Μήνυμα του Αγίου Πατέρα για την Παγκόσμια Ημέρα των Ιεραποστολών

page1image821072

        

                                                                                      ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

                                                                               ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 2021

 

«Εμείς δεν μπορούμε να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε» (Πραξ 4,20)

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές.

Όταν βιώνουμε τη δύναμη της αγάπης του Θεού, όταν αναγνωρίζουμε την παρουσία του ως Πατέρα στην προσωπική αλλά και στην κοινωνική ζωή μας, είναι αδύνατο να μην αναγγέλλουμε αυτά που είδαμε και ακούσαμε. Η σχέση του Ιησού με τους μαθητές του, η ανθρώπινη φύση του του που αποκαλύπτεται σε εμάς στο Μυστήριο της Ενανθρώπισης, στο Ευαγγέλιό του και στο Πάσχα του, μας κάνουν να βλέπουμε πόσο πολύ αγαπά ο Θεός την ανθρώπινη φύση μας, μέχρι το σημείο να κάνει δικές του τις χαρές και τις λύπες μας, τους πόθους και τις αγωνίες μας (βλ. Β’ Οικ. Συν. Βατ., Ποιμ. ΔιάταξηGaudium et spes, αρ. 22). Όλα στον Χριστό μας θυμίζουν πως ο κόσμος στον οποίο ζούμε και η ανάγκη σωτηρίας δεν του είναι ξένα και καλεί και εμάς να αισθανθούμε μέτοχοι αυτής της Αποστολής: «Πηγαίνετε, λοιπόν, στα σταυροδρόμια κι όσους βρείτε καλέστε τους» (Μτ 22,9), κανείς δεν είναι ξένος, κανείς δεν μπορεί να αισθανθεί ξένος ή απομακρυσμένος από αυτή την συμπονετική αγάπη.

Η εμπειρία των Αποστόλων

Η ιστορία της διάδοσης του Ευαγγελίου ξεκινά από μία παθιασμένη αναζήτηση του Κυρίου που καλεί και θέλει να αρχίσει με κάθε άνθρωπο, εκεί όπου αυτός βρίσκεται, έναν διάλογο φιλίας (βλ Ιω 15,12-17). Οι Απόστολοι είναι οι πρώτοι που μας το λένε αυτό, θυμούμενοι ακόμη και την ημέρα και την ώρα που τον συνάντησαν: «Ήταν γύρω στις τέσσερις το απόγευμα» (Ιω 1,39). Η φιλία με τον Κύριο, το να τον βλέπεις να θεραπεύει τους αρρώστους, να τρώει με τους αμαρτωλούς, να ταΐζει τους πεινασμένους, να πλησιάζει τους απόκληρους, να αγγίζει τους ακάθαρτους, να ταυτίζεται με τους άπορους, να προσκαλεί στους μακαρισμούς, να διδάσκει με έναν νέο και με πλήρη εξουσία τρόπο, αφήνει ένα ανεξίτηλο σημάδι, ικανό να προκαλέσει κατάπληξη, και μια μεταδοτική και δωρεάν χαρά που δεν μπορεί να περιοριστεί. Όπως είπε ο προφήτης Ιερεμίας, αυτή η εμπειρία είναι η φλεγόμενη φωτιά της ενεργού παρουσίας του στις καρδιές μας που μας ωθεί στην αποστολή, ακόμη και αν αυτή μερικές φορές συνεπάγεται θυσίες και παρεξηγήσεις (βλ. 20,7-9). Η αγάπη είναι πάντα σε κίνηση και μας βάζει σε κίνηση για να μοιραστούμε το πιο όμορφο άγγελμα, την πηγή της ελπίδας: «Βρήκαμε τον Μεσσία» (Ιω 1,41).

Με τον Ιησού, είδαμε, ακούσαμε και νιώσαμε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν διαφορετικά. Εγκαινίασε, ήδη από τώρα, τους καιρούς που έρχονται, υπενθυμίζοντάς μας ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης μας, που τόσο συχνά ξεχνιέται: «πλαστήκαμε για την πληρότητα που μπορεί να επιτευχθεί μόνο στην αγάπη» (βλ. Εγ. Επ. Fratelli tutti, αρ. 68). Πρόκειται για νέους καιρούς που γεννούν μια πίστη ικανή να προωθήσει πρωτοβουλίες και να σφυρηλατήσει κοινότητες από άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι μαθαίνουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την ευθραυστότητά τους και την ευθραυστότητα των άλλων, προωθώντας την αδελφοσύνη και την κοινωνική φιλία (βλ. ό.π., αρ. 67). Η εκκλησιαστική κοινότητα δείχνει την ομορφιά της κάθε φορά που θυμάται με ευγνωμοσύνη ότι ο Κύριος μας αγάπησε πρώτος (βλ. Α΄Ιω 4,19). Αυτή η «στοργική προτίμηση του Κυρίου μας εκπλήσσει, και ο θαυμασμός, από τη φύση του, δεν μπορεί να γίνει κτήμα μας ή να επιβληθεί από εμάς. […] Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να πραγματοποιηθεί το θαύμα της ανιδιοτελούς δωρεάς, της αυτοπροσφοράς. Ακόμη και το ιεραποστολικό πάθος δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί ως αποτέλεσμα συλλογισμού ή υπολογισμού. Το να θέτουμε τον εαυτό μας “σε κατάσταση αποστολής” είναι αντανάκλαση της ευγνωμοσύνης» (Μήνυμα προς τα Ποντιφικά Ιεραποστολικά Έργα 21 Μαΐου 2020).

Ωστόσο, οι καιροί δεν ήταν πάντα εύκολοι, οι πρώτοι Χριστιανοί ξεκίνησαν τη ζωή της πίστης τους σε ένα εχθρικό και δύσκολο περιβάλλον. Οι ιστορίες περιθωριοποίησης και αιχμαλωσίας ήταν συνυφασμένες με εσωτερικές και εξωτερικές αντιστάσεις, που έμοιαζαν να αντιφάσκουν ή και να αρνούνται αυτά που είχαν δει και ακούσει. Αλλά αυτό, αντί να είναι μια δυσκολία ή ένα εμπόδιο που θα τους οδηγούσε να αποσυρθούν ή να κλειστούν στον εαυτό τους, τους ώθησε να μετατρέψουν κάθε ταλαιπωρία, ενόχληση και δυσκολία σε ευκαιρία για ιεραποστολή. Οι περιορισμοί και τα εμπόδια έγιναν επίσης ένας προνομιακός “τόπος” για να χριστούν τα πάντα και οι πάντες με το Πνεύμα του Κυρίου. Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να μείνει ξένος προς το απελευθερωτικό αυτό μήνυμα.

Έχουμε τη ζωντανή μαρτυρία όλων αυτών στις Πράξεις των Αποστόλων, το βιβλίο που οι ιεραπόστολοι μαθητές έχουν πάντα κοντά τους. Είναι το βιβλίο που διηγείται πώς το άρωμα του Ευαγγελίου ξεχύθηκε στο πέρασμά του, φέρνοντας τη χαρά που μόνο το Πνεύμα μπορεί να μας δώσει. Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων μας διδάσκει να ζούμε μέσα στις δοκιμασίες προσκολλημένοι στον Χριστό, ώστε να ωριμάσει η «πεποίθηση ότι ο Θεός μπορεί να ενεργεί σε όλες τις περιστάσεις, ακόμη και εν μέσω φαινομενικών αποτυχιών» και η βεβαιότητα ότι «αυτός που δίνει τον εαυτό του και εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Θεό από αγάπη, θα είναι σίγουρα καρποφόρος» (Απ.Παρ.Evangelii gaudium, αρ. 279).         

Έτσι και για εμάς: ούτε αυτή είναι μια εύκολη στιγμή στην ιστορία μας. Η πανδημία ανέδειξε και ενίσχυσε τον πόνο, τη μοναξιά, τη φτώχεια και τις αδικίες από τις οποίες υπέφεραν ήδη τόσοι πολλοί άνθρωποι, και αποκάλυψε τις ψεύτικες ασφάλειές μας και τις διαιρέσεις και τις πολώσεις που μας χωρίζουν σιωπηλά. Οι πιο ευάλωτοι βίωσαν ακόμη περισσότερο την ευπάθειά τους. Έχουμε βιώσει την αποθάρρυνση, την απογοήτευση, την κούραση· ούτε έχουμε απαλλαγεί από μια κομφορμιστική αρνητικότητα που καταπνίγει την ελπίδα. Αλλά εμείς, «δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας, αλλά τον Ιησού Χριστό ως Κύριο, και τους εαυτούς μας δούλους σας για χάρη του Ιησού» (βλ. Β΄Κορ 4,5). Γι’ αυτό ακούμε να αντηχεί στις κοινότητες και τις οικογένειές μας ο Λόγος της ζωής που αντηχεί στις καρδιές μας και μας λέει: «Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε» (Λκ. 24,6). Αυτός είναι ένας Λόγος ελπίδας που καταρρίπτει κάθε αιτιοκρατία (ντετερμινισμό) και, για όσους αφήνουν τον εαυτό τους να αγγιχτεί από αυτόν τον Λόγο, τους δίνει την ελευθερία και την τόλμη που χρειάζεται για να σηκωθούν όρθιοι και να αναζητήσουν δημιουργικά όλους τους πιθανούς τρόπους να βιώσουν τη συμπόνια, αυτό το «μυστήριο» της εγγύτητας του Θεού προς εμάς που δεν αφήνει κανέναν στο περιθώριο.

Σε αυτή την εποχή της πανδημίας, μπροστά στον πειρασμό να συγκαλύψουμε και να δικαιολογήσουμε την αδιαφορία και την απάθεια στο όνομα μιας υγιούς κοινωνικής αποστασιοποίησης, η αποστολή της συμπόνιας, ικανή να καταστήσει την αναγκαία απόσταση τόπο συνάντησης, φροντίδας και προώθησης, είναι επείγουσα. «Όσα είδαμε και ακούσαμε» (Πράξ 4,20), το έλεος με το οποίο μας φέρθηκαν, γίνεται σημείο αναφοράς και αξιοπιστίας που μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε ξανά το κοινό πάθος να δημιουργήσουμε «μια κοινότητα αλληλεγγύης στην οποία ανήκουμε όλοι, στην οποία να διαθέτουμε τον χρόνο, τον ζήλο και τους πόρους μας» (Εγ. Επ. Fratelli tutti, αρ.36). Είναι ο Λόγος του που μας λυτρώνει καθημερινά και μας σώζει από τις δικαιολογίες που μας οδηγούν να κλειστούμε στον πιο μικρόψυχο σκεπτικισμό: «δεν πειράζει, τίποτα δεν θα αλλάξει». Και στην ερώτηση: «Γιατί να στερηθώ τις ασφάλειες, τις ανέσεις και τις απολαύσεις μου, αφού δεν μπορώ να δω σημαντικά αποτελέσματα;», η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «Aς θυμόμαστε ότι ο Ιησούς Χριστός θριάμβευσε πάνω στην αμαρτία και τον θάνατο και είναι πλήρης δυνάμεως. Ο Ιησούς Χριστός ζει πραγματικά» (Απ. Παρ. Evangelii gaudium, αρ. 275) και θέλει να είμαστε και εμείς ζωντανοί, αδελφικοί και ικανοί να υποδεχτούμε και να μοιραστούμε αυτή την ελπίδα. Στο σημερινό πλαίσιο, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για ιεραποστόλους της ελπίδας οι οποίοι, χρισμένοι από τον Κύριο, να είναι ικανοί να μας υπενθυμίζουν προφητικά ότι κανείς δεν σώζεται μόνος του.

Όπως οι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί, έτσι και εμείς λέμε με όλη μας τη δύναμη: «Δεν μπορούμε να σιωπήσουμε για όσα είδαμε και ακούσαμε» (Πραξ 4,20). Όλα όσα λάβαμε, όλα όσα ο Κύριος μας παραχώρησε στην πορεία, μας τα έδωσε για να τα δώσουμε ελεύθερα στους άλλους. Όπως οι Απόστολοι που είδαν, άκουσαν και άγγιξαν τη σωτηρία του Ιησού (βλ. Α΄Ιω 1,1-4), έτσι και εμείς σήμερα μπορούμε να αγγίξουμε την πάσχουσα και ένδοξη σάρκα του Χριστού στην ιστορία της κάθε ημέρας και να βρούμε το θάρρος να μοιραστούμε με όλους ένα μέλλον ελπίδας, αυτό το αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό που γεννιέται από τη γνώση ότι μας συνοδεύει ο Κύριος. Ως Xριστιανοί δεν μπορούμε να κρατήσουμε τον Κύριο για τον εαυτό μας: η ευαγγελιστική αποστολή της Εκκλησίας εκφράζει την πλήρη και εξωτερική εκπλήρωσή της στη μεταμόρφωση του κόσμου και στη φροντίδα της δημιουργίας.

Μια πρόσκληση στον καθένα μας

Το θέμα της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας Ιεραποστολών είναι: «Εμείς δεν μπορούμε να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε» (Πραξ 4,20), είναι μια πρόσκληση στον καθέναν και στην καθεμιά από εμάς να «σηκώσουμε αυτό το φορτίο» και να κάνουμε γνωστό αυτό που υπάρχει στις καρδιές μας. Αυτή η αποστολή είναι και ήταν πάντοτε η ταυτότητα της Εκκλησίας: «Υπάρχει για να ευαγγελίζεται» (Παύλος ΣΤ’, Απ. Παρ. Evangelii Nuntiandi, αρ. 14). Η ζωή της πίστης μας αποδυναμώνεται, χάνει την προφητεία και την ικανότητα  θαυμασμού και ευγνωμοσύνης, όταν απομονωνόμαστε ή κλεινόμαστε σε μικρές ομάδες. Λόγω της δυναμικής της, η πίστη απαιτεί ένα αυξανόμενο άνοιγμα, ικανό να φτάσει και να αγκαλιάσει τους πάντες. Οι πρώτοι Χριστιανοί, αντί να υποκύψουν στον πειρασμό να κλειστούν σε μια ελίτ, γοητεύτηκαν από τον Κύριο και από τη νέα ζωή που Εκείνος τους πρόσφερε, και πήγαν ανάμεσα στα έθνη και να μαρτυρήσουν αυτό που είδαν και άκουσαν: η Βασιλεία του Θεού είναι κοντά. Το έκαναν με τη γενναιοδωρία, την ευγνωμοσύνη και την ευγένεια εκείνων που σπέρνουν γνωρίζοντας ότι οι άλλοι θα δρέψουν τον καρπό του ζήλου και της θυσίας τους. Γι’ αυτό μου αρέσει η σκέψη ότι «ακόμη και οι πιο αδύναμοι, περιορισμένοι και πληγωμένοι, μπορούν να γίνουν ιεραπόστολοι με τον δικό τους τρόπο, επειδή πρέπει συνεχώς να επιτρέπουμε να κοινοποιείται το καλό, ακόμη κι όταν συνυπάρχει με πολλές εύθραυστες καταστάσεις» (Απ.Παρ. Christus vivit, αρ. 239).

Κατά την Παγκόσμια Ημέρα Ιεραποστολών που τελείται κάθε χρόνο την προτελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου, θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη όλους εκείνους των οποίων η μαρτυρία της ζωής τους μας βοηθά να ανανεώσουμε τη βαπτισματική μας δέσμευση να είμαστε γενναιόδωροι και χαρούμενοι απόστολοι του Ευαγγελίου. Ειδικότερα, θυμόμαστε εκείνους που μπόρεσαν να ξεκινήσουν μια πορεία, να αφήσουν τη γη τους και τις οικογένειές τους, ώστε το Ευαγγέλιο να φτάσει χωρίς καθυστέρηση και χωρίς φόβο στους πιο απομακρυσμένους λαούς και πόλεις, όπου τόσες πολλές ζωές διψούν για ευλογία.

Η ιεραποστολική τους μαρτυρία μας παροτρύνει να είμαστε θαρραλέοι και να προσευχόμαστε επίμονα στον «Κύριο του θερισμού να στείλει εργάτες στον θερισμό του» (Λκ 10,2). Πράγματι, γνωρίζουμε ότι η κλήση στην ιεραποστολή δεν είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν ή μια ρομαντική ανάμνηση άλλων εποχών. Σήμερα, ο Ιησούς χρειάζεται καρδιές ικανές να ζήσουν την κλήση τους ως μια αληθινή ιστορία αγάπης, που θα τις κάνει να βγουν στις περιφέρειες του κόσμου και να γίνουν αγγελιοφόροι και όργανα συμπόνιας. Και αυτό είναι ένα κάλεσμα που απευθύνει σε όλους, έστω και αν δεν το κάνει με τον ίδιο τρόπο. Ας θυμόμαστε ότι υπάρχουν περιφέρειες που βρίσκονται κοντά μας, στο κέντρο μιας πόλης ή στην οικογένειά μας. Υπάρχει επίσης μια πτυχή του καθολικού ανοίγματος της αγάπης που δεν είναι γεωγραφική, αλλά υπαρξιακή. Πάντα, αλλά ιδιαίτερα σε αυτούς τους καιρούς της πανδημίας, είναι σημαντικό να αναπτύσσουμε καθημερινά την ικανότητα να διευρύνουμε τον κύκλο μας, να απευθυνόμαστε σε όσους δεν θα νιώθαμε αυθόρμητα ότι ανήκουν στο «κέντρο του ενδιαφέροντός» μας, ακόμη και αν βρίσκονται κοντά μας. (Βλ. Εγ. Επ. Fratelli tutti, αρ. 97). Το να ζεις την ιεραποστολή σημαίνει να έχεις την τόλμη να καλλιεργήσεις τα ίδια τα αισθήματα του Ιησού Χριστού και να πιστέψεις μαζί Του ότι αυτός που είναι δίπλα μου είναι επίσης αδελφός και αδελφή μου. Είθε η συμπονετική του αγάπη να αφυπνίσει και τις δικές μας καρδιές και να μας κάνει όλους μαθητές ιεραποστόλους.

Είθε η Αειπάρθενος Μαρία, η πρώτη ιεραπόποστολος μαθήτρια, να αυξήσει σε όλους τους βαπτισμένους την επιθυμία να είναι αλάτι και φως στον κόσμο μας (βλ. Ματ. 5,13-14).

Άγιος Ιωάννης του Λατερανού, 6 Ιανουαρίου 2021, Πανήγυρη των Αγίων Θεοφανείων.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ                                

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη