Η συγγνώμη του Πάπα Φραγκίσκου στον προκαθήμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος (Β’ Μέρος)

Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟ

ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΙΙ)


Χωρίς να έχει ολοκληρωθεί πλήρως το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, προχωρούμε στο δεύτερο μέρος για να έχουμε πλήρη και ταυτόχρονα συνοπτική εικόνα (κατά το δυνατόν…) του θέματος. Για να ξεκινήσουμε αυτό το Β’ μέρος θα πάμε στην τελική του φάση, όταν δηλαδή ο πάπας Φραγκίσκος έδωσε συνέντευξη στους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν μέσα στο αεροπλάνο της επιστροφής στη Ρώμη. Η πρώτη κιόλας ερώτηση αναφερόταν στο θέμα της συγγνώμης. Ας δούμε την ερώτηση και την απάντηση:

Στην Αθήνα ζητήσατε συγγνώμη. Ποια είναι τα σχέδια του Βατικανό για να φέρει κοντά Καθολικούς και Ορθόδοξους Χριστιανούς; (Κωνσταντίνος ΤΣΙΝΤΑΣ, CYBC)

Ζήτησα συγγνώμη μπροστά στον Χρυσόστομο, τον αδελφό μου Χρυσόστομο, για όλες τις διαιρέσεις που υπάρχουν μεταξύ των χριστιανών μα κυρίως για όσες προκαλέσαμε οι καθολικοί. Θέλησα να ζητήσω συγγνώμη και για την ελληνική επανάσταση. Ο Χρυσόστομος μου επισήμανε κάτι. Ότι ένα μέρος των καθολικών ήταν με το μέρος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ώστε να μην γίνει η επανάσταση. Αντιθέτως οι καθολικοί των νησιών την υποστήριξαν, πήγαν να πολεμήσουν και ορισμένοι έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα. Αλλά ο πυρήνας, για να το πούμε έτσι, εκείνη την εποχή τασσόταν με την Ευρώπη χωρίς να ξέρω τι καθεστώς υπήρχε εκεί τότε αλλά τα πράγματα ήταν έτσι. Ζητάω επίσης συγγνώμη για το σκάνδαλο της διαίρεσης, τουλάχιστον για όσα ευθυνόμαστε. Το πνεύμα της αυτάρκειας μας σφραγίζει το στόμα όταν αισθανόμαστε ότι πρέπει να ζητήσουμε συγγνώμη. Μου κάνει καλό να σκέφτομαι ότι ο Θεός δεν κουράζεται ποτέ να συγχωρεί. Ποτέ. Εμείς είμαστε που κουραζόμαστε να ζητάμε συγγνώμη. Και όταν δεν την ζητάμε από το Θεό δύσκολα θα τη ζητήσουμε από τους αδελφούς μας. Είναι πιο δύσκολο να ζητήσουμε συγγνώμη από τον αδελφό παρά από τον Θεό. Γιατί ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας συγχωρέσει ενώ με τους αδελφούς υπάρχει ντροπή, ταπείνωση. Ο σημερινός κόσμος χρειάζεται αυτή τη στάση της ταπείνωσης για να ζητήσει συγγνώμη. Τόσα πολλά πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο, τόσες χαμένες ζωές, πόλεμοι, και δεν ζητάμε συγγνώμη. Επιστρέφοντας στο γιατί θέλω να ζητήσω συγγνώμη, για τις όποιες διαιρέσεις τουλάχιστον ευθυνόμαστε. Και για το επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης όπου ένα κομμάτι των καθολικών τάχθηκε με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αυτοί των νησιών πολέμησαν για να υπερασπιστούν την πατρίδα …   δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός. Και μια τελευταία συγγνώμη από τα βάθη της καρδιάς μου για το σκάνδαλο του δράματος των προσφύγων. Για το σκάνδαλο τόσων ανθρώπων που πνίγηκαν στη θάλασσα.

Είναι φανερό πως όταν ο πάπας στην απάντησή του, όταν έλεγε «Χρυσόστομος» εννοούσε τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Από το περιεχόμενο της απάντησης φαίνεται καθαρά πως ο πάπας δεν γνώριζε παρά επιφανειακά την περίπτωση, αν και θα του την είχαν εξηγήσει πριν ακόμα ξεκινήσει το ταξίδι του. Θεώρησε το θέμα ήσσονος σημασίας και ενώ τον ενδιέφερε το θέμα «συγγνώμη», δεν τον ενδιέφερε (άμεσα, τουλάχιστο) το ιστορικό θέμα της Επανάστασης του 1821. Φαίνεται σαν να εννοούσε πως οι καθολικοί της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολουθούσαν τις υποδείξεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να μην ακολουθήσουν τους επαναστάτες, ενώ αντίθετα οι καθολικοί των νησιών ασπάστηκαν την υπόθεση των επαναστατημένων και πολέμησαν στο πλευρό τους και κάποιοι μάλιστα σκοτώθηκαν στον αγώνα.

Κι εδώ πρέπει να μπούμε στο δεύτερο μέρος του θέματος: ποια ήταν η στάση των Ελλήνων Καθολικών απέναντι στο γεγονός της Επανάστασης του 1821, για το οποίο θέμα έχουν γραφτεί αρκετά και σχεδόν όλα επιτιμητικά για τους Καθολικούς. Όμως αδικαιολογήτως. Όμως, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στους Καθολικούς που κατοικούσαν τον τότε «ελληνικό χώρο». Πόσοι ήταν και πού κατοικούσαν.

Γενικά, οι Καθολικοί των περιοχών εκείνων που επρόκειτο να αποτελέσουν τον κύριο κορμό του σημερινού Ελληνικού Κράτους ζούσαν στις Κυκλάδες κατά κύριο λόγο. Στην ηπειρωτική Ελλάδα υπήρχαν Καθολικοί, ευρωπαϊκής καταγωγής, εγκαταστημένοι κυρίως κατά οικογένειες και για εμπορικούς ή διπλωματικούς λόγους. Συνήθως ήταν εκπρόσωποι εμπορικών οίκων ή πρόξενοι ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε παραθαλάσσιες πόλεις για να μπορούν τα εμπορικά πλοία των χωρών τους να βρίσκουν λιμενικές και άλλες αναγκαίες εξυπηρετήσεις (Πελοπόννησος, παράλια του Ιονίου, Χαλκίδα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, κ.α.). Ποτέ, όμως, δεν υπήρξαν οργανωμένες κοινότητες, εκκλησιαστικά και πολιτικά, λόγω του ισχνού αριθμού τους. Από θρησκευτική άποψη τους εξυπηρετούσαν ιερείς ή ιερομόναχοι από τη χώρα της καταγωγής τους, μερικοί ήταν Έλληνες από τις Κυκλάδες, όπου ο εφημεριακός κλήρος περίσσευε και κάποιοι ιερείς ασκούσαν την αποστολή τους εκτός των νησιών της καταγωγής τους.

Δυο μεγάλες κοινότητες Καθολικών, οργανωμένες πολύ καλά από εκκλησιαστική άποψη, ήταν εκείνες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Επρόκειτο για μικτής καταγωγής πιστούς, δηλ. Ευρωπαίοι και Έλληνες νησιώτες. Απ’ τις κοινότητες αυτές εκείνη της Κωνσταντινούπολης ήταν η πιο ιστορική και η περισσότερο εκκλησιαστικά οργανωμένη, χάρη στην παρουσία ενός επισκόπου, εφημεριακού κλήρου και κάποιων μοναχικών ταγμάτων (Δομινικανοί, Φραγκισκανοί, Ιησουίτες, Καπουκίνοι κ.ά.), αλλά και κάποιες εμβρυώδεις «κοινότητες» των μεταναστών κατά νησιά.

Πόσοι ήταν οι καθολικοί αυτοί και ποια ήταν η κατάστασή τους. Στο σύνολό τους, δεν ξεπερνούσαν τις 9.500/10.000 ψυχές (Σύρος: λιγότεροι από 4000, Νάξος: 400-500, Σαντορίνη 500-600 και Τήνος 3 – 4.000). Στα υπόλοιπα νησιά (Μύκονο, Πάρο, Σίφνο κλπ) ο αριθμός των καθολικών δεν ξεπερνούσε τις 2 έως 3 οικογένειες το πολύ. Πάνω από το 1/3 αυτού του πληθυσμού βρισκόταν στις δυο ασιατικές μεγαλουπόλεις και στις περιφέρειές τους, χωρίς να έχουν καθόλου αποκοπεί από τις ρίζες τους. Αντίθετα, μάλιστα, σκόπευαν να επιστρέψουν κάποια στιγμή στη γενέτειρά τους, έχοντας αποταμιεύσει κάποιο σεβαστό ποσόν. Όσοι βρίσκονταν στα νησιά τους, απ’ τους οποίους πολλοί ηλικιωμένοι, ασκούσαν ως κύριο επάγγελμα την γεωργία και την κτηνοτροφία, με ελάχιστους τεχνίτες και ναυτικούς. Από θρησκευτική άποψη, το κάθε ένα από αυτά τα νησιά ήταν επισκοπές με μια Αρχιεπισκοπή, εκείνη της Νάξου-Πάρου. Όσο και φαίνεται παράξενο, αν και τα νησιά γειτόνευαν στον ορίζοντα, οι κοινότητές τους δεν συνεργάζονταν σε τίποτε, δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες τυχαίας μορφής επιμιξίες και οι επίσκοποι δεν είχαν επαφές μεταξύ τους, παρά μόνο περιστασιακά. Οι καθολικοί των Κυκλάδων, καθ’ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας, δεν αποτέλεσαν ποτέ μια ενιαία κοινότητα. Ο αρχιεπίσκοπος Νάξου-Πάρου υπέγραφε και με τον τίτλο του «μητροπολίτη παντός Αιγαίου Πελάγους», αλλά ο τίτλος αυτός δεν αντιστοιχούσε σε κάτι ουσιαστικό και κυρίως δεν είχε ενωτικό χαρακτήρα μεταξύ των γειτονικών επισκοπών. Κάποιοι, μάλιστα, από τους επισκόπους αρνιούνταν την όποια κανονική τους εξάρτηση από τη μητρόπολη. Υπήρχε, βέβαια, και η καθολική Επισκοπή της Χίου, με ιδιαίτερα μεγάλη και σημαντική ιστορία και έντονη παρουσία στο Ανατολικό Αιγαίο, αλλά ήταν συνδεδεμένη περισσότερο με τη διπλανή Αρχιεπισκοπή της Σμύρνης και με το Βικαριάτο της Κωνσταντινούπολης και λιγότερο με τα νησιά των Κυκλάδων. Η καθολική Χίος διακρινόταν από τις πνευματικές της ιδιαιτερότητες (π.χ. με τον μορφωμένο κλήρο της και την παραγωγή των θρησκευτικών «φραγκοχιώτικων» βιβλίων). Οι σχέσεις των καθολικών του νησιού ήταν στενότερες με σημαντικές μητροπόλεις και τα μοναχικά τάγματα της Ιταλίας, απ’ όπου καταγόταν η αριστοκρατία και λιγότερο με τις γειτονικές καθολικές επισκοπές των Κυκλάδων. Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε πως η καθολική κοινότητα του κάθε νησιού ήταν σχεδόν απολύτως αυτόνομη από τις άλλες των γειτονικών νησιών. Κοινός δεσμός η Καθολική πίστη, την οποία εντονότατα μοιράζονταν και βέβαια με το ορατό θρησκευτικό κέντρο, την Αγία Έδρα και τον εκάστοτε Πάπα.

Για πληρέστερη παρουσίαση της κατάστασης των καθολικών κοινοτήτων, πρέπει να πούμε πως οι σχέσεις τους με το θρησκευτικό τους περιβάλλον, ήταν όχι απλώς αρνητικές, αλλά και εχθρικές. Από το 1750 και μετά, οι λιγοστές προϋπάρχουσες σχέσεις με την Ορθόδοξη Εκκλησία (κεντρική διοίκηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και την τοπική ιεραρχία) είχαν μετατραπεί σε αντιπαλότητα και, κατά περιόδους, σε εχθρότητα. Ο προσηλυτισμός των καθολικών πιστών, κυρίως μέσω των μικτών γάμων και των αναβαπτίσεων, ήταν η καθημερινή πρακτική στα νησιά που διέθεταν μικτό πληθυσμό. Επίσημα, πλέον, οι καθολικοί είχαν χαρακτηριστεί αβάπτιστοι (Σύνοδος του 1755 υπό τον Κύριλλο Ε’) και έτσι έγιναν αντικείμενο επίθεσης σφοδρού προσηλυτισμού. Ενίοτε η κατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως διωγμός.

Όπως είναι ευνόητο, στις μικρές κοινωνίες των νησιών, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρισκόταν σε καθημερινή επαφή με τους πιστούς της άλλης Εκκλησίας λόγω κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, η απόφαση αυτή έφερε αναστάτωση και παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, στο τέλος επικράτησε η σκληρή γραμμή και οδήγησε σε ακόμα σκληρότερη αντίδραση. Είναι ευνόητο, όταν μια μειονότητα δέχεται επίθεση να περιχαρακώνεται αμυντικά. Κατά τη διάρκεια των γεγονότων που έμειναν στην ιστορία γνωστά ως «Ορλωφικά» (1770-1774), όταν ο ρωσικός στόλος κατέβηκε στο Αιγαίο, η θρησκευτική ένταση μεταξύ των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων έφτασε στα ύψη.

Βλέποντας οι καθολικές κοινότητες πως οι προσπάθειές τους για ειρηνική συμβίωση (όπως στην περίπτωση της Τήνου, που οι επίσκοποι Aλ. Γουάρκης και Βικ. Δε Βία πραγματοποίησαν διάφορα ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη για την επίτευξη συμβιβασμού με τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο του νησιού) απέτυχαν, αποφάσισαν να περιχαρακωθούν ακόμα στενότερα με τη δημιουργία και ανεξάρτητων πολιτικών κοινοτήτων, προκειμένου να μην υπάρχει συγχρωτισμός σε κανένα επίπεδο. Ως τότε, οι νησιωτικές κοινότητες είχαν αποκτήσει από τους δυνάστες τους ειδικά προνόμια (αχτναμέδες) για σχεδόν ολοκληρωτική ελευθερία αυτοδιοίκησης. Τα προνόμια, μάλιστα, της κοινότητας της Τήνου είχαν απογειώσει την οικονομική και την κοινωνική ελευθερία. Με αυτά τα ίδια προνόμια ιδρύθηκε σε καθένα από τα τρία νησιά (στη Σύρο η απόλυτη πλειονότητα του πληθυσμού ήταν καθολική) και μια «Κοινότητα των Λατίνων» πλήρως αυτοδιοικούμενη και αυτοδιαχειριζόμενη.

Όμως, οι καθολικοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας βρίσκονταν σε ιδιαίτερα δυσμενή νομική θέση. Ενώ οι ορθόδοξοι διέθεταν ανώτατη προϊσταμένη αρχή πολιτική και θρησκευτική και αναγνωρισμένη από τον σουλτάνο ήδη από το 1453, τον πατριάρχη, ο οποίος υπεράσπιζε τα συμφέροντά τους ενώπιον των οθωμανικών αρχών προς τις οποίες και λογοδοτούσε (σύστημα των Μιλλέτ), οι καθολικοί όχι μόνο δεν διέθεταν τέτοια αρχή, αλλά αποτελούσαν εύκολα έρμαια στη διάθεση οθωμανών και ορθοδόξων. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι διορίζονταν από τον πατριάρχη, ενώ οι καθολικοί από τον πάπα, ο οποίος αποτελούσε εχθρική δύναμη ως προς τους Οθωμανούς. Για να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους δεν υπήρχε άλλος τρόπος παρά μόνο η δωροδοκία. Όντως, οι καθολικοί στερούνταν νομικής υπόστασης καθ’ όλη την τουρκοκρατία. Ουσιαστικά με την εξαφάνιση των Βενετών από το Αιγαίο οι καθολικές κοινότητες των νησιών απέκτησαν ένα ιδιότυπο νομικό καθεστώς, εκείνο των προστατευόμενων της Γαλλίας, αργότερα και άλλων καθολικών ευρωπαϊκών κρατών. Το σύστημα αυτό απέκτησε νομικό χαρακτήρα μέσω των Διομολογήσεων, δηλαδή μέσω ειδικών διακρατικών συμφωνιών μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του Γάλλου βασιλιά. Οι καθολικοί του ελληνικού χώρου, αν δεν ήταν υπήκοοι κάποιου ευρωπαϊκού κράτους, ήταν ραγιάδες κάτω από την ειδική προστασία των δικαιωμάτων τους εκ μέρους της Γαλλίας και σε κάποιες φάσεις και άλλων καθολικών δυνάμεων.

(Συνεχίζεται)

π. Μάρκος Φώσκολος

 

 

 

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Mελέτη  του Ευαγγελίου της ημέρας

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ 2ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ 7 Δεκεμβρίου 2022   Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν Επικαλούμαι το

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωσήφ στη Μυτιλήνη

Ποιμαντική επίσκεψη στην ενορία Μυτιλήνης, το διήμερο 3-4 Δεκεμβρίου, πραγματοποίησε ο Αρχιεπίσκοπός μας Ιωσήφ, με την ιδιότητα του Αποστολικού Τοποτηρητή της Καθολικής Επισκοπής Χίου, Λέσβου,

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου