Γενική Ακρόαση, 12 Οκτωβρίου 2022

 

ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ

 

Πλατεία Αγίου Πέτρου

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2022

 

Κατήχηση περί διακρίσεως: 5. Τα στοιχεία της διακρίσεως. Η επιθυμία

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, καλημέρα!

Σε αυτές τις κατηχήσεις εξετάζουμε τα στοιχεία της διακρίσεως. Μετά την προσευχή και την αυτογνωσία, σήμερα θα ήθελα να μιλήσω για ένα άλλο απαραίτητο «συστατικό»: την επιθυμία. Πράγματι, η διάκριση είναι μια μορφή αναζήτησης και η αναζήτηση γεννιέται πάντα από κάτι που μας λείπει, αλλά που κατά κάποιο τρόπο γνωρίζουμε.

Τι είδους είναι αυτή η γνώση; Οι πνευματικοί διδάσκαλοι την υποδεικνύουν με τον όρο «επιθυμία», η οποία, στη ρίζα της, είναι μια νοσταλγία για πληρότητα που ποτέ δεν εκπληρώνεται πλήρως, και είναι το σημάδι της παρουσίας του Θεού σε μας. Η επιθυμία δεν είναι η όρεξη της στιγμής. Στα λατινικά η επιθυμία λέγεται desiderium και προέρχεται από έναν πολύ όμορφο λατινικό όρο, de-sidus, κυριολεκτικά «η έλλειψη του αστεριού», του σημείου αναφοράς που καθοδηγεί το μονοπάτι της ζωής. Ανακαλεί μια ταλαιπωρία, μια έλλειψη και ταυτόχρονα μια ένταση για να φτάσουμε στο καλό που μας λείπει. Η επιθυμία, λοιπόν, είναι η πυξίδα για να καταλάβω πού βρίσκομαι και πού πηγαίνω. Ένας άνθρωπος που δεν επιθυμεί ποτέ, είναι ένας ακίνητος άνθρωπος, ίσως άρρωστος, σχεδόν νεκρός. Η επιθυμία είναι η πυξίδα αν προχωρώ ή αν είμαι σταματημένος. Και πώς είναι δυνατόν να την αναγνωρίσουμε;

Μια ειλικρινής επιθυμία ξέρει να αγγίζει βαθιά τις χορδές της ύπαρξής μας, γι’ αυτό και δεν σβήνει μπροστά στις δυσκολίες ή τις αναποδιές. Είναι όπως όταν διψάμε: αν δεν βρούμε να πιούμε, δεν τα παρατάμε, αντιθέτως, η αναζήτηση απασχολεί όλο και περισσότερο τις σκέψεις και τις πράξεις μας, μέχρι να γίνουμε πρόθυμοι να κάνουμε οποιαδήποτε θυσία για να μπορέσουμε να την κατευνάσουμε, γίνεται κάτι σχεδόν εμμονικό. Τα εμπόδια και οι αποτυχίες δεν καταπνίγουν την επιθυμία, απεναντίας την κάνουν ακόμη πιο ζωντανή σε μας.

Σε αντίθεση με την όρεξη ή το συναίσθημα της στιγμής, η επιθυμία διαρκεί στον χρόνο, ακόμη και για πολύ καιρό, και τείνει να υλοποιηθεί. Αν, για παράδειγμα, ένας νέος επιθυμεί να γίνει γιατρός, θα πρέπει να ακολουθήσει ένα πλάνο σπουδών και εργασίας που θα του πάρει μερικά χρόνια από τη ζωή του, κατά συνέπεια θα πρέπει να βάλει όρια, να πει «όχι», πρωτίστως σε άλλα πλάνα σπουδών, αλλά και σε πιθανές διασκεδάσεις και περισπάσεις, ειδικά σε στιγμές πιο έντονης μελέτης. Ωστόσο, η επιθυμία να δώσει κατεύθυνση στη ζωή του και να φτάσει σε αυτόν τον στόχο, του επιτρέπει να ξεπεράσει αυτές τις δυσκολίες. Η επιθυμία σε κάνει δυνατό, σε κάνει θαρραλέο, σε κάνει πάντα να πας μπροστά, επειδή θέλεις να φτάσεις στο εξής: «Εγώ επιθυμώ αυτό».

Πράγματι, μια αξία γίνεται όμορφη και πιο εύκολα εφικτή όταν είναι ελκυστική. Όπως είπε κάποιος, «περισσότερο από το να είσαι καλός είναι σημαντικό να έχεις την επιθυμία να γίνεις». Το να είσαι καλός είναι ελκυστικό, όλοι θέλουμε να είμαστε καλοί, αλλά έχουμε την επιθυμία να γίνουμε καλοί;

Είναι εντυπωσιακό ότι ο Ιησούς, πριν κάνει ένα θαύμα, συχνά ρωτά τον ενδιαφερόμενο για την επιθυμία του. Και μερικές φορές αυτή η ερώτηση φαίνεται άτοπη. Για παράδειγμα, όταν συναντά τον παράλυτο στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, ο οποίος βρισκόταν εκεί για πολλά χρόνια και δεν κατάφερνε ποτέ να αδράξει την κατάλληλη στιγμή για να μπει στο νερό, ο Ιησούς τον ρωτά: «Θέλεις να γίνεις καλά;» (Ιω 5,6). Πώς κι έτσι; Στην πραγματικότητα, η απάντηση του παραλυτικού αποκαλύπτει μια σειρά από περίεργες αντιστάσεις στη θεραπεία, που δεν αφορούν μόνο αυτόν. Η ερώτηση του Ιησού ήταν μια πρόσκληση να κάνει αυτός ο άνθρωπος ένα ξεκαθάρισμα στην καρδιά του, για να δεχτεί ένα πιθανό ποιοτικό άλμα: μη σκέφτεσαι πλέον τον εαυτό σου και τη ζωή σου «ως παράλυτο», που άλλοι πρέπει να σε μετακινήσουν. Αλλά ο κατάκοιτος άντρας δεν φαίνεται να είναι τόσο πεπεισμένος γι’ αυτό.

Κάνοντας διάλογο με τον Κύριο, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι πραγματικά θέλουμε από τη ζωή μας. Αυτός ο παράλυτος είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανθρώπων που λένε: «Ναι, ναι, θέλω, θέλω» αλλά δεν θέλω, δεν θέλω, δεν κάνω τίποτα. Το να θέλεις να κάνεις, γίνεται σαν μια αυταπάτη και δεν κάνεις το βήμα να το πράξεις. Αυτοί οι άνθρωποι που θέλουν και δεν θέλουν. Είναι άσχημο αυτό, και αυτός ο άρρωστος είναι τριάντα οχτώ χρόνια εκεί, αλλά πάντα με το παράπονο στο στόμα: «Όχι, ξέρεις Κύριε, ξέρεις ότι όταν τα νερά αναταράζονται -αυτή είναι η στιγμή του θαύματος- ξέρεις, έρχεται κάποιος πιο δυνατός από μένα, μπαίνει μέσα κι εγώ φτάνω αργά», και γκρινιάζει και παραπονιέται. Πρόσεχε όμως, γιατί τα παράπονα είναι δηλητήριο, δηλητήριο για την ψυχή, δηλητήριο για τη ζωή γιατί δεν σε κάνουν να θέλεις να πας μπροστά. Να είστε προσεκτικοί με τα παράπονα. Όταν παραπονιούνται στην οικογένεια, παραπονιούνται οι σύζυγοι, γκρινιάζουν ο ένας για τον άλλον, τα παιδιά για τον πατέρα ή οι ιερείς για τον επίσκοπο ή οι επίσκοποι για πολλά άλλα… Όχι, αν βρεθείτε να παραπονιέστε, να προσέχετε, είναι σχεδόν αμαρτία, γιατί δεν αφήνει την επιθυμία να ωριμάσει.

Συχνά είναι η επιθυμία που κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα επιτυχημένο, συνεπές και διαρκές έργο, και τις χιλιάδες φιλοδοξίες και τις πολλές καλές προθέσεις με τις οποίες, όπως λέγεται, «είναι στρωμένη η κόλαση». «Ναι, θα ήθελα, θα ήθελα, θα ήθελα…» αλλά δεν κάνεις τίποτα. Η εποχή στην οποία ζούμε, φαίνεται να ευνοεί τη μέγιστη ελευθερία επιλογής, αλλά ταυτόχρονα ατροφεί την επιθυμία, -θέλεις να ικανοποιείς τον εαυτό σου συνεχώς- που ως επί το πλείστον περιορίζεται στην όρεξη της στιγμής. Και πρέπει να προσέχουμε να μην ατροφήσουμε την επιθυμία. Βομβαρδιζόμαστε με χίλιες δυο προτάσεις, προγράμματα, δυνατότητες, που υπάρχει κίνδυνος να μας αποσπάσουν την προσοχή και να μην μας επιτρέπουν να αξιολογήσουμε ήρεμα αυτό που πραγματικά θέλουμε. Πολλές φορές, βρίσκουμε ανθρώπους -ας σκεφτούμε τους νέους για παράδειγμα- με το κινητό στο χέρι να αναζητούν, να κοιτάνε… «Μα σταματάς καθόλου για να σκεφτείς;» – «Όχι». Κοιτάνε έξω από αυτούς, κοιτάνε τους άλλους. Η επιθυμία δεν μπορεί να αναπτυχθεί με αυτόν τον τρόπο, ζεις τη στιγμή, χορτασμένος στιγμιαία και η επιθυμία δεν μεγαλώνει.

Πολλοί άνθρωποι υποφέρουν επειδή δεν ξέρουν τι θέλουν από τη ζωή τους. Μάλλον δεν ήρθαν ποτέ σε επαφή με τη βαθιά τους επιθυμία, ποτέ δεν έμαθαν: «Τι θέλεις από τη ζωή σου;» – «Δεν ξέρω» σου απαντούν. Εξ ου και ο κίνδυνος να περάσεις τη ζωή σου ανάμεσα σε προσπάθειες και περιπλανήσεις διαφόρων ειδών, χωρίς να φτάσεις ποτέ πουθενά, και να σπαταλήσεις πολύτιμες ευκαιρίες. Και έτσι κάποιες αλλαγές, παρότι τις ήθελες θεωρητικά, δεν υλοποιούνται ποτέ όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, λείπει η έντονη επιθυμία να προχωρήσεις κάτι.

Αν ο Κύριος απευθυνόταν σε εμάς σήμερα, αν μας έκανε την ερώτηση που έκανε στον τυφλό της Ιεριχούς: «Τι θέλεις να κάνω για σένα;» (Μκ 10,51), τι θα απαντούσαμε; Ίσως, θα μπορούσαμε επιτέλους να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε τη βαθιά επιθυμία για Αυτόν, την οποία ο ίδιος ο Θεός έχει βάλει στην καρδιά μας: «Κύριε, να γνωρίσω τις επιθυμίες μου, να είμαι γυναίκα, άντρας με μεγάλες επιθυμίες». Και να μας δώσει τη δύναμη ο Κύριος όλο αυτό να το πραγματοποιήσουμε. Είναι μια απέραντη χάρη, στη βάση όλων των άλλων: να επιτρέψουμε στον Κύριο, όπως στο Ευαγγέλιο, να κάνει θαύματα για εμάς. Διότι κι Αυτός έχει μια μεγάλη επιθυμία για εμάς: να μας κάνει κοινωνούς της πληρότητας της ζωής Του.

———————

Μετάφραση: π.Λ

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη

Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Μυκόνου-Άνδρου και Μητρόπολη παντός Αιγαίου