13 ΜΑΪΟΥ μνήμη των εμφανίσεων της Θεοτόκου στη Φάτιμα

 

Μετά από τις τρεις εμφανίσεις της Παναγίας που έλαβαν χώρα κατά τον 19ο αιώνα (στο La Salette το 1846, στη Λούρδη το 1858 και στο Καστέλπετροζο το 1888) η Θεοτόκος εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον 20ο αιώνα το 1917 στη Φάτιμα της Πορτογαλίας. Σε αυτές τις εμφανίσεις, όπως σε εκείνες του 1432 στο Καραβάτζιο, το 1531 στη Γουαδελούπη του Μεξικό, η Παναγία απευθύνθηκε σε νεαρά παιδιά με χαμηλό κοινωνικό υπόβαθρο. Ήταν βοσκόπουλα.
Με αυτό τον τρόπο υποδείκνυε πως προτιμούσε τις απλές και αθώες ψυχές για να εμπιστευθεί τα μηνύματα μετάνοιας και τις προτροπές της για προσευχή που είχε για την ανθρωπότητα.

To ιστορικό πλαίσιο

Είναι περίοδος ενός γενικευμένου ματεριαλισμού (υλισμού), τόσο ιδεολογικού όσο πολιτικού. Οκτώ ημέρες πριν την εμφάνιση της Παναγίας στη Φάτιμα, ο Πάπας Βενέδικτος 15ος, ανησυχώντας για τη μεγάλη διάρκεια του αιματηρού Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου παρακάλεσε τους ανά τον κόσμο Χριστιανούς να ενωθούν σε με σταυροφορία προσευχής προς την Παναγία ώστε να επέλθει η πολυπόθητη ειρήνη.

Ο τόπος και τα πρόσωπα

Η Φάτιμα την εποχή εκείνη ήταν ένα χωριό της κεντρικής Πορτογαλίας, στο οροπέδιο της επαρχίας Estremadura. Μια παράδοση λέει ότι το χωριό πήρε το όνομά του (το οποίο είναι ίδιο με της κόρης του Μωάμεθ) από μια νεαρή Μουσουλμάνα που παντρεύτηκε έναν ευγενή Χριστιανό Καθολικό ονόματι Gonçalo Hermigues.

Τρία χιλιόμετρα απόσταση από το κέντρο του χωριού της Φάτιμα γεννήθηκαν και έζησαν οι τρεις πρωταγωνιστές της ιστορίας: η Λουκία ντος Σάντος (1907) και τα ξαδέρφια της Φραγκίσκος Μάρτο (1908) και Υακίνθη Μάρτο (1910).
Οι δύο οικογένειες ήταν πολυάριθμες. Η Λουκία είχε άλλα τέσσερα αδέρφια ενώ ο Φραγκίσκος και η Υακίνθη άλλα οκτώ. Η ασχολία των παιδιών, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής, ήταν να βόσκουν τα κοπάδια καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας. Στις 12.00 έτρωγαν και στη συνέχεια προσευχόταν με το Άγιο Ροδάριο στη σύντομη εκδοχή του.

Ο “Αγγελικός Κύκλος”

Μεταξύ Απριλίου και Οκτωβρίου του 1916 τα τρία παιδιά έγιναν μάρτυρες ενός υπερφυσικού φαινομένου: τρεις φορές τους εμφανίστηκε ένας Άγγελος, πολύ λαμπερός, που αποκαλέστηκε Άγγελος της Ειρήνης και προσκάλεσε τα τρία παιδιά να προσεύχονται. Οι εμφανίσεις αυτές ονομάστηκαν “Αγγελικός Κύκλος”.

Η πρώτη εμφάνιση της Παναγίας: 13 Μαΐου 1917

Ήταν Κυριακή, 13 Μαΐου 1917 όταν τα τρία ξαδέρφια, αφού παρακολούθησαν την Θεία Λειτουργία στον ενοριακό Ναό, επέστρεψαν στο σπίτι για να ετοιμαστούν να πάνε να βοσκίσουν τα κοπάδια. Λόγω του ανοιξιάτικου καιρού αποφάσισαν να πάνε λίγο μακρύτερα από το συνηθισμένο, μέχρι την Cova da Iria ένα αμφιθεατρικό ξέφωτο. Ξαφνικά μια αστραπή έλαμψε στον ουρανό και οι μικροί βοσκοί ανησύχησαν για μια ενδεχόμενη καταιγίδα. Αποφάσισαν, λοιπόν, να οδηγήσουν το κοπάδι στα σκεπά πριν αυτή ξεσπάσει. Καθώς κατέβαιναν από το λόφο η αστραπή επαναλήφθηκε. Λίγο πιο πέρα είδαν μια όμορφη Κυρία ντυμένη στα λευκά, επάνω από έναν δρυ, που κάτω από τα πόδια της εκπέμπονταν ένα λαμπερό φως. Επειδή τα παιδιά φοβήθηκαν η Κυρία τα καθησύχασε λέγοντας: μη φοβάστε δεν θα σας κάνω κακό.
Το φόρεμα της ήταν λευκό και για ζώνη είχε ένα χρυσό κορδόνι. Επίσης φορούσε ένα βέλο κι εκείνο με χρυσό περίγραμμα που της κάλυπτε το κεφάλι και τους ώμους της κατεβαίνοντας μέχρι τα πόδια της. Από τα δάκτυλα των ενωμένων σε στάση προσευχής χεριών της κρέμονταν ένα λευκό Ροδάριο.
Η Λουκία ρώτησε την Κυρία:

– Από πού έρχεστε;

– Από τον Ουρανό.

– Και γιατί ήρθατε μέχρι εδώ;

– Για να σας ζητήσω να έρχεστε εδώ τους επόμενους έξι μήνες, στις 13, την ίδια ώρα. Θα σας πω στη συνέχεια ποια είμαι και τί επιθυμώ, έπειτα θα επανέλθω μια έβδομη φορά.

– Θα πάω κι εγώ στον oυρανό;

– Ναι.

– Και η Υακίνθη;

– Κι εκείνη.

– Και ο Φραγκίσκος;

– Κι εκείνος αλλά πρέπει να λέει το Ροδάριό του.

Η Παναγία έπειτα ρώτησε:

– Θέλετε να προσφέρετε στο Θεό όλα τα δεινά που θα σας στείλει, υπέρ της αποκαταστάσεως των αμαρτημάτων που τον πρόσβαλλαν και για τη συγχώρηση των αμαρτωλών;

Η Λουκία απάντησε:

– Μάλιστα, θέλουμε.

– Όμως πρέπει να υποφέρετε πολύ, αλλά η Χάρη του Θεού θα είναι παρηγοριά σας.

Και αφού προέτρεψε τα παιδιά να απαγγέλουν καθημερινά το Ροδάριο για την επικράτηση της ειρήνης στον κόσμο και το τέλος του πολέμου, η Κυρία άρχισε να ανεβαίνει και να εξαφανίζεται στον ουρανό.

 

Η ανακάλυψη της εμφανίσεως

Και τα τρία παιδία είχαν δει την Κυρία, μόνο η Λουκία όμως την άκουσε και της μίλησε. Η Υακίνθη την είδε και άκουσε, δε μίλησε όμως μαζί της. Τέλος, ο Φραγκίσκος την είδε αλλά δεν άκουσε τη φωνή της. Το ίδιο συνέβη και στις επόμενες εμφανίσεις.

Η Λουκία συνέστησε στα δύο ξαδέλφια να μην πούνε τίποτα στο σπίτι, στη Υακίνθη όμως ξέφυγε το μυστικό.

Από τότε η καθημερινότητά τους άλλαξε: υπέστησαν επιπλήξεις, δυσφημήσεις και εμπαιγμούς αρχικά από τους τρομοκρατημένους γονείς και στη συνέχεια από τις πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές.

Δεύτερη εμφάνιση: 13 Ιουνίου 1917

Σε αυτή τη συνάντηση που έγινε στις 13 Ιουνίου τα τρία βοσκόπουλα δεν ήταν μόνα: μαζί τους ήταν εξήντα περίπου άτομα. Ύστερα από την απαγγελία του Ροδαρίου, η Κυρία εμφανίστηκε και πάλι προτρέποντας τα παιδιά να απαγγέλουν το Ροδάριο καθημερινά και ζήτησε στη Λουκία να μάθει γραφή και ανάγνωση ώστε να μπορεί να μεταδίδει τα μηνύματά της.
Αποκάλυψε πόσο υποφέρει η Αμίαντη Καρδιά της εξαιτίας των προσβολών που υπομένει από τα αμαρτήματα της ανθρωπότητας. Είπε επίσης ότι η Υακίνθη και ο Φραγκίσκος πολύ σύντομα θα είχαν πάει στον ουρανό ενώ η Λουκία θα παρέμενε στον κόσμο ώστε να γνωρίσει στον κόσμο την Αμίαντο Καρδία της Παναγίας.

Τρίτη εμφάνιση: 13 Ιουλίου 1917

Στις 13 Ιουλίου του 1917, αφού είχαν αντιμετωπίσει κάθε μορφής περιφρόνηση και γελοιοποίηση από τους συμπολίτες τους, η Λουκία, ο Φραγκίσκος και η Υακίνθη επέστρεψαν στην Cοva da Iria για την τρίτη συνάντηση με την Κυρία: εκείνη τη φορά περισσότερα από δύο χιλιάδες άτομα ήταν παρόντα.

Αφού απήγγειλαν το Ροδάριο, η Κυρία εμφανίστηκε και πάλι στη Λουκία και της ζήτησε να πει ποια ήταν και ότι θα πραγματοποιούσε ένα θαύμα ώστε όλοι να πιστέψουν.

Η Κυρία είπε:

– Συνεχίστε να έρχεστε εδώ κάθε μήνα. Τον Οκτώβριο θα αναγγείλω ποια είμαι και τί θέλω και θα κάνω ένα θαύμα που οι πάντες θα μπορέσουν να δουν καλά ώστε να πιστέψουν.

Η Κυρία, όπως και τις άλλες φορές, άνοιξε τα χέρια της, απ’ όπου εξήρχετο μια ακτίδα φωτός που εισχωρούσε στη γη.

Τότε η Λουκία αναφώνησε: A! H Κυρά μας!

Η Κυρία, σε εκείνο το σημείο εμπιστεύθηκε ένα μυστικό, απαγορεύοντας κατηγορηματικά στα τρία παιδιά να το αποκαλύψουν. Ολοκλήρωσε λέγοντας:
– Όταν απαγγέλετε το Ροδάριο, στο τέλος κάθε δεκάδας να λέτε: «Ω Ιησού, μου, συγχωρήστε τις αμαρτίες μας, διαφυλάξτε μας από τη φωτιά της Κολάσεως, οδηγήστε όλες τις ψυχές στον ουρανό ιδιαιτέρως εκείνες που περισσότερο έχουν ανάγκη του ελέους Σας».

Η σύλληψη των παιδιών

Στις 13 Αυγούστου του 1917 ένας μεγάλος αριθμός πιστών που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή της Cova da Iria άκουσε τη βροντή και είδε την αστραπή που συνόδευαν τις εμφανίσεις, τα τρία παιδιά όμως δεν βρίσκονταν εκεί. Ο Δήμαρχος, για την ακρίβεια ο διαχειριστής του Δήμου, εξαπατώντας τα δεν τους επέτρεψε να βρίσκονται στο μέρος των εμφανίσεων.
Σε μια προσπάθεια του να μάθει για τις εμφανίσεις – εάν αυτές είναι αληθινές ή απάτη -, λόγω του ότι δεν κατάφερε να φτάσει στο σκοπό του φυλάκισε τα παιδιά για εκφοβισμό.

Η τέταρτη και η πέμπτη εμφάνιση: 19 Αυγούστου και 13 Σεπτεμβρίου 1917

Την Κυριακή που ακολούθησε, στις 19 Αυγούστου 1917, τα τρία παιδιά με έκπληξη είδαν την Κυρία σε ένα μέρος αποκαλούμενο Valinhos. Εκείνη ήθελε να καθησυχάσει την αγωνία τους αφού δεν είχαν καταφέρει να είναι παρόντα στο ραντεβού τους την 13 του μηνός και ζήτησε να ανεγερθεί, με προσφορές των προσκυνητών, ένα εκκλησάκι στο σημείο των εμφανίσεων.
Στις 13 Σεπτεμβρίου η Κυρία εμφανίστηκε εκ νέου στα τρία βοσκόπουλα που μαζί τους βρίσκονταν από περίπου 30.000 άνθρωποι. Και αυτή τη φορά υποσχέθηκε ότι στις 13 Οκτωβρίου θα πραγματοποιούσε ένα θαύμα.
Μετά από αυτό εξαφανίστηκε.

Η έκτη εμφάνιση: 13 Οκτωβρίου 1917

Το νέο για το θαύμα που θα γινόταν αντιληπτό από όλους έκανε τον γύρο της Πορτογαλίας. Έτσι εκείνη τη μέρα συγκεντρώθηκαν περισσότερα από 70.000 άτομα, προερχόμενα από όλη τη χώρα. Παρόντες ήταν δημοσιογράφοι και φωτογράφοι έτοιμοι να απαθανατίσουν το γεγονός. Υπήρχαν, βεβαίως, και οι σκεπτικιστές κι εκείνοι που περίμεναν να χλευάσουν την απογοήτευση εκείνων που προσευχόμενοι ανέμεναν, στην περίπτωση που τίποτα δεν θα συνέβαινε. Ο καιρός εκείνη την ημέρα ήταν πολύ άσχημος. Είχε κρύο και η βροχή έπεφτε ασταμάτητα. Μόλις η Κυρία εμφανίστηκε η Λουκία τη ρώτησε:
«Ποια είστε Κυρία και τί θέλετε από μένα;» Της απάντησε η Παναγία: «Εγώ είμαι η Παναγία του Ροδαρίου. Θέλω να κτιστεί εδώ ένα εκκλησάκι προς τιμήν μου. Θέλω να συνεχίσει ο κόσμος να απαγγέλει καθημερινά το Ροδάριο. Ο πόλεμος θα τελειώσει και οι στρατιώτες πολύ σύντομα θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Οι άνθρωποι δεν πρέπει πια να προσβάλλουν το Θεό, που είναι ήδη πολύ προσβεβλημένος».

Το θαύμα του ήλιου

Ο Avelino de Almeida, δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας «O Século» περιέγραψε το φαινόμενο του ήλιου στην έκδοση της Δευτέρας 15 Οκτωβρίου 1917: «Η Παναγία τότε άνοιξε τα χέρια της και έδειξε τον ήλιο.
Το αστέρι μοιάζει με αδιαφανές ασημένιο πιάτο και μπορούσες να το κοιτάξεις χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Δεν σε έκαιγε ούτε σε τύφλωνε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν σαν μια έκλειψη. Και να μια ισχυρή κραυγή από τους θεατές που ήταν εκεί: – Θαύμα, θαύμα! Θαύμα, θαύμα! –
Στα γουρλωμένα μάτια αυτού του λαού, του οποίου η στάση μας οδηγεί σε βιβλικούς καιρούς, και που, χλωμός από τον τρόμο, με το κεφάλι αποκαλυμμένο, κοιτάζει προς το γαλάζιο, ο ήλιος τινάχτηκε, ο ήλιος έκανε ξαφνικές κινήσεις, ενάντια σε όλους τους κοσμικούς νόμους. Σύμφωνα με την χαρακτηριστική έκφραση των αγροτών… ο ήλιος χόρεψε».

Το τελευταίο όραμα

Όταν όλα αυτά τελείωσαν, το βρεγμένο από τη βροχή πλήθος ήταν τελείως στεγνό. Ήταν, λοιπόν, προφανές πως στην Cova da Iria, η Παναγία πραγματικά εμφανίστηκε και εκδηλώθηκε με ένα θαύμα που αντιλήφθηκαν οι παρόντες πιστοί. Καθώς η Παναγία ανέβαινε προς τον ουρανό τα τρία παιδιά είδαν δίπλα στον ήλιο το Θείο Βρέφος, τον Άγιο Ιωσήφ και την Παναγία.

Η επιβεβαίωση από την Εκκλησία 

Στις 28 Απριλίου 1919 ξεκίνησαν οι εργασίες για την ανέγερση του Ναού της Εμφανίσεως.
Στις 13 Οκτωβρίου 1930 ο Επίσκοπος της πόλης Leiria σημείωνε πως «τα οράματα των νεαρών στην Cova da Iria είναι αξιόπιστα», εγκρίνοντας έτσι την ευλάβεια για την Παναγία της Φάτιμα.

Ο θεμέλιος λίθος του μεγαλύτερου Ναού ευλογήθηκε στις 13 Μαΐου 1928 από τον Αρχιεπίσκοπο της Evora, ενώ η αφιέρωση με τίτλο Παναγία του Ροδαρίου πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1953.

Ο τίτλος της Βασιλικής δίνεται στον Ιερό Ναό από τον Πάπα Πίο 12ο στις 11 Νοεμβρίου του 1954. Στις 13 Μαΐου 1946 ο Καρδινάλιος Benedetto Aloisi Masella έστεψε το άγαλμα της Παναγίας ενώπιον ενός πλήθους περισσότερων από 800.000 προσκυνητών.

Οι τρεις οραματιστές μετά τις εμφανίσεις 

Όπως προ είπε η Παναγία, πρώτα ο Φραγκίσκος και έπειτα η αδελφή του η Υακίνθη, πέθαναν πολύ νωρίς εξαιτίας μιας επιδημίας που μεταξύ των ετών 1917 – 1920 αποδεκάτισε την Ευρώπη. Ο Φραγκίσκος απεβίωσε στις 4 Απριλίου 1919 σε ηλικία δέκα ετών ενώ η Υακίνθη στις 20 Φεβρουαρίου 1920 στην ηλικία των εννέα ετών. Τα σώματά τους βρίσκονται στη Βασιλική της Παναγίας του Ροδαρίου στη Φάτιμα. Στις 13 Μαΐου 2000 ο Άγιος Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ προέβη στην μακαριωνυμία τους, ενώ στις 13 Μαΐου 2017 ο Πάπας Φραγκίσκος τους ανακήρυξε Αγίους. Η Λουκία Dos Santos συνέχισε την αποστολή της οραματίστριας και της φύλακος του μηνύματος της Παναγίας. Αρχικά ως Μοναχή των Αδελφών της Αγίας Δωροθέας, σε ηλικία 41 ετών εισήλθε στο Carmelo di Coimbra με όνομα αδελφή Μαρία Λουκία του Ιησού και της Αμιάντου Καρδίας. Επέστρεψε αρκετές φορές στον τόπο των εμφανίσεων στη Φάτιμα. Η Αδελφή Μαρία Λουκία συνέχισε να δέχεται μηνύματα από την Παναγία. Πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 2005 σε ηλικία 98 ετών.
Αναπαύεται πλέον μαζί με το Φραγκίσκο και την Υακίνθη. Η διαδικασία της μακαριωνυμίας ξεκίνησε το 2008 και ολοκληρώθηκε το 2017.

Οι Ποντίφικες και η Φάτιμα

Πολυάριθμες είναι οι επισκέψεις των Αγίων Πατέρων στη Φάτιμα κατά τη διάρκεια της ιστορίας του προσκυνήματος. Ο πρώτος Πάπας που πήγε ήταν ο Παύλος ο 6ος ο οποίος με αφορμή την πεντηκοστή επέτειο των Εμφανίσεων την επισκέφτηκε στις 13 Μαΐου 1967. Ο Ιωάννης Παύλος Β’ την επισκέφτηκε στις 13 Μαΐου 1982, ένα χρόνο αφότου είχε δεχτεί τη δολοφονική επίθεση στην πλατεία του Αγίου Πέτρου και το 1991, δέκα χρόνια μετά την επίθεση. Επέστρεψε στις 13 Μαΐου 2000 για την μακαριωνυμία της Υακίνθης και του Φραγκίσκου.
Ο Πάπας Βενέδικτος 16ος επισκέφτηκε το προσκύνημα το 2007 ενώ ο Πάπας Φραγκίσκος το 2017 με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τις εμφανίσεις.

Οι αφιερώσεις στην Αμίαντη Καρδιά της Παναγίας

Στις 13 Μαΐου 1931 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Πορτογαλίας, ακολουθώντας το μήνυμα της Φάτιμα, προέβη στην πρώτη αφιέρωση της χώρας στην Αμίαντη Καρδία της Μαρίας. Στις 31 Οκτωβρίου και στις 8 Δεκεμβρίου 1942 ο Πάπας Πίος ο 12ος αφιέρωσε όλο τον κόσμο στην Αμίαντη Καρδία της Παναγίας και στις 7 Ιουλίου του 1952, σύμφωνα με όσα είχε ζητήσει η Παναγία της Φάτιμα, αφιέρωσε καθ’ ιδιαίτερο τρόπο στη Θεοτόκο τους λαούς της Ρωσίας. Επί τη ευκαιρία της ολοκλήρωσης των εργασιών της τρίτης περιόδου της Β΄ Βατικανής Συνόδου (2 Νοεμβρίου 1964) ο Πάπας Πάυλος ο 6ος ανανέωσε την αφιέρωση ολόκληρης της ανθρωπότητας στην Αμίαντη Καρδία της Αειπαρθένου Μαρίας.

Το “Τρίτο μυστικό της Φάτιμα”

Μετά από την μακαριωνυμία των τριών μικρών βοσκών, ο τότε Γραμματέας του Κράτους του Βατικανού Καρδινάλιος Άντζελο Σοντάνο, ανέγνωσε στα Πορτογαλικά την ανακοίνωση σχετική με το λεγόμενο τρίτο μυστικό της Φάτιμα.
Στην πραγματικότητα ήταν το τρίτο μέρος του οράματος που είχαν λάβει η Λουκία, ο Φραγκίσκος και η Υακίνθη κατά την εμφάνιση της 13ης Ιουλίου 1917.
Μόλις ένα μήνα αργότερα, στις 26 Ιουνίου 2000, ο Ιωάννης Παύλος Β΄ έδωσε άδεια στη Σύνοδο για τη Διδασκαλία της Πίστεως, να δημοσιοποιήσει το κείμενο, που είχε στην κατοχή της και φύλαγε όλα αυτά τα χρόνια.

Με λίγα λόγια, το πρώτο μέρος ασχολείται με το τρομακτικό όραμα της κολάσεως, ή καλύτερα την αυτοκαταδίκη των αμαρτωλών ψυχών.
Στο δεύτερο μέρος, η Παναγία δήλωσε ότι η εξάπλωση της ευλάβειας προς την Αμίαντη Καρδιά Της θα συμβάλει στη σωτηρία των πιστών. Το κείμενο που είναι γνωστό μέχρι το 2000 σταματάει εδώ και ανάγεται στο έτος 1941 όταν η Λουκία, από υπακοή, αποκάλυψε μόνο τα δύο πρώτα μέρη.

Όσον αφορά το τρίτο μέρος, αυτό γράφτηκε στις 3 Ιανουαρίου 1944 και εστάλη στο Βατικανό. Το αντικείμενό του είναι σχετικό με τους διωγμούς που θα υποστεί η Εκκλησία και τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένου «του Επισκόπου ντυμένου στα λευκά». Ο τότε πρόεδρος της Συνόδου για τη Διδασκαλία της Πίστεως, Καρδινάλιος Ιωσήφ Ράτσινγκερ, συνέγραψε ένα θεολογικό σχολιασμό που συνόδευε το κείμενο του τρίτου μέρους του «Μυστικού». «Η λέξη κλειδί αυτού του “Μυστικού” είναι η τριπλή κραυγή: “Μετάνοια, Μετάνοια, Μετάνοια!”…

Στην Αδελφή Λουκία φαινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο σκοπός όλων αυτών των εμφανίσεων ήταν να αυξάνεται όλο και περισσότερο η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη – όλα τα υπόλοιπα άλλο σκοπό δεν είχαν από το να οδηγήσουν σε αυτό…» .

Επίλογος

Η Εκκλησιαστική Αρχή, ανέκαθεν αναγνώρισε στη Φάτιμα έναν φάρο που ακόμα και σήμερα συνεχίζει να ρίχνει το φως του, προσκαλώντας τον αποπροσανατολισμένο κόσμο στον μοναδικό λιμένα της σωτηρίας.
Επομένως, οι προειδοποιήσεις της Παναγίας, δεν αποτελούν ένα σκιάχτρο για την ανθρωπότητα ούτε μια ευκαιρία για περίεργους ανθρώπους και καταστροφολόγους, αλλά είναι μια πρόσκληση για ελπίδα, που πηγάζει από τη βεβαιότητα ότι ο Θεός θέλει το καλό μας και το επιδιώκει με κάθε κόστος.

πγπ

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου