
Είχα ένα διάλογο με ένα φίλο, που ήταν αγανακτισμένος με την Εκκλησία. Τον άφησα ελεύθερο να μου πει ότι σκεπτόταν για όσους πηγαίνουν στην Εκκλησία αλλά και για εκείνους που δεν πηγαίνουν. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να παρουσιάσω τον κατάλογο των λεπτομερειών έλλειψης σεβασμού και τιμής που φαινόταν και από το ύφος του αλλά προπάντων από τα υποτιμητικά λόγια του.
Μεταξύ των άλλων στα μέσα περίπου του αντιεκκλησιαστικού του ξεσπάσματος, μου λέει: “Εμένα δεν θα με ξαναδείς στην Εκκλησία. Μην περιμένεις να ακούσω τα κηρύγματα σου, ακόμη χειρότερα μην κάνεις τον κόπο να με προσκαλέσεις στην εξομολόγηση.
Αν συναντήσω το Θεό σας, θα τον σκοτώσω… Διασκέδασε με όλη μου τη ζωή βασανίζοντάς με χίλιες δυο αντιξοότητες, χαίροντας για τα βασανιστήρια των πολλών αρρωστιών που με τρέλαναν ”.
Αφού τα είπε όλα και ξεθύμανε, ολοκλήρωσε το ξέσπασμά του, που προσπάθησα να ακούσω με αγάπη, μου ζήτησε να διακόψω τη σιωπή μου, προκαλώντας με να υπερασπιστώ αυτή την Εκκλησία, αυτό το Θεό που με τα λόγια πέταξε και τα δύο στον αέρα.
Του λέω τότε ένα απλό ευχαριστώ και προσθέτω: “ Τώρα δεν αισθάνομαι την ανάγκη να υπερασπιστώ με λόγια την Εκκλησία, μπορώ να την υπερασπιστώ αποτελεσματικά και με συνέπεια της ζωής μου: είναι το μόνο πειστικό επιχείρημα.
Αυτός ο θεός που διασκέδασε μαζί κάνοντας σε να υποφέρεις, αυτός ο θεός που χαίρεται να σε βασανίζει με χίλιες δυο αρρώστιες…. Αυτό ο Θεός «είναι φάντασμα»…. Ένας τέτοιο Θεό μπορείς κάλλιστα μα τον εκμηδενίσεις, μπορείς να τον κάνεις πέρα, διότι ένας τέτοιος Θεός απλά δεν υπάρχει.
Για μένα υπάρχει μόνο η Αγάπη: γνωρίζω μόνο το Θεό του ευαγγελίου που ονομάζεται Αγάπη”.


