«Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει «Κύριε, Κύριε», …

«Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει «Κύριε, Κύριε»,
αλλά όποιος κάνει το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα μου» (Μτ 7,21)

Αυτή η φράση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, είναι τμήμα από τον επίλογο της επί του όρους ομιλίας. Ο Ιησούς, μετά τη διακήρυξη των Μακαρισμών, καλεί τους ακροατές του να αναγνωρίσουν τη στοργική εγγύτητα του Θεού και προσδιορίζει ποια πρέπει να είναι στάση κάποιου, ως συνέπεια αυτής της σχέσης: να ανακαλύπτει πάντα, μέσα από το θέλημα του Πατέρα, το δρόμο τον πιο σωστό ώστε να επιτύχει την τέλεια κοινωνία μαζί Του, μέσα στη βασιλεία Του.

«Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει «Κύριε, Κύριε»,
αλλά όποιος κάνει το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα μου»

Ωστόσο, ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Πώς μπορούμε να το γνωρίσουμε;
Η Chiara Lubich έτσι επικοινώνησε τη δική της «ανακάλυψη»:
«[…] Το θέλημα του Θεού είναι η φωνή του Θεού που διαρκώς μας μιλά και μας καλεί. Είναι το νήμα, ή καλύτερα ένα εξαίσιο χρυσό και θείο υφάδι, που στηρίζει όλη τη ζωή μας εδώ στη γη και πέρα από τη γη. Είναι ο τρόπος που ο Θεός μας εκφράζει την αγάπη του, μια αγάπη που περιμένει ανταπόκριση, ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει τα θαυμάσιά του στη ζωή μας.
Το θέλημα του Θεού είναι το καθήκον μας στην ύπαρξη, στην πραγματική ύπαρξη, και στην πλήρη πραγμάτωσή μας.
«Ας επαναλαμβάνουμε λοιπόν κάθε στιγμή, μπροστά σε κάθε θέλημα Θεού, οδυνηρό ή ευχάριστο: “Ας γίνει σύμφωνα με το θέλημά σου”. […] θα ανακαλύψουμε πόσο αυτή η έκφραση είναι μια δυνατή ώθηση για να προχωρήσουμε στην τελειότητα με αγάπη και αυταπάρνηση.
Έτσι, με αυτό τον τρόπο, θα φτιάξουμε βήμα – βήμα το υπέροχο και μοναδικό μωσαϊκό της ζωής μας, που ο Κύριος προόρισε για τον καθένα μας, από την αιωνιότητα, και ο οποίος δεν συμβιβάζεται παρά με ό,τι είναι ωραίο, μεγάλο και για τον οποίο και η ελάχιστη πράξη αγάπης έχει αξία και ακτινοβολεί[1].

«Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει «Κύριε, Κύριε»,
αλλά όποιος κάνει το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα μου»

Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, η κατεξοχήν εντολή του Χριστιανού συνίσταται στην ευσπλαχνία, η οποία δίνει την πληρότητα σε κάθε έκφραση λατρείας και αγάπης προς το Θεό.
Αυτός ο Λόγος μας βοηθά να προσδώσουμε στην προσωπική εσωτερική μας σχέση με το Θεό και την αδελφική διάσταση, μέσω συγκεκριμένων κινήσεων. Μας ωθεί να «βγούμε» από τον εαυτό μας για να φέρουμε παρηγοριά και ελπίδα στους άλλους.
Μια ομάδα νέων από τη Χαϊδελβέργη (Γερμανία) δίνει αυτή τη μαρτυρία : «Πώς να κάνουμε να καταλάβουν οι φίλοι μας πως μόνο όταν κάποιος προσφέρεται στους άλλους βρίσκει το κλειδί της ευτυχίας;
Γίναμε κοινωνοί του προβληματισμού των και ενεργοποιούμαστε σε μια δράση που έχει τίτλο: “Μια ώρα ευτυχίας”. Είναι μια ιδέα πολύ απλή! Να κάνεις ευτυχισμένο ένα άλλο πρόσωπο, για μια τουλάχιστον ώρα το μήνα. Ξεκινήσαμε με κάποιους που φαίνονται να τους λείπει περισσότερο η αγάπη και παντού όπου προσφέραμε τη διαθεσιμότητά μας είδαμε να ανοίγουν ορθάνοιχτα οι πόρτες. Νά ‘μαστε λοιπόν μέσα σε ένα πάρκο όπου συνοδέψαμε στον περίπατό τους ορισμένους ηλικιωμένους, οδηγώντας τα αναπηρικά καροτσάκια τους, και έπειτα στο νοσοκομείο, όπου παίξαμε με άρρωστα παιδιά και κάναμε παιχνίδια άθλησης με ανάπηρους ανθρώπους. Όλα αυτά τα πρόσωπα έγιναν ευτυχισμένα, αλλά εμείς ακόμη πιο πολύ.
Και τι σκέφτηκαν οι φίλοι μας, αυτοί που τους καλέσαμε να συμμετέχουν; Αρχικά περίεργοι, αλλά τώρα που προσπάθησαν να δώσουν χαρά, είναι σύμφωνοι μαζί μας: η ευτυχία προσφέρεται και μόνο όταν τη χαρίζεις μπορείς και εσύ να τη γευτείς!».

Letizia Magri


[1] Chiara Lubich, τηλεδιάσκεψη της 27ης Φεβρουαρίου 1992, στο“Conversazioni in collegamento telefonico”, επιμέλεια M. Vandeleene, Città Nuova, Roma 2019, σελ. 446-448.

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη