Το Μητροπολιτικό Pallium ή Ωμοφορίο

TO ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ PALLIUM Η ΩΜΟΦΟΡΙΟ

Την ημέρα της θρονικής εορτής της Παναγίας του Ροδαρίου, στην αρχή της πανηγυρικής αρχιερατικής Θ. Λειτουργίας στον ομώνυμο καθεδρικό ναό στην Ξινάρα της Τήνου (3 Οκτωβρίου 2021), οι παρόντες πιστοί είχαν την ευκαιρία να παραστούν σε μια εισαγωγική σύντομη ακολουθία στην οποία, σίγουρα, παρέστησαν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Ήταν η Ακολουθία επιθέσεως του μητροπολιτικού ωμοφορίου από τον Αποστολικό Νούντσιο π. Savio στον νέο Αρχιεπίσκοπο Νάξου-Τήνου και μητροπολίτη παντός Αιγαίου π. Ιωσήφ Πρίντεζη.

Ως πρόσφατα, η τελετή αυτή πραγματοποιούταν στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια της επίσημης παπικής Θ. Λειτουργίας της εορτής των Αγίων κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη βασιλική του Απ. Πέτρου στο Βατικανό. Εκεί συνάζονταν όλοι οι αρχιεπίσκοποι/μητροπολίτες που είχαν εκλεγεί και χειροτονηθεί την τελευταία χρονιά και δέχονταν στους ώμους τους από τον ίδιο τον πάπα το ωμοφόριο ή pallium (λατινική ονομασία). Από την περσινή χρονιά ο πάπας Φραγκίσκος επέλεξε να γίνεται μεν η παράδοση στη βασιλική του Βατικανού, κατά την ίδια πάντα εορτή, αλλά να επιτίθεται στους ώμους του νέου μητροπολίτη από τους κατά τόπους αποστολικούς νούντσιους ενώπιον του λαού των εκκλησιαστικών επαρχιών στις οποίες επισκοπεί ο νεοεκλεγμένος μητροπολίτης.

Ωμοφόριο ή Pallium ονομάζεται έτσι επειδή φέρεται πάνω στους ώμους και το φέρουν στη βυζαντινή παράδοση (ορθόδοξοι και ανατολικοί καθολικοί) όλοι οι επίσκοποι και αποτελεί ένα από τα διακριτικά της επισκοπικής διακονίας. Στη ρωμαϊκή παράδοση το φέρουν μόνο οι αρχιεπίσκοποι που είναι ταυτόχρονα και μητροπολίτες. Εδώ αναφερόμαστε στη ρωμαϊκή παράδοση.

Πρόκειται για μια λουρίδα υφάσματος, που έχει υφανθεί από μαλλί προβάτων και στην αρχαιότητα, ελληνική και ρωμαϊκή, το έφεραν οι άνδρες για να προστατέψουν τους ώμους τους από το κρύο. Τότε ήταν ένα φόρεμα πολύ φαρδύτερο και μακρύτερο από το επισκοπικό ωμοφόριο, αφού είχε προστατευτική σκοπιμότητα κι έτσι το παρέλαβε η λατρευτική παράδοση, η οποία απέδωσε σ’ αυτό χαρακτηριστικούς συμβολισμούς. Επάνω στο λευκό μαλλί έχουν κεντηθεί 5 μαύροι σταυροί, αντίστοιχου μεγέθους προς το πλάτος του ωμοφορίου. Το ανατολικό ωμοφόριο φέρει επίσης σταυρούς, αλλά είναι πολύ φαρδύτερο.

Ο πρώτος συμβολισμός είναι εκείνος του σταυρού. Όπως ο Ιησούς έφερε το σταυρό ως τον Γολγοθά για να θυσιαστεί για το ποίμνιό του, έτσι και ο επίσκοπος είναι η ζωντανή εικόνα του εσταυρωμένου Σωτήρα, που πρέπει να καταναλώσει τη ζωή του με μοναδικό σκοπό τη σωτηρία του ποιμνίου που ο Κύριος του εμπιστεύθηκε.

Ο δεύτερος συμβολισμός είναι παραπλήσιος: ο επίσκοπος είναι ο «καλός ποιμένας» που οδηγεί το ποίμνιοτης Εκκλησίας σε «τόπους χλοερούς», αλλά και που σηκώνει στους ώμους του το χαμένο και τραυματισμένο πρόβατο, κατ’ εικόνα του Ιησού Χριστού Καλού Ποιμένα (βλ. Ευαγγέλιο κατά Ιωάννη, κεφ. 10).

Ο τρίτος συμβολισμός είναι εκείνος της «κοινωνίας» του φέροντος επισκόπου με τον διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, τον εκάστοτε επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, ο οποίος και του το ετοιμάζει και το χορηγεί. Σύμφωνα με την παράδοση, το μαλλί προέρχεται από πρόβατα τα οποία κουρεύουν την εορτή της Αγ. Ρωμαίας παρθενομάρτυρος Αγνής (21 Ιανουαρίου). Το όνομα της, στα λατινικά, Agnes, είναι (κατά κάποιο τρόπο) το θηλυκό της ονομασίας του μικρού προβάτου, του αμνού (στα λατινικά: Agnus). Ο Ιησούς είναι ο Αμνός του Θεού ο αίρων (που σηκώνει) την αμαρτία του κόσμου. Και έτσι επιστρέφουμε και στον πρώτο συμβολισμό. Ο συμβολισμός της «κοινωνίας» του επισκόπου με τον Πάπα, τον πρώτο επίσκοπο της Εκκλησίας, υλοποιείται καθημερινά με την πνευματική δικαιοδοσία που έχει ο συγκεκριμένοςεπίσκοπος επάνω στους πιστούς μιας συγκεκριμένης εκκλησιαστικής επαρχίας η οποία είναι ευρύτερη από την επισκοπή του. Πράγματι, ο αρχιεπίσκοπος-μητροπολίτης έχει δικαιοδοσία, σε ορισμένα θέματα, και επάνω σε επισκοπές οι οποίες υπάγονται στη μητρόπολή του.

Το ωμοφόριο στη Δύση, πράγματι, δεν το έφερε κανένας επίσκοπος, πλην εκείνου της Ρώμης και σε όσους εκείνος έκρινε ότι έπρεπε να το χορηγήσει. Ο πρώτος πάπας που εικονίζεται να φέρει το ωμοφόριο, είναι ο πάπας Αγ. Μάρκος (+336). Στην Ανατολή αναφέρεται για πρώτη φορά, ως ωμοφόριον, γύρω στο έτος 420/430 από τον Αγ. Ισίδωρο τον Πελουσιώτη. Λέει συγκεκριμένα: «Το ωμοφόριον του επισκόπου είναι από μαλλί και όχι από λινάρι, επειδή συμβολίζει το χαμένο πρόβατοπου πήγε ο Κύριος να αναζητήσει και που όταν το βρήκε το έφερε πίσω στη στάνη πάνω στους ώμους του».

Για να μπορέσει εκείνη η αρχική λουρίδα του υφάσματος να κρατηθεί πάνω στους ώμους του επισκόπου και η αρχή της να βρίσκεται στο στήθος του και το τέλος της στην πλάτη του, ή το έραβαν πάνω στο φελώνιο ή το στερέωναν με καρφίτσες, οι οποίες, όταν πήρε το ωμοφόριο τη σημερινή μορφή, έγιναν απλώς διακοσμητικές και δεν άργησε να αποκτήσουν τον συμβολισμό των τριών καρφιών με τα οποία καθηλώθηκε πάνω στο σταυρό ο Ιησούς.

Η ιστορία του ωμοφορίου είναι πολύ μεγαλύτερηαπό εκείνη που αναφέρουμε εδώ. Όπως όλα τα άμφια της χριστιανικής λατρείας γνώρισαν αλλαγές και εξελίξεις, απέκτησαν νέους συμβολισμούς και άφησαν να χαθούν άλλοι. Όμως τα κείμενα της σύντομης εκείνηςακολουθίας της παράδοσης και επίθεσης στους ώμους του νέου αρχιεπισκόπου Νάξου-Τήνου και μητροπολίτη παντός Αιγαίου π. Ιωσήφ Πρίντεζη και η πίστη την οποία ομολόγησε πριν το δεχτεί, μας δίνουν το θεμέλιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία οικοδομείται συνεχώς και ανά τους αιώνες, σε μια παράδοση που ξεκινά από τους Αποστόλους και φτάνει ως την αιωνιότητα.

Το χειροκρότημα του λαού που ακολούθησε την επίθεση του ωμοφορίου φανερώνει τη συμφωνία και τη συμμετοχήτου ποιμνίου σε όλη αυτή τη διαδικασία σωτηρίας.

π.Μ.Φ.

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη