Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο kantam.gr . Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας. Συμφωνείτε ? 
Pin It

Τι σημαίνει ότι: η Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ενυπάρχει στην Καθολική Εκκλησία; 


Η Β' Σύνοδος του Βατικανού, με το δογματικό Διάταγμα Lumengentium (Φως των εθνών)  και τα διατάγματα για τον  Οικουμενισμό  Unitatis redintegratio και τις Ανατολικές Εκκλησίες  (Orientalium Ecclesiarum), συνέβαλε με τρόπο καθοριστικό  σε μία πιο βαθιά κατανόηση της Καθολικής Εκκλησιολογίας. ΕπίσηςκαιοιΕπίσκοποιτηςΡώμης  θέλησανναπροσφέρουν   πιοha contribuito in modo determinante ad una comprensione più profonda dell'ecclesiologia cattolica. Alriguardoanche: Ο Πάπας Παύλος 6ος  στην Εγκύκλιο Επιστολή του Ecclesiam suam (1964) και ο Ιωάννης - Παύλος 2ος στην Εγκύκλιο Επιστολή Utunum sint (1995).

Η επόμενη δέσμευση των Θεολόγων, με σκοπό να διασαφηνίσουν ακόμη καλύτερα  τις διάφορες όψεις της εκκλησιολογίας , έδωσε τη θέση  στην άνθιση  μια ευρείας δημοσίευσης σχετικών μελετών. Η θεματολογία  αποδείχτηκε πράγματι πολύ γόνιμη, αλλά  και κάποιες φορές χρειάστηκε και  γίνουν διευκρινίσεις και υπενθυμίσεις όπως η Διευκρίνιση Mysterium Ecclesiae (1973), η Επιστολή προς τους Επισκόπους της καθολικής Εκκλησίας  Communionis notio (1992) και η Διευκρίνιση Dominus Iesus (2000), που όλες δημοσιεύτηκαν από τη Ρωμαϊκή Σύνοδο για τη Διδασκαλία της Πίστεως.

Η Ευρύτητα  του θέματος  και η καινοτομία νέων θεμάτων συνεχίζουν να προκαλούν  τη θεολογική σκέψη, προσφέροντας  πάντα νέες συνδρομές όχι όμως κάποιες φορές χωρίς  απαλλαγμένες  από λανθασμένες ερμηνείες  που προκαλούν αμηχανία  και αμφιβολίες  μερικές εκ των οποίων τέθηκαν στην προσοχή της Ρωμαϊκής Συνόδου για τη Διδασκαλία της Πίστεως.  Η Ρωμαϊκή αυτή Σύνοδος  προϋποθέτοντας τη γενική διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας , έδωσε απαντήσεις  προσδιορίζοντας  την αυθεντική  σημασία μερικών θεολογικών εκφράσεων, οι οποίες κατά τις θεολογικές συζητήσεις κινδυνεύουν  να παρεξηγηθούν, όπως είναι το ρήμα “ενυπάρχει» (subsistit).

Με τη λέξη subsistit (ενυπάρχει), η Β Σύνοδος του Βατικανού:

•δείχνει την πλήρη ταύτιση της Εκκλησίας του Χριστού με την καθολική Εκκλησία. Επειδή η Εκκλησία έτσι όπως τη θέλησε ο Χριστός πραγματώνεται και συνεχίζει να υπάρχει (subsistit in) μέσα στην καθολική Εκκλησία, το συνεχές της ενύπαρξης συνεπιφέρει μια πραγματική ταύτιση ουσίας μεταξύ της Εκκλησία του Χριστού και της καθολικής Εκκλησίας. Η Σύνοδος θέλησε συνεπώς να διδάξει πως η Εκκλησία του Ιησού Χριστού, ως συγκεκριμένο υποκείμενο σε αυτόν τον κόσμο, απαντάται μέσα στην καθολική Εκκλησία·

• δηλώνει πως το ρήμα “ενυπάρχει” «μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά μόνο στην καθολική Εκκλησία, διότι αναφέρεται ακριβώς στο χαρακτηριστικό της ενότητας που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστης (Πιστεύω εις μίαν Εκκλησίαν)» (ΙΣΔΠ, Responsa ad quaestiones, 2)·

• εκφράζει την αλήθεια πως η Εκκλησία του Χριστού είναι μοναδική και όχι πολλαπλασιάσιμη: η Εκκλησία του Χριστού είναι μόνο μία και ενυπάρχει, στην ιστορική πραγματικότητα, σε ένα μοναδικό υποκείμενο, το οποίο είναι η καθολική Εκκλησία·

• διαφυλάγει έτσι την ενότητα και τη μοναδικότητα της Εκκλησίας, που θα κλονίζονταν αν γινόταν παραδεκτό πως μπορούν να υπάρχουν περισσότερες ενυπάρξεις της Εκκλησίας που ιδρύθηκε από τον Χριστό·

• εμποδίζει να φανταστούμε την Εκκλησία του Χριστού σαν «το άθροισμα – διαφοροποιό και κατά κάποιο τρόπο ενοποιό – των Εκκλησιών και εκκλησιακών Κοινοτήτων» ή «να σκεφτούμε πως η Εκκλησία του Χριστού σήμερα δεν υπάρχει πια πουθενά και πως, γι’ αυτό, πρέπει μόνο να είναι αντικείμενο αναζήτησης εκ μέρους όλων των Εκκλησιών και Κοινοτήτων» (ΙΣΔΠ, Mysterium Ecclesiae, 1). Αν ήταν έτσι, η Εκκλησία του Χριστού δεν θα υπήρχε πια ως «μία» μέσα στην ιστορία ή θα υπήρχε μόνο κατά τρόπο ιδεατό, δηλαδή in fieri, σε μία μελλοντική σύγκλιση ή επανενοποίηση των διαφόρων αδελφών Εκκλησιών·

• εκφράζει σαφέστερα πώς εκτός της ορατής διάρθρωσης της καθολικής Εκκλησίας βρίσκονται «πολυάριθμα στοιχεία εξαγιασμού και αλήθειας», «τα οποία, καθότι δώρα ιδιαίτερα της Εκκλησίας του Χριστού, ωθούν προς την καθολική ενότητα» (LG 8). Αναγνωρίζει συνεπώς την παρουσία, στις μη καθολικές χριστιανικές Κοινότητες, εκκλησιακών στοιχείων τα οποία είναι ιδιαίτερα της Εκκλησίας του Χριστού. «Επομένως, οι χωρισμένες αυτές Εκκλησίες και Κοινότητες, αν και, όπως πιστεύουμε, έχουν ελλείψεις, δεν στερούνται καθόλου από τη σημασία τους και τη σπουδαιότητά τους μέσα στο μυστήριο της σωτηρίας. Πραγματικά, το Πνεύμα του Χριστού δεν αρνείται να τις χρησιμοποιήσει ως μέσα σωτηρίας, η ισχύς των οποίων προέρχεται από το ίδιο το πλήρωμα της χάρης και της αλήθειας, το οποίο εμπιστεύθηκε ο Χριστός στην καθολική Εκκλησία». (UR 3)·

• επιτρέπει ένα μεγαλύτερο άνοιγμα της καθολικής Εκκλησίας στο ιδιαίτερο αίτημα του οικουμενισμού να αναγνωρίσει η καθολική Εκκλησία έναν χαρακτήρα και μια διάσταση πραγματικά εκκλησιακή στις χριστιανικές Κοινότητες που δεν είναι σε πλήρη κοινωνία μαζί της, αναλογιζόμενη τα «plura elementa sanctificationis et gratiae» (πολυάριθμα στοιχεία εξαγιασμού και αλήθειας), τα οποία είναι παρόντα σε αυτές.

Η έκφραση subsistit εναρμονίζει συνεπώς δύο καταφάσεις της καθολικής διδασκαλίας: από τη μία πλευρά, πως η Εκκλησία του Χριστού, παρά τις διαιρέσεις των χριστιανών, συνεχίζει να υπάρχει πλήρως μόνο στην καθολική Εκκλησία, και, από την άλλη, πως υπάρχουν πολυάριθμα στοιχεία εξαγιασμού και αλήθειας εκτός της διάρθρωσής της, δηλαδή στις Εκκλησίες και εκκλησιακές Κοινότητες που δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την καθολική Εκκλησία.

Pin It
Κάνετε σάρωση για γρήγορη πρόσβαση απο το κινητό, και το τάμπλετ σας, στην ιστοσελίδα μας.
Greek English French German Italian Spanish
(c) Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Άνδρου-Μυκόνου
CREATED BY MRemoundos