Πάπας Φραγκίσκος: Να εμμένουμε στην αγάπη

ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ

Αύλειος χώρος Αγίου Δαμάσου
Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2021

Κατήχηση με θέμα την προσευχή – 37. Να εμμένουμε στην αγάπη

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα!

Σε αυτήν την προτελευταία κατήχηση με θέμα την προσευχή, θα μιλήσουμε για την επιμονή στο να προσευχόμαστε. Είναι μια πρόσκληση, ή μάλλον, μια εντολή που μας έρχεται από την Αγία Γραφή. Το πνευματικό ταξίδι του Ρώσου Προσκυνητή ξεκινά όταν διαβάζει μια φράση του Αποστόλου Παύλου στην Α’ Επιστολή προς τους Θεσσαλονικείς: «Να προσεύχεστε αδιάκοπα. Να ευχαριστείτε τον Θεό για το καθετί» (5,17-18). Ο λόγος του Αποστόλου εντυπωσιάζει εκείνον τον άνθρωπο και αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν να προσευχόμαστε χωρίς διακοπή, δεδομένου ότι η ζωή μας είναι αποτελείται από πολλές διαφορετικές στιγμές, οι οποίες δεν βοηθούν πάντοτε τη συγκέντρωση. Από αυτό το ερώτημα ξεκινά η έρευνά του, η οποία θα τον οδηγήσει να ανακαλύψει αυτό που ονομάζεται «προσευχή της καρδιάς». Συνίσταται στο να επαναλαμβάνουμε με πίστη τη φράση: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό!». Μια προσευχή η οποία, σιγά-σιγά, προσαρμόζεται στον ρυθμό της αναπνοής και εκτείνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Πράγματι, η αναπνοή δεν σταματά ποτέ, ούτε καν όταν κοιμόμαστε. Και η προσευχή είναι η αναπνοή της ζωής.

Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να διατηρούμε πάντοτε μια κατάσταση προσευχής; Η Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας μας προσφέρει όμορφα αποσπάσματα, που προέρχονται από την ιστορία της πνευματικότητας, τα οποία επιμένουν στην ανάγκη για συνεχή προσευχή, που να είναι ο άξονας της χριστιανικής ύπαρξης. Αναφέρω μερικά από αυτά.

Λέει ο μοναχός Ευάγριος Ποντικός: «Δεν μας έχει ζητηθεί να εργαζόμαστε, να αγρυπνούμε και να νηστεύουμε συνεχώς, ενώ η αδιάλειπτη προσευχή είναι ένας νόμος για μας» (αρ. 2742). Υπάρχει λοιπόν μια θέρμη στη χριστιανική ζωή, που δεν πρέπει ποτέ να σβήσει. Είναι σαν εκείνη την ιερή φωτιά που φυλαγόταν στους αρχαίους ναούς, η οποία έκαιγε αδιάλειπτα και την οποία οι ιερείς είχαν το καθήκον να τη διατηρούν άσβεστη. Έτσι πρέπει να υπάρχει μια ιερή φωτιά και σ’ εμάς, η οποία να καίει συνεχώς και τίποτα να μην μπορεί να τη σβήσει.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος ήταν ένας ποιμένας πολύ προσεκτικός στην καθημερινή ζωή των πιστών, κήρυττε ως εξής: «Ακόμη και στην αγορά ή όταν πάμε έναν μοναχικό περίπατο είναι δυνατόν να κάνουμε μια συχνή και ένθερμη προσευχή. Μπορεί να γίνει και στο κατάστημά σας, είτε όταν αγοράζετε είτε όταν πουλάτε, ή ακόμη κι όταν μαγειρεύετε» (αρ. 2743). Επομένως, η προσευχή είναι ένα είδος μουσικού πενταγράμμου, όπου τοποθετούμε τη μελωδία της ζωής μας. Δεν έρχεται σε αντίθεση με την καθημερινή εργασία, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις πολλές μικρές υποχρεώσεις και ραντεβού, αντιθέτως είναι ο τόπος όπου κάθε δράση βρίσκει τη σημασία της, τον λόγο και την ειρήνη της.

Ασφαλώς, η εφαρμογή αυτών των αρχών δεν είναι εύκολη. Ένας μπαμπάς και μια μαμά, απασχολημένοι με χίλια δυο πράγματα, μπορούν να νιώσουν νοσταλγία για μια περίοδο της ζωής τους, όταν ήταν εύκολο να βρουν τον χρόνο και τον χώρο για προσευχή. Στη συνέχεια, τα παιδιά, η εργασία, οι υποθέσεις της οικογενειακής ζωής, οι γονείς που γερνούν… Έτσι κάποιος έχει την εντύπωση ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να καταφέρει τα πάντα. Είναι καλό, λοιπόν, να πιστεύουμε ότι ο Θεός, ο Πατέρας μας, ο οποίος πρέπει να φροντίζει ολόκληρο το σύμπαν, θυμάται πάντα τον καθένα μας. Επομένως, κι εμείς πρέπει πάντα να θυμόμαστε Αυτόν!

Μπορούμε έπειτα να θυμηθούμε ότι στον χριστιανικό μοναχισμό η εργασία ήταν πάντα σε μεγάλη υπόληψη, όχι μόνο για το ηθικό καθήκον να προβλέπει ο μοναχός για τον εαυτό του και για τους άλλους, αλλά και για ένα είδος εσωτερικής ισορροπίας: είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο να καλλιεργεί ένα ενδιαφέρον τόσο αφηρημένο ώστε να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Η εργασία μας βοηθά να παραμείνουμε σε επαφή με την πραγματικότητα. Τα προσευχόμενα χέρια του μοναχού φέρουν τους ρόζους εκείνων που κρατούν φτυάρια και τσάπες. Όταν, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (βλ. 10,38-42), ο Ιησούς λέει στη Μάρθα ότι το μόνο πράγμα που είναι αληθινά απαραίτητο είναι να ακούει τον Θεό, δεν θέλει να περιφρονήσει τις πολλές υπηρεσίες που εκείνη έκανε με τόσο ζήλο.

Στον άνθρωπο, όλα είναι «δυαδικά»: το σώμα μας είναι συμμετρικό, έχουμε δύο πόδια, δύο μάτια, δύο χέρια… Οπότε και η εργασία και η προσευχή είναι συμπληρωματικές. Η προσευχή – που είναι η «αναπνοή» των πάντων – παραμένει ως το ζωτικό υπόβαθρο της εργασίας. Είναι απάνθρωπο να απορροφάσαι τόσο πολύ από την εργασία που να μην βρίσκεις πλέον χρόνο για την προσευχή.

Ταυτόχρονα, δεν είναι υγιής μια προσευχή που είναι αποξενωμένη από τη ζωή. Μια προσευχή που μας αποξενώνει από την πραγματικότητα της ζωής γίνεται πνευματισμός ή τυπολατρεία. Ας θυμηθούμε ότι ο Ιησούς, αφού έδειξε τη δόξα του στους μαθητές του επάνω στο Όρος Θαβώρ, δεν θέλησε να παρατείνει εκείνη τη στιγμή της έκστασης, αλλά κατέβηκε μαζί τους από το βουνό και συνέχισε την καθημερινή του πορεία. Επειδή εκείνη η εμπειρία έπρεπε να παραμείνει στις καρδιές ως φως και δύναμη της πίστεώς τους. Έτσι, ο χρόνος που αφιερωμένουμε για να είμαστε μαζί με τον Θεό, αναζωογονεί την πίστη, η οποία μας βοηθά στη συγκεκριμένη καθημερινή ζωή, και η πίστη, με τη σειρά της, τρέφει την προσευχή αδιάλειπτα. Σε αυτήν την κυκλικότητα ανάμεσα στην πίστη, τη ζωή και την προσευχή, διατηρείται αναμμένη εκείνη η φωτιά της χριστιανικής αγάπης που ο Θεός περιμένει από τον καθένα μας. Σας ευχαριστώ.

Μετάφραση: π.Λ

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη