Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο kantam.gr . Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας. Συμφωνείτε ? 
Pin It

1

Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ «ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΪΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ» της Β’ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ

55 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ
18 Νοεμβρίου 1965 - 2020

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 55 χρόνων από τη δημοσίευση μίας εκ των πλέον σημαντικών Δογματικών Διατάξεων της Καθολικής Εκκλησίας, της «Dei Verbum», θεωρήσαμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε, στους αναγνώστες μας, κάποια από τα σημεία αυτού του τόσο σπουδαίου Συνοδικού κειμένου.

Στις 18 Νοεμβρίου 1965 εγκρίθηκε από τους Συνοδικούς Πατέρες τις Β’ Συνόδου του Βατικανού με ψήφους 2.344 υπέρ και 6 κατά, ένα από τα σπουδαιότερα ντοκουμέντα αυτής της Γενικής Συνόδου της Καθολικής Εκκλησίας: η «DEI VERBUM», δηλαδή σε ελληνική μετάφραση «ο Λόγος του Θεού», μία Δογματική Διάταξη που αφορά στην Αγία Γραφή. Αυτό το ντοκουμέντο, μαζί τη Διάταξη Sacrosanctum Concilium που αφορά τη Θεία Λατρεία και Δογματική Διάταξη «Lumen Gentium (Περί Εκκλησίας)», θα χαράξει στο μέλλον τον θεολογικό, λειτουργικό, ποιμαντικό και οικουμενικό προσανατολισμό της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά κυρίως τη ζωτική της σχέση με το Λόγο του Θεού. Μπορούμε ακόμα να υποστηρίξουμε ότι αυτό το κείμενο αποτελεί τον καρπό μελετών που απασχόλησαν τους μελετητές τα προηγούμενα 100 χρόνια σε επίπεδο βιβλικό, πατερικό και δογματικό.

Ο επίτιμος Πάπας Βενέδικτος ο 16ος ενώπιον μιας μεγάλης συνάθροισης πιστών ανέφερε: «Στις 18 Νοεμβρίου 1965 η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ενέκρινε το Δογματικό Διάταγμα πάνω στη Θεία Αποκάλυψη, το οποίο αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη στηρίγματα ολόκληρου του Συνοδικού οικοδομήματος… Η Εκκλησία δεν ζει αφ’ εαυτού της αλλά από το Ευαγγέλιο, και από το Ευαγγέλιο αποκομίζει τον προσανατολισμό για την πορεία της. Το Συνοδικό Διάταγμα «DEI VERBUM» προσέδωσε μια ισχυρή ώθηση στην αξιολόγηση του Λόγου του Θεού, απ’ όπου προέκυψε μια βαθιά ανανέωση της εκκλησιαστικής κοινότητας, πάνω απ’ όλα στο κήρυγμα, στην κατήχηση, στη θεολογία, στην πνευματικότητα και στις οικουμενικές σχέσεις. Είναι πράγματι ο Λόγος του Θεού που, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, οδηγεί τους πιστούς προς την πληρότητα της αληθείας (Ιω. 16,31)». 

Η ΔΟΜΗ ΤΗΣ DEI VERBUM

Μετά από ένα σχετικό προοίμιο, η Διάταξη υποδιαιρείται σε 6 κεφάλαια:
Η Θεϊκή Αποκάλυψη
Η Μετάδοση της Θεϊκής Αποκάλυψης
Η Θεοπνευστία και η ερμηνεία της Αγίας Γραφής
Η Παλαιά Διαθήκη
Η Καινή Διαθήκη
Η Αγία Γραφή στη ζωή της Εκκλησίας.

Έχουν γραφεί τόμοι ολόκληροι που ερμηνεύουν και εξηγούν αυτό το ντοκουμέντο, το οποίο συνεχίζει να μελετάται στις θεολογικές Ακαδημίες της Καθολικής Εκκλησίας και όχι μόνο. Εμείς, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε μερικά μόνο από τα θέματα που πραγματεύεται το Διάταγμα αυτό και πως, κατά τη γνώμη μας, αποκτά τόσο μεγάλη οικουμενική σημασία. 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΪΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

Εισαγωγικά, περιγράφεται η απαρχή, το αντικείμενο, και ο σκοπός της Αποκάλυψης. Τονίζεται η πρωτοβουλία του Θεού, η σωτήρια φύση της Αποκαλύψεως και το τριαδικό περιεχόμενό της, καθώς και η αφετηρία και ο σκοπός της.

«O Θεός χάρη στη σοφία του, ευδόκησε να αποκαλύψει τον Εαυτό Του και να γνωστοποιήσει το Μυστήριο του Θελήματός Του, μέσω του οποίου οι άνθρωποι προσεγγίζουν εν Πνεύματι Αγίω, το Θεό Πατέρα, δια του Ιησού Χριστού, του σαρκωθέντος Λόγου έτσι ώστε να γίνονται κοινωνοί της Θείας Φύσεως. Πράγματι, μ’ αυτή την Θεία Αποκάλυψη, ο αόρατος Θεός, εξ’ αιτίας αυτής της μεγάλης του αγάπης, απευθύνεται προς τους ανθρώπους ως προς φίλους, και συνδιαλέγεται μ’ αυτούς για να τους καλέσει και να τους δεχθεί στην κοινωνία μαζί του» (αρ. 2).

Εδώ, ξεπερνιέται σαφώς η ιδέα της Αποκάλυψης ως απλής δογματικής διδασκαλίας, για να πάρει το βάθος μίας προσωπικής συνάντησης, μίας συμφωνίας μεταξύ φίλων, ενόψει ενός ολοκληρωτικού σκοπού που είναι η κοινωνία με το Θεό: η «θέωση» δηλαδή του ανθρώπου.

Σ’ αυτό το κείμενο βρίσκουμε όλη την ουσία του χριστιανισμού, την τριαδική υπόσταση του Θεού και το αιώνιο σχέδιο της σωτηρίας: Ο Θεός θέλει να κοινωνήσει με τον άνθρωπο και όταν αποκαλύπτεται το κάνει όχι για να του μεταδώσει μερικές αφηρημένες έννοιες γύρω από τον εαυτό του, αλλά για να τον καλέσει σε κοινωνία μαζί Του.

Το κείμενο αυτό, εμπνέεται από την αρχή των Πατέρων της Εκκλησίας: «Τα πάντα εκ του Πατρός δια του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι». Ο Πατέρας είναι η αρχή της θέωσής μας η οποία πραγματοποιείται μέσω του ενσαρκωμένου Λόγου και μας χορηγείται εν Πνεύματι Αγίω. Και αντίστροφα, η πορεία προς το Θεό ξεκινά «εν Αγίω Πνεύματι» πράξη που μας «χριστοποιεί», και ο Χριστός, με τη σειρά του, μας οδηγεί στην άβυσσο της ζωής του Πατέρα, πραγματοποιώντας τη «θέωσή μας». Όλη αυτήν τη διαδικασία, η «Dei Verbum» την ονομάζει «Θεϊκή Αποκάλυψη».

Στη συνέχεια η Σύνοδος προσδιορίζει πως πραγματοποιείται στην ιστορία αυτή η Αποκάλυψη.

«Η οικονομία αυτή της Θείας Αποκάλυψης» - εξακολουθεί να αναφέρει το κείμενο - «πραγματοποιείται με έργα και με λόγια τόσο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, ώστε τα έργα που ο Θεός πράττει στην ιστορία της σωτηρίας, να φανερώνουν και να ενισχύουν τη διδασκαλία και την έννοια των λόγων, οι δε λόγοι να διακηρύττουν τα έργα και να φωτίζουν το Μυστήριό τους».

Εισάγεται εδώ, η ιστορική διάσταση της Θεϊκής αποκάλυψης με τη μυστηριώδη πλοκή πράξεων σωτήριας και λόγων, που είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τoυς, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεξηγούνται. Εδώ, βρίσκουμε τη διδασκαλία του Αγίου Ειρηναίου σχετικά με την προοδευτική ενσάρκωση του Θείου Λόγου μέσα στην ιστορία με αποκορύφωμα την ενσάρκωση του Λόγου του Θεού που παίρνει τη μορφή ενός Βρέφους στα σπλάχνα της Θεοτόκου.

«H βαθιά αλήθεια – συνεχίζει η συνοδική Διάταξη – σχετική με το Θεό και τη σωτηρία των ανθρώπων, γίνεται εμφανής μέσω αυτής της Αποκάλυψης για μας, εν Χριστώ, ο οποίος είναι ταυτόχρονα μεσίτης και πλήρωμα ολόκληρης της Θείας Αποκάλυψης».

Αυτή η τελευταία πρόταση καθιερώνει την κεντρική θέση του Χριστού στην οικονομία της Θεϊκής Αποκάλυψης, ως υπέρτατο και οριστικό «Λόγο», αποκορύφωμα δηλαδή της Αποκάλυψης του Θεού και του σχεδίου Του για τους ανθρώπους. Στην ομιλία που ήδη αναφέραμε, ο Πάπας Βενέδικτος με τον ακόλουθο τρόπο συνοψίζει τη χριστοκεντρική διάσταση της Θείας Αποκάλυψης: «Δρέποντας τους καρπούς της θεολογικής ανανέωσης που προηγήθηκε, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος θέτει στο κέντρο το Χριστό, προβάλλοντάς Τον ως «τον μεσίτη και συνάμα το πλήρωμα ολόκληρης της Αποκάλυψης» (αρ. 2). Πράγματι, ο Κύριος Ιησούς, ο Λόγος που έγινε σάρκα, πέθανε και αναστήθηκε, έφερε εις πέρας το έργο της σωτηρίας, με λόγια και έργα, και φανέρωσε πλήρως το πρόσωπο και το θέλημα του Θεού, έτσι ώστε μέχρι την ένδοξη επάνοδο Του, να μην αναμένεται πλέον καμία νέα δημόσια Αποκάλυψη (πρβλ. αρ. 3)».

Αυτή η σύντομη Συνοδική σύνθεση της έννοιας της Αποκάλυψης, μας επιτρέπει να υπενθυμίσουμε την πυκνότητα και το πολύπλοκο του Μυστηρίου και του γεγονότος που είναι ο Λόγος του Θεού όταν φανερώνεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Λόγος του Θεού δε μεταδίδει απλά μερικές αλήθειες, αν και πολύ σπουδαίες, αλλά παρουσιάζεται ως θεϊκή επέμβαση, ισχυρή και ελεήμον, με την οποία ο Θεός επικοινωνεί με τον άνθρωπο και τον καλεί να συμμεριστεί τη ζωή του. 

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

Την εποχή της Β’ Βατικανής Συνόδου υπήρχε μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ ορισμένων συντηρητικών κύκλων της Καθολικής Εκκλησίας και το Ποντιφικό Βιβλικό Ινστιτούτο της Ρώμης, σχετικά με τα κριτήρια ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Οι κύκλοι αυτοί, κατηγορούσαν το Βιβλικό Ινστιτούτο γιατί έδινε μια «επιστημονική» ερμηνεία της Γραφής, χωρίς να έχει υπόψη του την παράδοση της Εκκλησίας. Η «Dei Verbum» πάντως επιχειρεί μια ισορροπημένη σύνθεση αυτών των δύο τάσεων.

Πρώτ’ απ’ όλα αφαιρεί κάθε φονταμενταλιστική ερμηνεία της Αγίας Γραφής με το να προσδιορίσει το αντικείμενο της θεϊκής επέμβασης. Πράγματι, διαβάζουμε: «τα βιβλία της Αγίας Γραφής διδάσκουν σταθερά, πιστά και χωρίς πλάνη την αλήθεια εκείνη, την οποία ο Θεός θέλησε να καταγράψει σε αυτά, για τη σωτηρία μας» (αρ. 11). Με αυτά τα λόγια δεν θα έπρεπε ποτέ πια να επαναληφθεί το δράμα του Γαλιλαίου. Διαβάζουμε την Αγία Γραφή όχι για να βρούμε επιστημονικές ή ιστορικές αλήθειες, αλλά για να συνετίσουμε την καθολική θέληση σωτηρίας του Θεού, όπως αυτή εκφράστηκε με ανθρώπινες έννοιες, ειπωμένες μέσα σε μια κουλτούρα, χρονικά μακριά από εμάς.

Γι’ αυτό στη συνέχεια, το κείμενο αναφέρεται όχι μόνο στην θεϊκή διάσταση της Γραφής (θεοπνευστία), αλλά και στην ανθρώπινη διάστασή της: «Επειδή στην Αγία Γραφή, ο Θεός μίλησε διαμέσου των ανθρώπων και με ανθρώπινο τρόπο, για να καταλάβει καλά ο ερμηνευτής των ιερών κειμένων τι θέλησε να μας μεταδώσει ο Θεός στα κείμενα αυτά, πρέπει να εξετάζει προσεκτικά αυτό που οι ιεροί συγγραφείς ήθελαν πραγματικά να μας πουν, και που ο Θεός ήθελε να φανερώσει με τα λόγια τους. Για να γνωστοποιηθούν οι προθέσεις των ιερών συγγραφέων πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη μεταξύ άλλων, και «τα λογοτεχνικά είδη». Πραγματικά, η αλήθεια παρουσιάζεται και εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο, σε κείμενα με διαφορετικό ιστορικό χαρακτήρα, ή σε κείμενα προφητικά, ποιητικά ή άλλου είδους λόγου» (αρ. 12).

Εντούτοις, η Βίβλος δεν είναι ένα απλό, ανθρώπινο, λογοτεχνικό έργο, αλλά Λόγος του Θεού, γι’ αυτό η επιστημονική ερμηνεία της δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται να επέμβει το ίδιο αυτό Πνεύμα που την ενέπνευσε: «Επειδή όμως η Αγία Γραφή πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται στο φως του ίδιου Πνεύματος, με το οποίο γράφτηκε, για να βρεθεί με ακρίβεια, η έννοια των ιερών κειμένων, είναι απαραίτητο να εξετάζεται με την ίδια προσοχή το περιεχόμενο και η ενότητα ολόκληρης της Αγίας Γραφής, λαμβάνοντας υπόψη τη ζωντανή Ιερή Παράδοση όλης της Εκκλησίας και την αναλογία της πίστης» (αρ.12).

Επίσης στον αρ. 23 διαβάζουμε: «Η Εκκλησία, διδαγμένη από το Άγιο Πνεύμα, προσπαθεί να αποκτήσει μια όλο και βαθύτερη κατανόηση της Αγίας Γραφής, για να μπορεί να τρέφει ακατάπαυστα τα παιδιά της με τα θεϊκά λόγια. Για τον ίδιο λόγο ευνοεί επίσης τη μελέτη των Αγίων Πατέρων της Ανατολής και της Δύσης, και των διαφόρων τύπων της Θείας Λατρείας». 

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η «Dei Verbum» περιέχει πολλές και σπουδαίες αλήθειες για την Καθολική Εκκλησία σχετικά με την Αγία Γραφή, αλλά το κεφάλαιο που προκάλεσε μια πραγματική επανάσταση στους κόλπους της είναι το έκτο: «Η Αγία Γραφή στη ζωή της Εκκλησίας».

Η κατάσταση στην αρχή του 20ου αιώνα σχετικά με την Βίβλο περιγράφεται με τα λόγια του Paul Claudel: «Ο σεβασμός προς την Αγία Γραφή είναι μεγάλος, χωρίς όρια και φανερώνεται κυρίως με το να παραμένει κανείς μακριά από αυτήν!». Αν και αυτή η πικρή διαπίστωση είναι κάπως αυστηρή, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στην Καθολική Εκκλησία, κυρίως μεταξύ των λαϊκών, η Βίβλος δεν διαμόρφωνε ολόκληρη τη ζωή της, είτε επειδή οι λαϊκοί σχεδόν την αγνοούσαν, καθώς δεν υπήρχαν μεταφράσεις, είτε γιατί ένα μεγάλο μέρος του λαού ήταν αγράμματο. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η πρώτη μετάφραση της Αγίας Γραφής στα ιταλικά χρονολογείται στα 1700. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, στην Καθολική Εκκλησία, υπήρξε ένα σπουδαίο βιβλικό κίνημα, το αποκορύφωμα του οποίου υπήρξε η Εγκύκλιος του Πάπα Πίου του 12ου «Divino afflante Spiritu» του 1943. Η «Dei Verbum» εμπεριέχει όλη την μετέπειτα εξέλιξη του βιβλικού κινήματος σ’ ότι αφορά στην συνειδητοποίηση της σπουδαιότητας της Αγίας Γραφής στη ζωή της Εκκλησίας. 

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Ποια είναι όμως η υπέρτατη αρχή πάνω στην οποία η Εκκλησία στηρίζει την πίστη της, τη ζωή της, τη διδασκαλία της και την πνευματικότητα της; Μήπως ο Πάπας και οι Επίσκοποι, μήπως ακόμη οι ίδιοι Πατέρες της Εκκλησίας; Για τη Σύνοδο ήταν και θα παραμείνει πάντα η Αγία Γραφή.

«Η Εκκλησία» – διδάσκει η «Dei Verbum» - τίμησε πάντα την Αγία Γραφή όπως τίμησε το ίδιο το Σώμα του Κυρίου, εφόσον, προπάντων κατά την Θεία Λειτουργία, δεν παύει να λαμβάνει τον άρτο της ζωής από την τράπεζα, τόσο του Λόγου του Θεού, όσο και του Σώματος του Χριστού και να προσφέρει τον άρτο αυτόν στους πιστούς. Η Εκκλησία θεώρησε πάντοτε και θεωρεί την Αγία Γραφή, μαζί με την Ιερά Παράδοση, σαν τον υπέρτατο κανόνα της πίστης της» (αρ. 21).

Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να είναι υπεράνω της Αγίας Γραφής, όλοι οι πιστοί πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία του Λόγου και το διδακτικό σώμα της Εκκλησίας τίθεται στην υπηρεσία του Λόγο. Πράγματι, συνεχίζει το ντοκουμέντο,: «Το Διδακτικό Σώμα (Magisterium) της Εκκλησίας δεν είναι βέβαια υπεράνω του Λόγου του Θεού, αλλά βρίσκεται στην υπηρεσία του, σύμφωνα με τη θεϊκή εντολή και με τη συμπαράσταση του Αγίου Πνεύματος. Το Σώμα αυτό ακούει ευλαβικά το Λόγο του Θεού, τον φυλάει με θρησκευτική ευλάβεια, τον ερμηνεύει πιστά και από τη μοναδική παρακαταθήκη της πίστης αντλεί καθετί που προτείνει να γίνει δεκτό σαν αλήθεια αποκαλυπτόμενη από το Θεό» (αρ. 10).

Έτσι, για το Συνοδικό κείμενο, η Αγία γραφή πρέπει να εμποτίζει κάθε πτυχή της ζωής της Εκκλησίας για να μπορέσει αυτοί να αναπτύσσεται με δύναμη και αποτελεσματικότητα : «Επομένως», – διαβάζουμε στο κείμενο – «κάθε εκκλησιαστικό κήρυγμα, όπως και η ίδια η χριστιανική θρησκεία, πρέπει να τρέφονται και να ρυθμίζονται από την Αγία Γραφή. Πραγματικά, στα ιερά βιβλία ο ουράνιος Πατέρας έρχεται με μεγάλη αγάπη σε συνάντηση των παιδιών του και συζητά μαζί τους. Και τόση είναι η δύναμη και η αποτελεσματικότητα του Λόγου του Θεού, ώστε αυτός να είναι το στήριγμα και η δύναμη της Εκκλησίας, και ταυτόχρονα η αντοχή της πίστης, η τροφή της ψυχής, η καθαρή και αιώνια πηγή της πνευματικής ζωής των παιδιών της Εκκλησίας».

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ

Το Συνοδικό Διάταγμα «Περί Θείας Λατρείας», που κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τη «Dei Verbum», διδάσκει: «Η Αγία Γραφή έχει τεράστια σημασία για την τέλεση της Θείας Λατρείας. Πραγματικά, από την Αγία Γραφή διαβάζονται τα αναγνώσματα, που εξηγούνται κατά το ιερό κήρυγμα, απ’ αυτήν ψάλλονται οι ψαλμοί, από την έμπνευσή της και το πνεύμα της διαποτίζονται οι ευχές, οι δεήσεις και τα λειτουργικά άσματα, απ’ αυτήν παίρνουν το νόημα τους οι λειτουργικές πράξεις και η συμβολικές χειρονομίες. Επομένως, για να συντελεσθεί η μεταρρύθμιση, η προαγωγή και η προσαρμογή της Θείας Λατρείας, πρέπει να τονωθεί η γλυκιά εκείνη και ζωντανή γεύση της Αγίας Γραφής, την οποία μαρτυρείται η σεβάσμια παράδοση τόσο των ανατολικών όσο και των δυτικών λειτουργικών τύπων» (αρ. 24).

Αυτά δεν είναι μόνο λόγια, αλλά πράγματι, η μεγάλη λειτουργική μεταρρύθμιση της Καθολικής Εκκλησίας των τελευταίων 50 ετών που έχει βασιστεί κυρίως στην Αγία Γραφή.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Η ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Είναι γνωστό πως η σχολαστική θεολογία βασίζονταν ελάχιστα στην Αγία Γραφή. Οι σχολαστικοί θεολόγοι χρησιμοποιούσαν μερικά εδάφια ως αποδεικτικά μιας προτεινόμενης θεολογικής θέσης, διαμορφωμένης όμως εκ των προτέρων. Για τους σχολαστικούς, η Θεολογία δεν απέρρεε άμεσα από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά από μια νοηματική επεξεργασία κειμένων που είχαν περισσότερη σχέση με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη παρά με τη Βίβλο.

Η Σύνοδος αντιτίθεται σε αυτή τη μορφή θεολογίας και διδάσκει: «Η Θεολογία βασίζεται στο γραπτό λόγο του Θεού, ο οποίος, μαζί με την ιερά Παράδοση, αποτελεί το αιώνιο θεμέλιό της. Πάνω στο θεμέλιο αυτό στηρίζεται και ανανεώνεται η θεολογική έρευνα κι εμβαθύνεται κάτω από το φως της πίστης, σε κάθε αλήθεια, που περικλείεται στο μυστήριο του Χριστού. Η Αγία Γραφή περιέχει το λόγο του Θεού, και, σαν θεόπνευστη, είναι πραγματικά ο Λόγος Του. Γι’ αυτό η μελέτη των ιερών αυτών σελίδων ας είναι η ψυχή της Θεολογίας».

Αρκεί να ξεφυλλίσουμε σήμερα ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο θεολογίας που διδάσκεται στις θεολογικές σχολές της Καθολικής Εκκλησίας για να αντιληφθούμε κατά πόσο αυτά τα λόγια δεν είναι απλά θεωρίες αλλά επάρθηκαν με ιδιαίτερη προσοχή και σοβαρότητα αφού η Αγία Γραφή αποτελεί την αρχή και το τέλος της θεολογίας.

Σε αυτά τα πλαίσια είναι φυσικό πως και το κήρυγμα και η κατήχηση πρέπει πραγματικά να απορρέουν και να εμπνέονται άμεσα από την Αγία Γραφή. «Ταυτόχρονα» – διδάσκει το συνοδικό κείμενο - «και η διακονία του Λόγου, δηλαδή το ποιμαντικό κήρυγμα, η κατήχηση και κάθε χριστιανική μόρφωση, κατά την οποία το ιερό κήρυγμα έχει μια ιδιαίτερη θέση, τρέφεται και δυναμώνει ευλαβικά από το Λόγο της Αγίας Γραφής» (αρ. 26).

Η ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

Στο τέλος, η Σύνοδος προτρέπει όλους στην ανάγνωση και στην περισυλλογή της Αγίας Γραφής συνοδευόμενη πάντα από την προσευχή (lectio divina). Και πρώτα απευθύνεται στους κληρικούς: «Για όλους αυτούς τους λόγους, όλοι οι κληρικοί, προπάντων οι ιερείς και όσοι ασχολούνται κανονικά με τη διακονία του Λόγου, όπως οι διάκονοι και οι κατηχητές, οφείλουν να βρίσκονται σε συνεχή επαφή με την Αγία Γραφή, διαβάζοντάς την συνεχώς και μελετώντας την σε βάθος, ώστε κανείς να μη γίνει «μάταιος ιεροκήρυκας του Λόγου του Θεού, κηρύττοντας εξωτερικά αυτά που δεν τα ακούει μέσα του» (Αγ. Αυγουστίνος), ενώ οφείλει να μεταδίδει στους πιστούς, που του έχουν εμπιστευθεί, τον απέραντο πλούτο του θεϊκού Λόγου, ιδιαίτερα κατά τη Θεία Λατρεία».

Στην συνεχεία, η προσοχή της Συνόδου στρέφεται σε όλους τους πιστούς. Πράγματι, το βιβλικό κίνημα της εποχής εκείνης είχε ως σκοπό να απευθυνθεί όχι μόνο σε μια ελίτ, αλλά σε ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, κυρίως δε στους λαϊκούς. Γράφει λοιπόν η Συνοδική Διάταξη: «Η Αγία Σύνοδος προτρέπει επίσης ολόθερμα και επίμονα όλους τους πιστούς, προπάντων τα μέλη των μοναχικών ταγμάτων, με την τακτική ανάγνωση της Αγίας Γραφής, να μαθαίνουν «την υπεροχή της γνώσης του Ιησού Χριστού" (Φιλ. 3,8). Πραγματικά, «η άγνοια των Γραφών είναι άγνοια του Χριστού» (Αγ. Ιερώνυμος). Ας προστρέχουν, λοιπόν, πρόθυμα στα ιερά κείμενα, είτε διαμέσου της Θείας Λατρείας, πλούσιας από το θεϊκό λόγο, είτε διαμέσου της ευλαβούς ανάγνωσης, είτε διαμέσου των καταλλήλων μαθημάτων ή άλλων μέσων, τα οποία με την έγκριση και τη φροντίδα των Ποιμένων της Εκκλησίας διαδίδονται σήμερα παντού με αξιοθαύμαστο τρόπο. Ας μη ξεχνούν όμως ότι η ανάγνωση της Αγίας Γραφής πρέπει να συνοδεύεται από την προσευχή, ώστε να μπορεί να πραγματοποιείται ο διάλογος μεταξύ Θεού και ανθρώπου». Και παραθέτοντας τα λόγια του Αγίου Αμβροσίου το κείμενο καταλήγει: «Πραγματικά, «μ’ Εκείνον συνομιλούμε, όταν προσευχόμαστε. Εκείνον ακούμε όταν διαβάζουμε τους θεϊκούς λόγους» (αρ. 25).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Έχουν συμπληρωθεί 55 χρόνια από την έγκριση της «Dei Verbum» από τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού. Από τότε η Αγία Έδρα έχει δημοσιεύσει και άλλα σπουδαία ντοκουμέντα που αφορούν την Αγία Γραφή τα οποία αντανακλούν την πρόοδο που, εν τω μεταξύ, είχε πραγματοποιηθεί στις βιβλικές μελέτες. Υπενθυμίζω μόνο τρία τέτοια κείμενα: «Η ερμηνεία της Βίβλού στην Εκκλησία» του 1993 που έχει ως αφετηρία το 3ο κεφάλαιο της «Dei Verbum» και «Ο Εβραϊκός Λαός και οι Θείες Γραφές του στην χριστιανική Βίβλο» του 2001 που εμπνέεται επίσης από το ίδιο Συνοδικό Διάταγμα. Το ποιο σπουδαίο ντοκουμέντο, ωστόσο, είναι η Μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση του Πάπα Βενέδικτου 16ου «Verbum Domini» (Ο Λόγος του Κυρίου ο Αιώνιος) (30 Σεπτεμβρίου 2010). «Είναι σε όλους γνωστή η μεγάλη ώθηση που έδωσε η δογματική Διάταξη Dei Verbum για την εκ νέου ανακάλυψη του λόγου του Θεού στη ζωή της Εκκλησίας, για τον θεολογικό στοχασμό πάνω στη Θεία Αποκάλυψη και για τη μελέτη της Αγίας Γραφής. (σελ. 11) .

Αυτό το ντοκουμέντο μεταφέρει με επίσημο και βαθυστόχαστο τρόπο αυτά που υποθηκών στη Σύνοδο των Επισκόπων του 2008 που είχε ως θέμα την «Αγία Γραφή στη ζωή και στην αποστολή της Εκκλησιάς». Τελειώνοντας θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ένα σημείο που όλα αυτά τα ντοκουμέντα υπογραμμίζουν, και πρώτα από όλα η Dei Verbum, αλλά δυστυχώς είναι ακόμα μακριά να εφαρμοστεί πλήρως: «Η Αγία Σύνοδος προτρέπει επίσης ολόθερμα και επίμονα όλους τους πιστούς στην τακτική ανάγνωση της Αγίας Γραφής» και η Σύνοδος συνεχίζει λέγοντας: «τα παιδιά της Εκκλησίας πρέπει να εξοικειώνονται με την Αγία Γραφή …και να εμποτίζονται από το πνεύμα της» (αρ. 25). Αν και έχει γίνει μεγάλη πρόοδος στην ανάγνωση της Αγίας Γραφής από του καθολικούς πιστούς, εντούτοις, χρειάζονται ακόμη μεγάλες προσπάθειες για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.

+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος

Pin It
Κάνετε σάρωση για γρήγορη πρόσβαση απο το κινητό, και το τάμπλετ σας, στην ιστοσελίδα μας.
Greek English French German Italian Spanish
(c) Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου-Άνδρου-Μυκόνου και Καθολική Επισκοπή Χίου-Λέσβου-Σάμου
Υπεύθυνος Σύνταξης: Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος
Συντακτική Επιτροπή: Αρχιεπίσκοπος, π. Λέων Κισκίνης, π. Φερνάνδος Bravo, Διάκονος Μάριος Φώσκολος, κα Ρένα Φυρίγου
CREATED BY MRemoundos