Μελέτη Ευαγγελίου του Σαββάτου  17 Ιουλίου 2021

ΤΗΣ 15ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν
Επικαλούμαι το Πνεύμα Σου Κύριε, να με καθοδηγήσει και να με φωτίσει.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ανάγνωσμα από το κατά Ματθαίο Άγιο Ευαγγέλιο (12, 14-21)

Τον καιρό εκείνο, όταν βγήκαν οι Φαρισαίοι, έκαμαν συμβούλιο εναντίον του Ιησού, ώστε να τον εξολοθρεύσουν.
Και ο Ιησούς όταν το έμαθε, έφυγε απ’ εκεί.
Και μεγάλο πλήθος τον ακολούθησε και τους θεράπευσε όλους και τους διέταξε να μη το κάμουν γνωστό, για να εκπληρωθεί αυτό που ο προφήτης Ησαΐας είπε: “Να ο δούλος μου, αυτός που διάλεξα, ο αγαπημένος μου, στον οποίο ευαρεστήθηκε η ψυχή μου. Επάνω του θα θέσω το Πνεύμα μου και θα αναγγείλει στα έθνη τη δικαιοσύνη. Δε θα φιλονικήσει ούτε θα κραυγάσει, ούτε κανείς θα ακούσει τη φωνή του στις πλατείες. Δε θα συντρίψει καλάμι ραγισμένο, ούτε θα σβήσει λυχνάρι που καπνίζει, έως ότου οδηγήσει σε θρίαμβο την κρίση. Και στο όνομά του τα έθνη θα ελπίσουν”.

Λόγος του Κυρίου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Πρέπει να πω πως αν πραγματικά ο Θεός μας είναι έτσι όπως τον περιγράφει ο Προφήτης Ησαΐας, δε βρισκόμαστε σε κίνδυνο και έχουμε κάθε λόγο να νιώθουμε ασφαλείς. Μπορούμε να φοβόμαστε έναν τέτοιο Θεό; Πραγματικά, μέσα από τον Προφήτη Ησαΐα, το Άγιο Πνεύμα, με τρόπο θαυμάσιο, μας φανερώνει το χαρακτήρα Του, τη γλυκύτητά του: «Δε θα μαλώσει και δε θα κραυγάσει, ούτε θ’ ακούσει κανένας στις πλατείες τη φωνή του. Το ραγισμένο καλάμι δε θα το συντρίψει, το λυχνάρι που καπνίζει δε θα το σβήσει, ωσότου οδηγήσει τη δίκαιη κρίση στη νίκη και στ’ όνομά του θα στηρίξουν τα έθνη την ελπίδα τους». Πόσο όμορφος είναι ο Θεός μας, πόσο αγαπητός! Πόσο είναι διαφορετικός από ό,τι τον φανταζόμαστε, και κυρίως από το πώς ο διάβολος μας τον παρουσιάζει.

Θεωρώ πως το μοναδικό πράγμα που πρέπει να φοβόμαστε πραγματικά, είναι η απομάκρυνσή του. Ο Θεός πράγματι, δεν επιβάλει σε κανένα να τον αγαπά. Και αν κάποια ψυχή αποφασίσει να τον διώξει, Εκείνος δε μένει. Αυτό το καταλαβαίνει καλά, όποιος στο παρελθόν, έχοντας ζήσει μια εμπειρία απομάκρυνσης από το Θεό, όχι γιατί ο Θεός απομακρύνθηκε, αλλά γιατί οι καταστάσεις τις στιγμής οδήγησαν να τον θεωρήσει απόμακρο από τη ζωή του.

Πιστεύω πως αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που πρέπει πραγματικά να φοβόμαστε. Ο κόσμος δεν άλλαξε, και ακόμη Του κάνει πόλεμο: «Και έκαναν συμβούλιο εναντίον του Ιησού, προκειμένου να τον θανατώσουν». Το Ευαγγέλιο είναι πάντα επίκαιρο με τρόπο εκπληκτικό. Ακόμη και τώρα «το συμβούλιο» είναι συγκεντρωμένο για να τον θανατώσει. Να τον θανατώσει στις ψυχές των ανθρώπων. Να τον κρατήσει μακριά από αυτές, από το νου και την καρδιά, εξαφανίζοντας τα «σημεία» που μιλούν για Εκείνον, προωθώντας νόμους αντίθετους προς Εκείνον. Αντίθετα από το πώς ενεργεί ο Θεός, ο κόσμος δε διστάζει να σπάει τα ραγισμένα καλάμια και τα λυχνάρια που καπνίζουν τα σβήνει. «Ραγισμένα καλάμια» και «λυχνάρια που καπνίζουν», έτσι ακριβώς όπως είμαστε εμείς, που νιώθουμε φτωχοί, αδύναμοι, μόνοι. Και αν κάποια ημέρα η «Δικαιοσύνη» και η «θεραπεία» επιστρέψουν, θα είναι έτσι, χάρη στα «ραγισμένα καλάμια» και τα «λυχνάρια που καπνίζουν» όπως εσύ και εγώ. Γιατί τον κρατήσαμε σφιχτά μέσα στην καρδιά μας, και εκεί, τον διαφυλάξαμε, κάνοντάς τον να νιώθει σε ασφαλές μέρος, όταν το «συμβούλιο» προσπαθούσε να τον θανατώσει. Και αν μια ημέρα επιστρέψει και πάλι να βασιλέψει στη ζωή της κοινωνίας μας, θα είναι ίσως χάρη σε μας, τα «ραγισμένα καλάμια» και τα «λυχνάρια που καπνίζουν», που με την προσευχή και τον πόνο μας του λέμε: «Γύρνα». Και θα μας εισακούσει. Πρέπει να είμαστε εμείς η προσευχή που θα τον κάνει να επιστρέψει, η προσευχή που θα τον ξαναφέρει στη ζωή των ανθρώπων και της κοινωνίας. Πρέπει να είμαστε η «φτωχή» προσευχή των «ραγισμένων καλαμιών» και των «λυχναριών που καπνίζουν», που κανένας δεν την εκτιμά, αλλά που στην πραγματικότητα, αγγίζει την καρδιά του Θεού.
Σ’ Εκείνον η ελπίδα μας στη ζωή μας, η εμπιστοσύνη μας, η βεβαιότητά μας. Δεν υπάρχουν άλλες. «Σ’ Εκείνον ελπίζουν όλα τα έθνη».
Μια αγκαλιά.

Στοχασμός: don Giuseppe Terranova

ΠΡΟΣΕΥΧΗΣΟΥ

Ήμουν στην άκρη του δρόμου, γερμένος από τον κρύο άνεμο, και καθόμουν καταγής θλιμμένος και πονεμένος.
Εσύ Κύριε, πέρασες, με κοίταξες και τα μάτια σου συναντήθηκαν με τα δικά μου που ήταν σαν σβησμένα.
Τα δικά σου όμως, ήταν φωτεινά όπως ο ήλιος.
Εσύ με πήρες από το χέρι και με θέλησες μαζί σου.
Δεν σε γνώριζα και δεν ήξερα τίποτα για Σένα.
Θα μπορούσες να πάρεις κάποιον που σε γνώριζε, έναν λιγότερο βρόμικο από μένα, έναν λιγότερο λάθος από μένα.
Και όμως, όχι, θέλησες εμένα.
Δεν ξέρω πραγματικά τι το σημαντικό είδες σε μένα!
Δεν σου το ζητώ καν, γιατί ξέρω πως δεν αξίζω τίποτα.
Και παρόλα αυτά διάλεξες εμένα, τον τελευταίο ανάμεσα στους τελευταίους, για να με κάνεις ένα αριστούργημα της καρδιάς σου.
Πώς να μην σε ευχαριστήσω, Κύριε, τώρα που, με Εσένα, η ζωή μου έγινε πιο πολύτιμη και απ’ τον  χρυσό;
Τώρα που τα κουρασμένα μάτια μου άλλαξαν και είναι πιο ζωντανά,
καθώς από άνθρωπος άχρηστος έγινα ζωντανό κύτταρο του σώματος σου;
Πώς να μην ψάλλω τους αίνους σου, πώς να μην σε λατρέψω παρόντα και ενεργό στη ζωή μου; Αμήν

(πηγή: episkopisyrou.gr)
πνρ

 

 

 

 

 

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη