσήφ το δακτυλίδι του, τον έντυσε με λινό ένδυμα και του έθεσε στον τράχηλο χρυσή αλυσίδα.

Η εικόνα αυτή αντιστοιχεί σε γνωστό τελετουργικό της Αιγυπτιακής αυλής: το χρυσό περιδέραιο της τιμής αποτελούσε σύμβολο βασιλικής εύνοιας και δημόσιας αναγνωρίσεως των ανωτάτων αξιωματούχων. Δεν ήταν απλώς κόσμημα, αλλά σημείο εντάξεως του τιμωμένου προσώπου στην τάξη της βασιλικής εξουσίας.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ράβδου του Μωυσή. Στην αιγυπτιακή παράδοση η ποιμενική ράβδος (heka) αποτελούσε σύμβολο της βασιλικής αποστολής του Φαραώ ως «ποιμένος του λαού». Στην αφήγηση της Εξόδου, όμως, το σύμβολο αυτό εγκαταλείπει τη σφαίρα της ανθρώπινης κυριαρχίας και γίνεται όργανο στα χέρια ενός ταπεινού δούλου του Θεού.

Η ερώτηση του Κυρίου προς τον Μωυσή: «Τί ἐστί τοῦτο ἐν τῇ χειρί σου;» μετατρέπει τη ράβδο από σύμβολο εξουσίας σε όργανο σωτηρίας. Η δύναμη δεν προέρχεται πλέον από τον ηγεμόνα, αλλά από τον Θεό, ο οποίος ενεργεί διά μέσου εκείνου που καλεί.

Το ίδιο θεολογικό μήνυμα διατρέχει και τις πληγές της Αιγύπτου. Ο Νείλος που μεταβάλλεται σε αίμα, το σκότος που καλύπτει τη χώρα και η απώλεια των πρωτοτόκων δεν αποτελούν απλώς θαυμαστά γεγονότα, αλλά αποκαλύπτουν την κατάρρευση των θεμελίων της Φαραωνικής θεολογίας.

Κάθε πληγή αποτελεί μία αποκάλυψη ότι οι θεότητες της Αιγύπτου και η ανθρώπινη αυτοκρατορική εξουσία δεν έχουν την τελική κυριαρχία επί της δημιουργίας. Ο μόνος αληθινός Κύριος είναι ο Θεός του Ισραήλ.

Ιδιαίτερα βαθύς είναι ο συμβολισμός της νυκτός. Στην Αιγυπτιακή θρησκευτική αντίληψη η νύκτα ήταν ο χρόνος της δοκιμασίας ακόμη και του θεού Ρα, ο οποίος έπρεπε να διασχίσει τον κάτω κόσμο πριν από την αναγέννηση της ημέρας.

Η Έξοδος, όμως, αντιστρέφει αυτή την εικόνα. Η νύκτα δεν είναι στιγμή αδυναμίας του Θείου, αλλά χρόνος κατά τον οποίο εκδηλώνεται η παντοδυναμία του Θεού. «Κατὰ τὸ μεσονύκτιον ἐπάταξεν ὁ Κύριος πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ» (Έξ. 12,29). Η νύκτα γίνεται «νὺξ ἀγρυπνίας τῷ Κυρίῳ» (Έξ. 12,42), δηλαδή χρόνος σωτηρίας και απελευθερώσεως.

Η συμβολή του Berman έγκειται ακριβώς στο ότι αναδεικνύει πως η Έξοδος δεν είναι μόνον μία αφήγηση ιστορικής απελευθερώσεως, αλλά μία βαθιά θεολογική διακήρυξη: ο Θεός δεν αποκαλύπτεται πλέον αποκλειστικά μέσω βασιλέων και αυτοκρατόρων, αλλά απευθύνεται σε έναν ολόκληρο λαό.

Με την Έξοδο καταρρέει η ιδέα ότι ο ηγεμόνας είναι ο μοναδικός μεσίτης μεταξύ ουρανού και γης. Ο Θεός καλεί, οδηγεί και φωτίζει τον λαό Του. Η Θεία φωνή γίνεται «λόγος πλησίον σου» (Δευτ. 30,14), προσφορά κοινωνίας και ζωής για κάθε άνθρωπο.

Έτσι, η Γένεση και η Έξοδος σηματοδοτούν μία αποφασιστική μεταβολή στην ιστορία της ανθρωπότητας: ο άνθρωπος δεν είναι πλέον υπήκοος μίας κοσμικής εξουσίας που διεκδικεί θεϊκά χαρακτηριστικά, αλλά μέλος ενός λαού που καλείται να ζήσει σε κοινωνία διαθήκης με τον ζώντα Θεό.

ΠΗΓΗ: AVVENIRE

                   +Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

κοινοποίηση άρθρου:

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη