Ένας Φραγκισκανός του Μεσαίωνα, βαθύς γνώστης της Ελληνικής γλώσσας και του Ορθοδόξου Μοναχισμού

Στο μυθιστόρημα του Umberto Eco «Το όνομα του Ρόδου» γίνεται λόγος για έναν Φραγκισκανό Μοναχό, του αυστηρού κλάδου των οπαδών του «Φτωχούλη του Θεού», τον Angelo Clareno. Ο Clareno, την εποχή που εξελίσσεται το μυθιστόρημα του Eco, γνωρίζουμε πως βρισκόταν στην Ελλάδα. Πράγματι, όχι σπάνια, πολλοί από τους Φραγκισκανούς Μοναχούς του κλάδου των λεγομένων Πνευματικών, βρίσκονταν εξόριστοι στην Ελλάδα κατά το 14ο αιώνα (L. Potestà, Angelo Clareno dai Poveri Eremiti ai Fraticelli, Roma 1990, 315-323). Αυτοί εμπνέονταν από τα ιδεώδη του ανατολικού μοναχισμού και από τα σχετικά γραπτά των μεγάλων διδασκάλων του αρχαίου μοναχισμού. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό ακριβώς του Angelo Clareno (περ. 1255-1337). Ο Clareno έμεινε στην Ελλάδα, πρώτα στο νησί Τριζόνια, στον Κορινθιακό κόλπο, απέναντι από το χωριό Γλυφάδα στη Φωκίδα, και μετά στη Θεσσαλία, όπου κατάφερε να μάθει τα Ελληνικά και έτσι να γνωρίσει άμεσα και να εκτιμήσει την ασκητική γραμματεία των Ελλήνων Πατέρων (Βλ. L. von Aus, Angelo Clareno et les Spirituels italiens, Roma 1979, 53-69).

Ο Clareno, που υπήρξε ένας από τους καλύτερους γνώστες της Ελληνικής γλώσσας το 14ο αιώνα στη Δύση, μετέφρασε από τα Ελληνικά στα Λατινικά αρκετά έργα που κατέστησαν δημοφιλή, σε διάφορους Φραγκισκανούς χώρους, την Ανατολική Μοναστική πνευματικότητα. Σε μετάφραση του Clareno οφείλεται η Λατινική απόδοση της “Κλίμακος” του Αγίου Ιωάννη, από την οποία προήλθε η Ιταλική μετάφραση του Gentile da Foligno (+ 1348), οπαδού του Αngelo Clareno.

Τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άσκησαν στον Clareno μία ξεχωριστή γοητεία. Από τη μεγάλη πνευματική παραγωγή του Επισκόπου Καισαρείας μετέφρασε, μεταξύ άλλων, τους «ρους κατὰ πλάτος» που περιέχουν 55 κεφάλαια με θέμα τις γενικές αρχές του μοναχισμού, όπως επίσης και τους ρους κατ’ ἐπιτομὴν, που περιέχουν 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των Μοναχών.

Εκτός από τα έργα του Μ. Βασιλείου, ο Clareno μετέφρασε ένα τμήμα του έργου του Ψευδο-Μακάριου του Αιγυπτίου, των συγγραφών δηλαδή ενός από τους αρχαίους εκκλησιαστικούς συγγραφείς της μυστικής παράδοσης, που υπογράμμισε την εμπειρική γνώση του Θεού στη ζωή του. Ο ανώνυμος συγγρα­φέας, που ονομάστηκε Μακάριος, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των μελετών του H. Dorries, που σήμερα είναι αποδεκτά από τους μελετητές, πρέπει να ήταν ο Συμεών της Μεσοποταμίας που έζησε ακριβώς σε εκείνον τον τόπο, αλλά ο οποί­ος κατά το τελευταίο τρίτο του 4ου αιώνα εγκαταστάθηκε στην Μικρά Ασία.
Σήμε­ρα, ο συγγραφέας του μακαριανού corpus ονομάζεται «Ψευδο-Μακάριος» ή «Μακάριος / Συμεών» (Βλ. H. Dorries, Symeon von Mesopotamien. Die Uberlieferung der messalianischen Makarios-Schriften, στοText und Untersuchungen 55 / 1,1, Leipzig 1941).

Τα κυριότερα έργα του Ψευδο-Μακάριου είναι η Μεγάληπιστολή και οι Πνευματικές Ὁμιλίες. Τα Ασκητικά Έργα είναι ανθολόγια που προέρχονται από τις ομιλίες του Μακάριου και χωρίζονται σε δυο μέρη: το Έργο Ι και τα Έργα ΙΙ-VII που στα παλαιότερα χειρόγραφα εμφανίζονται υπό τον τίτλο: 150 Κεφάλαια σύντομα. Αυτά ακριβώς είναι που μεταφράστηκαν από τον Clareno. Ο ίδιος μετέφρασε επίσης τη Μεγάλη πιστολὴ. Πέρα από αυτά τα κείμενα, ο Clareno μετέφρασε από τα ελληνικά μερικά έργα του Ψευδο-Αμφιλόχιου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Στην πραγματικότητα, επιβεβαιώνει ο Potestà, δε γνωρίζουμε ακόμη το σύνολο των μεταφράσεων του Clareno, είτε επειδή αυτός, σίγουρα, μετέφρασε επίσης το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, τα Σχόλια του ανώνυμου στην Κλίμακα του Παραδείσου και, τουλάχιστον, ένα μέρος του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, είτε, κυρίως, επειδή από τα έργα του προκύπτει μία πολύ πιο πλατιά γνώση γραπτών και συγγραφέων που δε μεταφράστηκαν συστηματικά, αλλά οπωσδήποτε διαβάστηκαν, σχολιάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν, όπως για παράδειγμα τα Αποφθέγματα [των Πατέρων της ερήμου], Επιφανίου, Θεοδώρητου, Διαδόχου, Εφραίμ, Βαρλαάμ και Ιωσάφ κ.ο.κ.

Ο Βενεδικτίνος Μοναχός Gribomont, βαθύς γνώστης του έργου του Μ. Βασιλείου και του Clareno, θέλοντας να εξηγήσει τη γοητεία που ασκεί η ασκητική-μυστική ελληνική γραμματεία στον τελευταίο, διαβεβαιώνει: «Ο αρχαίος ελληνικός Μοναχισμός, παρότι εξαιρετικά αυστηρός, στην εσωτερική απάρνηση και στην υπακοή, ενθάρρυνε παρόλα αυτά μια κάποια πνευματική ελευθερία, πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που οι ηγούμενοι της κοινότητας ήθελαν να παραχωρήσουν στον Clareno. Από την άλλη αγνοούσε τη νομική ιεραρχία που διέπει τα σύγχρονα θρησκευτικά Τάγματα και γενικά, συμφιλίωνε την εκκλησιαστική κοινωνία μ’ εκείνους τους απομονωμένους Μοναχούς που δεν συναντούσαν, παρά μόνο τυχαία, τους επισκόπους τους… Η κοινωνία του πρώιμου μεσαίωνα, στους δεσμούς της με τη φτώχεια, την προσευχή, την αγαθοεργία, ήθελε να αναζωογονήσει ολόκληρη την αντίληψη των σχέσεων της θρησκευτικής ζωής με την ιεραρχία» (J. Gribomont, «La “Scala del Paradiso”, Jean de Raythou et Angelo Clareno», Studia Monastica 2 (1960), 356-357).

+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος

κοινοποίηση άρθρου:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email

Περισσότερα

Διαβάστε ακόμη